2004/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2004 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 2004 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2004/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Θ. και 2) Δ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 53/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 15-3-2011 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, με άλλες αυτοτελείς αιτήσεις φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 78/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την πληττόμενη 78/2016 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων α) την από 20-10-2010 αίτηση του αναιρεσιβλήτου και β) την από 15-3-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ... ακινήτου των αναιρεσειόντων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση και με την εν λόγω απαλλοτριωμένη ιδιοκτησία που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: [Με την 1009491/642/0010/11-2-2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε στα ΦΕΚ... κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την κατασκευή του αυτοκινητόδρομου Πάτρα - Πύργος - Τσακώνα και ειδικότερα του τμήματος... συνολικής έκτασης 560.838 τ.μ. Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αμαλιάδας του Νομού Ηλείας... Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και σε βάρος του Δημοσίου και των παροδίων ιδιοκτητών. Για την επίδικη απαλλοτρίωση συντάχθηκαν οι από 24-11-2008 και 9-9-2009 εκθέσεις του Σ.Ο.Ε., καθώς και οι .../5-1-2015 εκτίμησης των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ. Κ. και Ι. Α. για την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, καθώς και για τον υπολογισμό της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εκτείνονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αμαλιάδας, πλησίον των οικισμών ... και της πόλης της Αμαλιάδος. Πρόκειται για περιοχή εκτός σχεδίου πόλης, με κύρια κατά προορισμό χρήση, τη γεωργική. Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις είναι πεδινές και ιδιαίτερα εύφορες. Δεν αρδεύονται με κάποιο οργανωμένο σύστημα εγγείων βελτιώσεων, πλην εκείνων που βρίσκονται εντός των πρώτων επτακοσίων μέτρων, τα οποία αρδεύονται με κανάλι άρδευσης από τον Πηνειό ποταμό, αλλά και από παρακείμενα ρεύματα, γεωτρήσεις ή πηγάδια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εκτάσεις είναι καλλιεργούμενες, με επικρατούσα καλλιέργεια της πατάτας, των σιτηρών, της φράουλας, των καρπουζιών και κολοκυθιών. Υπάρχουν επίσης αρκετά ελαιοπερίβολα, λίγοι αμπελώνες και αρκετές καλλιέργειες εσπεριδοειδών και σιτηρών. Εξυπηρετούνται από το υφιστάμενο επαρχιακό οδικό δίκτυο και η προσπέλασή τους γίνεται κυρίως από χωματόδρομο, ενώ υπάρχουν και ιδιοκτησίες που εξυπηρετούνται από ασφαλλοστρωμένους δρόμους, καθώς και λίγες ιδιοκτησίες χωρίς οδική προσπέλαση. Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη ούτε χωροθετημένη, εκτός από την πόλη της Αμαλιάδος. ‘ Ετσι, ως εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού περιοχή, έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις. Δεν αποκλείεται, όμως, στο απώτερο μέλλον να υπάρξουν και άλλες χρήσεις, όπως της κατοικίας, καθόσον οι νέοι οδικοί άξονες δημιουργούν νέα δυναμική στις περιοχές που διασχίζουν και βοηθούν στην ανάπτυξή τους. Οικιστικά η περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη έξω από τα όρια των προαναφερόμενων οικισμών, υπάρχουν δε λίγες ανεξάρτητες αγροικίες, κυρίως κοντά στις επαρχιακές οδούς .... Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης ...5-1-2015 των άνω πιστοποιημένων εκτιμητών, η απαλλοτριούμενη έκταση χωρίσθηκε με βάση το ανάγλυφο, τη γεωμορφολογία, τις οδικές υποδομές και πολεοδομικά χαρακτηριστικά σε τέσσερις (4) κατηγορίες και τέσσερις (4) υποκατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται γεωτεμάχια πεδινά καλλιεργήσιμα, με καλλιέργεια κυρίως πατάτας και φράουλας, αρδευόμενα, μεσαίου μεγέθους, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και προσπελάσιμα από δρόμο. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας προσδιορίζεται με βάση την έκθεση σε 3 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 2,52 έως 3,75. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ. 55 + 971 έως χ.θ 58 + 900 (επαρχιακή οδός ...). Στην δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την υπάρχουσα E.Ο., με πρόσωπο είτε στην επαρχιακή οδό ..., είτε στην επαρχιακή οδό Αμαλιάδας - Χαβαρίου, είναι μεσαίου μεγέθους, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας προσδιορίζεται με βάση την ίδια έκθεση σε 5 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης από 3,15 έως 6,56 ευρώ ανά τ.μ. Στην τρίτη κατηγορία υπάγονται γεωτεμάχια μη αρδευόμενα, κατάλληλα κυρίως για καλλιέργεια ελιών και σιτηρών, τα οποία βρίσκονται στη χ.θ 58 + 900 έως χ.θ 63 + 000 του επαρχιακού δρόμου Αμαλιάδας - ..., χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται αρδευόμενο με βάση την ίδια έκθεση είναι 3 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης από 1,30 έως 2,25 ευρώ ανά τ.μ. Στην τέταρτη κατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση από την υπάρχουσα Ε.Ο., με πρόσωπο στις επαρχιακές οδούς Αμαλιάδας - Τσιχλαίικων και Αμαλιάδας - Τσαφλάικων. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται, με βάση την άνω έκθεση, πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σε 5 ευρώ το τ.μ., με εύρος διακύμανσης της τιμής μονάδος από 3,15 έως 3,75 ευρώ ανά τ.μ. Στην πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια πλησίον του οικισμού Αγ. Ιωάννη Αμαλιάδος χ.θ. 59 + 00 έως χ.θ. 59 + 600 και εκτός αυτού. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, με βάση την ίδια έκθεση, προσδιορίζεται σε 5 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 5,25 έως 6,25 ευρώ ανά τ.μ. Στην δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ 63 + 000 (...) έως και την κοινοτική οδό περί της χ.θ 64 + 700, που οδηγεί στην μονή Φραγκοκκλησιάς Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται πεδινό, καλλιεργήσιμο, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται, με βάση την άνω έκθεση, σε 2,80 ευρώ, με εύρος διακύμανσης τιμών μονάδος από 1,34 έως 2,10 ευρώ ανά τ.μ. Στην τρίτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια με πρόσωπο επί της επαρχιακής οδού ... χ.θ 63 + 00. Η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο θεωρείται με βάση την άνω έκθεση πεδινό, αρδευόμενο μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σύμφωνα μ’ αυτή, σε 8 ευρώ ανά τ.μ. με εύρος διακύμανσης από 7,60 έως 8,40 ευρώ ανά τ.μ. Στην τέταρτη υποκατηγορία περιλαμβάνονται αγροτεμάχια που βρίσκονται από χ.θ 64 + 700 έως το τέλος της χάραξης. Πρόκειται για αγροτεμάχια, με καλλιέργειες εσπεριδοειδών και σιτηρών κυρίως και η βασική τιμή για το ιδεατό αγροτεμάχιο αυτής της κατηγορίας, το οποίο από την άνω έκθεση θεωρείται πεδινό, αρδευόμενο, μεσαίου μεγέθους, χωρίς δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, ανέρχεται σε 2,60 ευρώ ανά τ.μ., με εύρος διακύμανσης τιμής μονάδος από 1,19 έως 3,09 ανά τ.μ. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, τις άνω εκθέσεις εκτίμησης του ΣΟΕ και την άνω επικαιροποιημένη έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών, το ανάγλυφο και τη γεωμορφολογία της περιοχής, όλα τα συγκριτικά στοιχεία (συμβόλαια αγοραπωλησίας κλπ), που προσκομίζουν οι διάδικοι για τις τιμές των ακινήτων της περιοχής που βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, όλες τις τεχνικές εκθέσεις των ιδιωτών μηχανικών για τα απαλλοτριούμενα που επίσης προσκομίζουν οι διάδικοι, το γεγονός ότι η χώρα διανύει περίοδο παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, λόγω της οικονομικής κρίσης που έχει επηρεάσει την αγορά ακινήτων, με σχεδόν μηδενικές μεταβιβάσεις ακινήτων και συνεχή πτώση των τιμών, από το έτος 2009 έως σήμερα, όπως και στην εκτιμώμενη περιοχή, κρίνει ότι η πραγματική αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επειδή παρήλθε έτος από τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος (30-10-2009), χωρίς να συνυπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση αυτών από την εξαγγελία ή κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή την κατασκευή του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ανέρχεται στα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο, εν μέρει, τις ένδικες αιτήσεις των διαδίκων, καθόρισε την τιμή μονάδας αποζημίωσης του πιο πάνω ΑΚΠ … απαλλοτριωμένου ακινήτου των αναιρεσειόντων στο ποσό των 6 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους, αφού έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και τα λοιπά αναφερόμενα κριτήρια, καθώς και τις δυσμενείς οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που ισχύουν στη χώρα και που είναι κοινά γνωστές. Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και το τέταρτο σκέλος του, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17 παρ. 2 - 5, 18 παρ. 5, 20 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδάφ. 4 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 58/1973, 28 παρ. 1 Συντάγματος), 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 και 1 του π.δ. 24/1985, αφού διέλαβε σε αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, στερώντάς την από νόμιμη βάση, με το να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητο αυτό στο προαναφερόμενο, ιδιαίτερα χαμηλό, ποσό, ενώ η πραγματική αξία του, ως άρτιου και οικοδομήσιμου, κατά παρέκκλιση, ακινήτου, είναι πολλαπλάσια της αξίας των αγροτεμαχίων και, περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται σε ποία κατηγορία ή υποκατηγορία από τις παρατιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση κατηγορίες και υποκατηγορίες συμπεριλαμβάνεται το εν λόγω ακίνητο με βάση τα χαρακτηριστικά του, τα οποία και δεν αναφέρονται (αν έχει δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης, σε ποία χιλιομετρική θέση βρίσκεται, αν είναι μεγάλου, μεσαίου ή μικρού μεγέθους, σε ποία απόσταση βρίσκεται από την εθνική οδό, αν είναι ή όχι πεδινό και αρδευόμενο, με τι καλλιεργείται κ.ά.), όπως επίσης δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που προσκομίστηκαν. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά τα παραπάνω δύο σκέλη του, είναι, προεχόντως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις διατάξεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς διατυπούμενο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, με την επισήμανση ότι ο προσδιορισμός αποζημίωσης που εκτίθεται στη ...5-1-2015 έκθεση των πιστοποιημένων εκτιμητών Δ. Κ. και Ι. Α., κατά την οποία τα απαλλοτριωμένα ακίνητα "χωρίστηκαν" σε τέσσερις κατηγορίες και σε τέσσερις υποκατηγορίες, ναι μεν λήφθηκε υπόψη αλλά δεν υιοθετήθηκε πλήρως από το Εφετείο και, ειδικά, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/ 2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον παρατιθέμενο στη 13η σελίδα του αναιρετηρίου ισχυρισμό τους σχετικά με τον καθορισμό, σε μεγαλύτερο ποσό, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητό τους, επειδή αυτό ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση. Κατ’ αρχάς, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής και, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστά επιχείρημα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των απόψεών τους για τη μεγάλη αξία του ακινήτου τους και, ως εκ τούτου, ο παρών λόγος είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, ο παραπάνω, θεμελιωτικός του λόγου τούτου, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, με την απόφασή του αυτή, ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, όπως θα εκτεθεί ακολούθως στη σκέψη IV της παρούσας, και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 226...14). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης ως προς τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα που παραδεκτά με επίκληση προσκόμισαν, ήτοι α) την από 10-5-2011 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Κ., β) το από Μαΐου 2009 τοπογραφικό διάγραμμά της και γ) το .../1-4-1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Γ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην εφετειακή απόφαση (63ο φύλλο - 1η όψη) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με ρητή μνεία (στο 66ο φύλλο - 1η όψη) σε "όλες τις τεχνικές εκθέσεις των ιδιωτών μηχανικών", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε. Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 96/2015, ΑΠ 59/1999). Εξάλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ακίνητο που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, πρέπει να διαλαμβάνονται σ’ αυτήν, κατ’ άρθρ. 216 παρ. 1 (και 118 εδάφ. 4) ΚΠολΔ, τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία μειώθηκε σημαντικά η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο. Περαιτέρω, στο π.δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ., ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π. δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν) αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι, ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1279/ 2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010). Ωστόσο, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ. 24/1985, σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, που φέρονται ως ιδιοκτήτες του παραπάνω ... ακινήτου, με την ένδικη, από 15-3-2011, αίτησή τους, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις από 15-1-2015 προτάσεις τους, ζήτησαν να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος του εν λόγω ακινήτου τους που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι ως περιστατικά που μειώνουν την αξία του το γεγονός ότι το απομένον τμήμα, ακανόνιστου σχήματος, δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, ενώ το αρχικό ακίνητό τους που προοριζόταν για οικοδόμηση, έχοντας εμβαδόν 3.078 τετραγωνικών μέτρων [από το οποίο απαλλοτριώθηκαν 1.590 (1.557 και 33) τετρ. μέτρα και απέμειναν 1.488 τετρ. μέτρα] και πρόσωπο 87 μέτρων στην επαρχιακή οδό ..., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 εδάφ. β’ περ. γγ. Το Εφετείο απέρριψε, κατά το μέρος τούτο, την αίτησή τους, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και, συγκεκριμένα, με την αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται ότι "...σχετικώς μόνον με τα επικαλούμενα περιστατικά κατά παρέκκλιση αρτιότητας αυτού, η οποία θα προσδιοριστεί με βάση τα λοιπά επικαλούμενα περιστατικά που προκύπτουν από την επισκόπηση - εκτίμηση του δικογράφου... διότι δεν αναφέρονται... όλες οι ειδικότερες προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που πληρούσε πριν την απαλλοτρίωση το ακίνητο και ποίες έπαψε να πληροί μετά την απαλλοτρίωση, στοιχείο απαραίτητο ώστε να ελεγχθεί αν πράγματι υφίστανται ή όχι οι όροι των ισχυουσών πολεοδομικών διατάξεων...". Στη συνέχεια, πάντως, έκρινε ότι το εναπομένον τμήμα της απαλλοτριωμένης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 15% (φύλλο 101ο -1η όψη της προσβαλλόμενης απόφασης), λόγω των συνεπειών που αναφέρονται στο φύλλο 66ο - 2η όψη αυτής και που προκαλούνται από τη μείωση του εμβαδού του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η πιο πάνω αυτοτελής αίτηση των αναιρεσειόντων, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης εδαφικό τμήμα και μόνο κατά το μέρος που ανάγεται στις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας κατά παρέκκλιση του αρχικού, πριν από την απαλλοτρίωση, ακινήτου τους, που, άλλωστε, ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, είναι απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, γιατί δεν περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός της και, ειδικά, δεν μνημονεύεται ότι το αρχικό, απαλλοτριωμένο, ακίνητο είχε βάθος τουλάχιστον σαράντα (40) μέτρων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες οικείες διατάξεις του π.δ/τος της 24/31-5-1985, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι εφαρμόζονται στην επίδικη υπόθεση, όπως αναπτύχθηκε σχετικά στην παρούσα μείζονα σκέψη. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ως αόριστη την αίτηση αυτή, κατά το προεκτιθέμενο επιμέρους κεφάλαιο, για έλλειψη προϋποθέσεων του παραπάνω π.δ/τος, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο και, άρα, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται) δεύτερος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης.
V. Όπως έχει προεκτεθεί, ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του δικαστηρίου για το ουσιαστικά βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, πρέπει το δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 1809/2007).
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β’ και 11 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, κατά τα οποία, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, α) τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για το ότι το εναπομένον, μετά την απαλλοτρίωση, ακανόνιστου σχήματος, εδαφικό τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου τους κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και β) τα προαναφερόμενα (στη σκέψη
ΙΙΙ της παρούσας) δύο έγγραφα της αρχιτέκτονος μηχανικού Α. Κ. για την απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού, καθόσον το Εφετείο, α) αφενός μεν, απέρριψε, ως απαράδεκτο, εξαιτίας της αοριστίας του, τον σχετικό, θεμελιωτικό του λόγου τούτου, ισχυρισμό και β) αφετέρου, δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και, συνακόλουθα, δεν ιδρύονται οι παρόντες λόγοι αναίρεσης, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί. VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 741/1996). Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης που πλήττεται, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 294/ 2015, ΑΠ 1619/2010). Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 70...11). Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και το πέμπτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, η οποία προβλέπει σημαντική υποτίμηση της αξίας του εναπομένοντος προκειμένου να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση αυτού, επειδή δεν δέχθηκε ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα και, συνακόλουθα, το δικό τους, που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, υπέστησαν "σημαντική", όπως απαιτείται, υποτίμηση της αξίας τους, ενώ η απόφασή του διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ έκρινε, αρχικά, ότι η αίτησή τους ήταν αόριστη ως προς τον καθορισμό της ιδιαίτερης, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης, στη συνέχεια, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση. Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι, 1) ως προς το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες δεν διευκρινίζουν ποίο είναι το όφελος που προσδοκούν από την εξαφάνιση της πληττόμενης απόφασης, η οποία δέχθηκε, τελικά, ότι το τμήμα του ακινήτου τους που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση υπέστη μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 15%, αφού, σε περίπτωση που η μείωση αυτή δεν είναι "σημαντική", η αίτησή τους θα απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν ως προς το αίτημά της αυτό και 2) ως προς το πέμπτο σκέλος του, διότι, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της συγκεκριμένης διαφοράς και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα ως προς το άρτιο και οικοδομήσιμο ή όχι του απομένοντος, μετά την απαλλοτρίωση, ακινήτου, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα, ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι οι επίμαχες παραδοχές δεν είναι αντιφατικές, γιατί αφορούν διαφορετικά κριτήρια για τον καθορισμό της ιδιαίτερης, κατ’ άρθρ. 13 παρ.4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης, αφού, ναι μεν κρίθηκε η αοριστία της αίτησης, ως προς την επικαλούμενη απώλεια της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, κατά παρέκκλιση, του εναπομένοντος, παράλληλα, όμως, κρίθηκε η μείωση της αξίας αυτού λόγω των συνεπειών που προκλήθηκαν από τη μείωση του εμβαδού του. Σε κάθε περίπτωση, όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν προσδιορίζεται και το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την άσκηση του λόγου τούτου, αν ληφθεί υπόψη ότι καθορίστηκε, εν πάση περιπτώσει, ιδιαίτερη αποζημίωση. VII. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, δεν γίνεται λόγος για καταδίκη των αναιρεσειόντων που νικήθηκαν στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, αφού δεν υπάρχει σχετικό αίτημά του (άρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Ιανουαρίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-1-2017 αίτηση των Α. και Δ. Θ. για αναίρεση της 78/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Και
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ