Legislator Case Law & Legislation
2004/2025 AI generated

2004/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2004/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3144/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3965/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-02-2024 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2004/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): II.Α. Κατά το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά το άρθρο 532 του ιδίου Κώδικα αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης και ιδίως αν αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2004 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2004/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Λ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δήμητρα Θωμά.

Της αναιρεσίβλητης: τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ασφαλιστική της εκκαθαρίστρια, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΝΣΤ & ΓΙΑΝΓΚ (ΕΛΛΑΣ) Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της Σ. Β. του Η. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Αρβανίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3144/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3965/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-02-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τη διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κάνει καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιάφορα εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους.

Συνεπώς, εάν η κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη λόγω του εκπρόθεσμου αυτής, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η απόφαση του εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προβλητή ως προς αυτήν πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απόφασης που απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση (Α.Π. 1000/2009). Εάν γίνει δεκτή η αναίρεση κατά της απόφασης του εφετείου με την ευδοκίμηση λόγου που αφορά το παραδεκτό της έφεσης και αυτή αναιρεθεί οι λόγοι αναίρεσης που στρέφονται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου τυγχάνουν απορριπτέοι. Αυτό συμβαίνει διότι μετά την παραδοχή της έφεσης αναβιώνει η εκκρεμοδικία (άρθρα 221 παρ. 1 στοιχ. α', 222, 308 παρ. 1, 309, 522 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθίσταται το μόνο δικαιοδοτικά αρμόδιο να ελέγξει σφάλματα που εμφιλοχώρησαν στην πρωτοβάθμια απόφαση.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, επί της από 11-11-2013 αγωγής της αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του άρθρου 239 παρ. 4 ν. 4364/2016, η 3144/2018 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού που την έκανε δεκτή εν μέρει. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και η εναγόμενη άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 3965/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αυτές, ειδικότερα δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι ήταν εκπρόθεσμη. Αμφότερες τις αποφάσεις, ήτοι τόσο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (την 3144/2018) όσο και του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (την 3965/2023) προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2024 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών και στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (Α.Π. 362/2020, Α.Π.1672/2017). Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

II.Α. Κατά το άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά το άρθρο 532 του ιδίου Κώδικα αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης και ιδίως αν αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης (νόμιμη καταχρηστική προθεσμία) είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Εξάλλου οι νόμιμες προθεσμίες είναι δυνατόν να υπόκειται σε αναστολή από το νόμο. Αυτό συνέβη ένεκα της πρόσφατης πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 περ. α' ν. 4790/2021. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 ν. 4690/2020 "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 περ. α' ν. 4790/2021 "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α` 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 περ. α' ν. 4790/2021 εκδόθηκε η διάταξη του άρθρου 25 ν. 4792/2021 με την οποία ορίστηκε ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6η.4.2021".

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 49 ν. 4963/2022 υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής της αναστολής των προθεσμιών που εισήχθησαν με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021" "Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ] (παράγραφος 1)", "Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ (παράγραφος 2)". Περαιτέρω κατά το άρθρο 77 του Συντάγματος "H αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία (παράγραφος 1)", "Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (παράγραφος 2)".

Το δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 77 του Συντάγματος στη νομοθετική εξουσία προς έκδοση ερμηνευτικών νόμων υπάρχει μόνον όταν ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και λόγω της ασάφειάς του προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στα δικαστήρια, για την αληθινή έννοιά του, την ύπαρξη δε της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή της ανάγκης της ερμηνείας, έχουν δικαίωμα να ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.Α.Π. 186/1980, Α.Π. 486/1998).

Εάν δεν υφίσταται η προϋπόθεση της ασάφειας και επομένως η νομοθετική διάταξη δεν χρήζει ερμηνείας ο νόμος που θα εκδοθεί δεν είναι αληθώς ερμηνευτικός (ψευδοερμηνευτική διάταξη) και ως τέτοιος δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά ισχύει από τη δημοσίευσή του.

Εν προκειμένω σε σχέση με τη νομοθεσία που ρύθμισε το καθεστώς αναστολών λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 εκδόθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 25 ν. 4792/2021 και 49 ν. 4963/2022 που από το νομοθέτη χαρακτηρίστηκαν ως ερμηνευτικές, καθόσον με αυτές επιδιώχθηκε ρητά να προσδιοριστεί το νόημα ισχυουσών μέχρι τότε διατάξεων.

Με βάση το κριτήριο της ασάφειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τη διάταξη στην οποία αναφέρεται η νέα νομοθετική ρύθμιση αμφότερες οι διατάξεις έχουν ερμηνευτικό χαρακτήρα και επομένως αναδρομική ισχύ και κατ' ακολουθίαν τυγχάνουν εφαρμογής και στα ένδικα μέσα που είχαν ήδη ασκηθεί πριν την ισχύ τους.

Ειδικότερα: i) στη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 περ. α' ν. 4790/2021, την οποία αφορούσε η διάταξη του άρθρου 25 ν. 4792/2021, δεν οριζόταν με σαφήνεια το χρονικό σημείο λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που αποτελούσε την αφετηρία εκ νέου εκκίνησης των προθεσμιών που είχαν ανασταλεί στις 7-11-2020, λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των κοινών υπουργικών αποφάσεων που είχαν σχετικά εκδοθεί, ii) κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 74 παρ. 1 ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 περ.

α' ν. 4790/2021 υπήρχε ασάφεια για το εάν η αναστολή των προθεσμιών ισχύει και για τη νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των ενδίκων μέσων της έφεσης (που ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση και προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 518 Κ.Πολ.Δ.), της αναψηλάφησης (που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 545 Κ.Πολ.Δ.) και της αναίρεσης (που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 564 Κ.Πολ.Δ.), συνεπεία της οποίας - ασάφειας - εκδόθηκαν διαφορετικές αποφάσεις από τα Δικαστήρια (υπέρ της μη αναστολής και του συνυπολογισμού του χρόνου αναστολής Α.Π. 762/2022, υπέρ της αναστολής και του μη συνυπολογισμού του χρόνου αναστολής Α.Π. 1278/2022, Α.Π. 987/2022).

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, κατά τον υπολογισμό της νόμιμης καταχρηστικής διετούς προθεσμίας της έφεσης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 518 Κ.Πολ.Δ. επί μη επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης δεν συνυπολογίζονται τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, ενώ εάν μεν τυγχάνει εφαρμογής μόνο το άρθρο 74 παρ. 1 ν. 4690/2020, ήτοι όταν η λήξη της προθεσμίας προς άσκηση του ενδίκου μέσου επισυμβαίνει πριν την από 31-3-2021 ισχύ του ν. 4790/2021 (άρθρο 124 του νόμου - Φ.Ε.Κ. 48/31-3-2021), η προθεσμία δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο επιπλέον τριάντα (30) ημερών κατά τα ορισθέντα στο τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74, ενώ στην περίπτωση που εφαρμόζεται και (ή μόνο) το άρθρο 83 ν. 4790/2021, ήτοι όταν η λήξη της προθεσμίας προς άσκηση του ενδίκου μέσου επισυμβαίνει μετά την από 31-3-2021 ισχύ του ν. 4790/2021 (άρθρο 124 του νόμου - Φ.Ε.Κ. 48/31-3-2021), η προθεσμία δεν συμπληρώνεται εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες κατά τα ορισθέντα στο τρίτο εδάφιο της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 ν. 4790/2021. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση (λήξη της προθεσμίας προς άσκηση του ενδίκου μετά την από 31-3-2021 ισχύ του ν. 4790/2021) δεν ισχύει η πρόβλεψη των επιπλέον τριάντα (30) ημερών που προβλεπόταν από το άρθρο 74 παρ. 1 εδάφιο τρίτο ν. 4690/2020, αλλά μόνο εκείνη των δέκα (10) ημερών που ορίστηκε από τη νεώτερη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 1 περ.

α' εδάφιο τρίτο ν. 4790/2021, δεδομένου ότι η σχετική πρόβλεψη αποτελεί ούτως ή άλλως εξαιρετικό δίκαιο και επομένως η χρονική ισχύς της οριοθετείται από τη μεταγενέστερη διάταξη του νομοθέτη που σταθμίζοντας τις επικρατούσες τότε συνθήκες ρύθμισε διαφορετικά το ζήτημα.

Τέλος, η τριακονθήμερη προθεσμία που προβλέπεται από το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 ν. 4690/2020 εφαρμόζεται όταν το εναπομείναν υπόλοιπο της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου μετά την λήξη της αναστολής στις 31-5-2020 είναι μικρότερο των τριάντα ημερών και όχι όταν το υπόλοιπο της προθεσμίας υπερβαίνει τις τριάντα ημέρες. Αυτό συμβαίνει διότι με την εξαιρετική ρύθμιση που εισήγαγε το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 ν. 4690/2020 δεν επιδιώκεται επιμήκυνση της διάρκειας της αναστολής επί τριάντα ημέρες, αλλά απλά η αποφυγή αιφνιδιασμού των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας απρόσκοπτης προσέλευσης στις γραμματείες των δικαστηρίων στο διάστημα αμέσως μετά την άρση της αναστολής (αντίστοιχα ισχύουν και για την προθεσμία των δέκα ημερών που προβλέπεται στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 ν. 4790/2021, όπου αυτό τυγχάνει εφαρμογής κατά τα ανωτέρω).

II.Β. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 44/2025, Α.Π. 1383/2021). Με τη διάταξη αυτή εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 44/2025, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται τις αναγκαίες προϋποθέσεις του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 44/2025, Α.Π. 442/2024, Α.Π. 1436/2023, Α.Π. 1181/2022, Α.Π. 1001/2022, Α.Π. 833/2022, Α.Π. 353/2022, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, όπως επίσης και το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 1436/2023, Α.Π. 523/2023, Α.Π. 325/2023, Α.Π. 371/2008), μεταξύ δε αυτών και του ένδικου μέσου της έφεσης (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 1443/2023, Α.Π. 1136/2023, Α.Π. 660/2023), των πρόσθετων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντίθετα, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

II.Γ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της 3965/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, ήτοι κατά παράβαση των άρθρων 74 ν. 4690/2020 και 49 ν. 4963/2022 που εισάγουν αναστολή των προθεσμιών, κήρυξε απαράδεκτη την έφεσή της θεωρώντας την εκπρόθεσμη.

Εν προκειμένω, η δημοσίευση της πρωτόδικης και μη επιδοθείσας 3144/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών χώρησε στις 15-5-2018. Από την επομένη (16-5-2018) άρχισε η διαδρομή της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και διακόπηκε στις 13-3-2020 (άρθρα 74 παρ. 1 εδάφιο α' ν. 4690/2020, 49 παρ. 1 ν. 4963/2022). Μέχρι την 12η Μαρτίου 2020 ο διαδραμών χρόνος της προθεσμίας ήταν ένα έτος, εννέα μήνες και εικοσιπέντε ημέρες. Λαμβανομένου υπόψη ότι η λήξη της διετούς προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.ΠολΔ. θα ήταν στις 16-5-2020 (άρθρο 145 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εάν δεν μεσολαβούσε η αναστολή, που έληγε την 31-5-2020, ο χρόνος αναστολής, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 ν. 4690/2020, παρατάθηκε κατά τριάντα (30) ημέρες από την 31-5-2020, ήτοι έως την 30-6-2020.

Επομένως η έφεση της αναιρεσείουσας, που ασκήθηκε με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 25-6-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική ...-2020 έκθεση κατάθεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανωτέρω στην υπό στοιχεία II.Α. μείζονα σκέψη, και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3965/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε την από 12-6-2020 έφεση της αναιρεσείουσας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τούτο, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), παρέλκει δε ενόψει αυτών η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης, που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3965/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ