2004/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2004/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 658/2006, 183/2014).
Full text
Απόφαση 2004 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2004/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίου δικηγόρου Βάϊας Ελισάβετ Λάμπρου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1. … και 14. … … , που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου-Χαράλαμπου Καλαματιανού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1015/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5226/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8.5.2018 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 4608/404/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5226/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 658/2006, 183/2014).
Εξάλλου ναι μεν η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 529/2009, 351/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του ν. 4387/2016 ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων εντάχθηκε, από 1η.1.2017, στον συσταθέντα με το ίδιο άρθρο Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) μόνο κατά το μέρος που αποτελεί φορέα κύριας ασφάλισης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 53 παρ. 1 εδαφ. Ε' του ίδιου νόμου, ενώ διατηρεί αυτοτελή νομική προσωπικότητα κατά το μέρος που ασκεί μη ασφαλιστικές αρμοδιότητες (ΣτΕ 2660/2019) στο δε άρθρο 1 του ν. 4520/2018, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 66 αυτού, άρχισε από την ημερομηνία της δημοσίευσής του, ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μετονομάζεται σε Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ο.Π.Ε.Κ.Α.) και συνιστά ενιαίο φορέα υλοποίησης πολιτικών που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης του ν. 4387/2016. 2.
Ο Ο.Π.Ε.Κ.Α. είναι Ν.Π.Δ.Δ., τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. 3. Ο Ο.Π.Ε.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος του Ο.Γ.Α. ως προς το σύνολο των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή παρά το νόμο δέχθηκε ότι ο ΕΦΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου ΟΓΑ, νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση αγωγή, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το νόμο και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 51 και 53 του ν. 4387/2016 θα έπρεπε να δεχθεί, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι ο οιονεί καθολικός διάδοχος και παθητικά νομιμοποιούμενος, ήταν ο μη μετέχων στη δίκη ΟΠΕΚΑ και να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη.
Ο λόγος αυτός, που στηρίζεται στην απλουστευτική ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 4520/2018 ότι για κάθε απαίτηση που δεν γεννάται από την δραστηριότητα του ΕΦΚΑ ως ασφαλιστικού φορέα, δεν αφορά δηλαδή στην ικανοποίηση ασφαλιστικού δικαιώματος, νομιμοποιούμενος είναι ο ΟΠΕΚΑ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται ότι προτάθηκε η σχετική ένσταση στο Εφετείο, αλλά αντιθέτως προτείνεται ως επιχείρημα η φερόμενη ως παράλειψη του δικαστηρίου να ερευνήσει την προϋπόθεση της νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος αυτεπαγγέλτως.
Σημειωτέον δε ότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση των εναγόντων και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αγωγή τους είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, έγινε δε αυτή μερικώς δεκτή και επιδικάστηκαν στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, προκύπτει ότι αιτία της διαφοράς ήταν η σχέση εργασίας που συνέδεσε τους αναιρεσιβλήτους με τον τότε ΟΓΑ για υπηρεσίες που παρείχαν σε τμήματα που εξυπηρετούσαν την ασφαλιστική και όχι την προνοιακή δραστηριότητα του εν λόγω Οργανισμού, επομένως και παραδεκτώς προβαλλόμενη η ανωτέρω ένσταση θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση.
Προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του.
Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αυξήσεως του παθητικού της ή μειώσεως του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994).
Eφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εκτός αν η διατήρησή της δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.
Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, λόγω της φύσης τους όπως στις αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες, ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ (ΟλΑΠ 1773/1981).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Παγίως δε γίνεται δεκτό ότι τα δικαστήρια δεν δεσμεύονται ούτε από το νόμο για τον ορθό χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας που συνάπτεται με το Δημόσιο ή τα ν.π. του ευρύτερου δημόσιου τομέα κάτω από άλλη μορφή, με σκοπό να παρακαμφθεί η αυστηρότητα της νομοθεσίας περί προσλήψεων σε αυτά (ΟλΑΠ 18/2006), η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής. Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εργαζόμενος παρέχει στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του.
Πρόκειται, τότε για απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης.
Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 742), 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.
Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.
Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί η ωφέλεια την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977), Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.
Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν καταργηθεί με το άρθρο 1 ν. 3812/2009, εξαιρούνταν από τη διαδικασία πρόσληψης του ως άνω νόμου "το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 ν. 3232/2004, όπως αντικαταστάθηκε με της διάταξη του άρθρου 13 ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.
ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.
προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα υποχρεούνται, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και, κυρίως, χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών (ΟλΑΠ 7/2006) με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 1/2016).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νομικής βασιμότητας της αγωγής καθώς και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017, 130/2016).
Στην προκείμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν υπό τους όρους, τις συνθήκες και κατά τα χρονικά διαστήματα που αναφέρουν στην αγωγή τους (όλα μετά τη θέση σε ισχύ του π.δ. 164/2004), όχι για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, δεδομένου ότι το μεγάλο διάστημα της απασχόλησής τους, δεν δικαιολογούσε το σκοπό αυτό, αλλά ότι κάλυπταν τις ανάγκες που προέκυπταν από την έλλειψη προσωπικού του ΟΓΑ, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το αναιρεσείον, και ότι προέχων σκοπός των επιδίκων συμβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους αναιρεσίβλητους και όχι η επαγγελματική εκπαίδευσή τους.
Επομένως, εφόσον η παροχή της εργασίας τους γινόταν δυνάμει απλής σχέσης εργασίας και όχι σε εκτέλεση έγκυρης σύμβασης, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3, 5, 6, 7 του πδ 164/2004 και 21 ν. 2190/1994, οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνταν να λάβουν τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, τις οποίες το αναιρεσείον θα κατέβαλλε σε άλλους μισθωτούς, απασχολούμενους από αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες, χωρίς να συνυπολογίζονται πρόσθετες αμοιβές που συνδέονται με την προσωπική κατάσταση του μισθωτού σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, απευθείας εκ του νόμου, τα επιδόματα δώρων εορτών και αδείας.
Έτσι που έκρινε το εφετείο ορθώς αξιολόγησε τα πραγματικά περιστατικά και δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648 και 904 ΑΚ (καθώς και αυτές των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του αν 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά συνιστούν χαρακτηριστικά σχέσης εξαρτημένης εργασίας και όχι σύμβασης μαθητείας, αφού σε αυτά εξαίρεται η έννοια της εξάρτησης, δηλαδή της υποχρέωσης παροχής της εργασίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης, υπό την επίβλεψη και τις οδηγίες του, ενώ τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στους αναιρεσιβλήτους συνιστούσαν εργασία που απαιτούσε ελάχιστο χρόνο εκπαίδευσης, με συνέπεια η διάρκεια τόσο της αρχικής σύμβασης μαθητείας, όσο και αυτής που ακολούθησε, να μην δικαιολογούν τον εκπαιδευτικό σκοπό των συμβάσεων.
Κατ' αποτέλεσμα το αναιρεσείον που καρπώθηκε την εργασία τους σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης εργασίας, οφείλει να αποδώσει τον πλουτισμό του στους αναιρεσίβλητους και να τους καταβάλει τα εκ του νόμου οφειλόμενα επιδόματα. Ο πλουτισμός αυτός είναι πραγματικός και δεν αίρεται από τη διαπίστωση ότι το αναιρεσείον δεν είχε εκ του νόμου τη δυνατότητα να προσλάβει εγκύρως άλλο προσωπικό (ΟλΑΠ 4/2021).
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για παραβίαση των προεκτεθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559, αριθμ. 1), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 4169/1961 "Περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων" ορίζεται ότι: "Ο ΟΓΑ απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού και κοινοτικού ή υπέρ τρίτου φόρου, αμέσου ή εμμέσου, ...
και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον". Στη δε παράγραφο 4 του άρθρου 29 του ν. 3232/2004 ορίζεται ότι: "Η έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 4169/1961 είναι ότι ο ΟΓΑ απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων, ως εάν να είναι το ίδιο το Δημόσιο".
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 της προαναφερθείσας Γ1α/440/1991 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζονται τα εξής: "1. Αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του Ν. 1892/90 ορίζεται ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), που ενεργεί ως εντολοδόχος του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2.
Για την άσκηση της αρμοδιότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής και, συμπληρωματικώς, για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται απ' αυτή, οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.). ...".
Συνεπώς, στον ΟΓΑ εφαρμόζονται τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου, όπως οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2362/1995 για την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (ΟλΑΠ 1,2/2014) και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 που προβλέπει ότι η απαίτηση οποιωνδήποτε επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 91 ΚΔΛ, που ορίζει ότι η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκαν, γιατί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 εφαρμόζεται ως ειδικότερη (ΑΕΔ 1,2/2012, ΟλΑΠ 29/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσής του, το αναιρεσείον αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν εφάρμοσε την διάταξη περί παραγραφής από το χρόνο που γεννήθηκε κάθε αντίστοιχη αξίωση, με αποτέλεσμα να γίνουν δεκτές οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων που γεννήθηκαν από 1.1.2006 έως 11.6.2006, αν και η αγωγή τους επιδόθηκε στον δικαιοπάροχό του μόλις την 11.6.2008, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι η παραγραφή των απαιτήσεών τους είχε ως αφετηρία το τέλος του αντίστοιχου έτους (2006) και απέρριψε τη σχετική ένσταση, την οποία νομοτύπως είχε υποβάλει.
Ο λόγος αυτός αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι αντί των ανωτέρω διατάξεων εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 3 του νδ 496/1974 περί λογιστικού των νπδδ, που όμως δεν έχει εφαρμογή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, σύμφωνα με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή για τις αξιώσεις των εναγόντων από την εργασιακή τους σχέση με τον ΟΓΑ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 11.6.2006, χωρίς να ερευνηθεί εάν αυτές έχουν υποπέσει ή όχι σε παραγραφή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 άρθρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 5226/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ