Legislator Case Law & Legislation
2004/2009 AI generated

2004/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2004/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2004 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2004/2009

Legislator headnote

AI generated
2004/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2004 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2004/2009 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
termination of agricultural lease lack of standing of owner rights of ownership rights of landowner standing of property owner compensation for landowner

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2004 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2004/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα -----

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Κατσιγιάννη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Λιόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών λόγων αρμοδιότητας, 42/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και 41/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-4-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 18-7-2007 αίτηση για αναίρεση της 41/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά τον πρώτο λόγο της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρα 1192 περ. α' και 1198 ΑΚ) πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, προκειμένου περί ακινήτου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού, ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο (ΑΠ 35/2008, 352/2007). Άσκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους (ΑΠ 641/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 983, 1710 ΑΚ συνάγεται ότι η νομή ακινήτου με το θάνατο του κληρονομουμένου μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς να αποκτήσει ο τελευταίος τη φυσική εξουσία επ' αυτού και χωρίς ακόμη την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο κληρονομούμενος είχε τη νομή του ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του (ΑΠ 297/1979). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση, των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: " Ο Ζ ήταν κύριος και νομέας του με αριθμ 740 αγροτεμαχίου, Β' κατηγορίας, εκτάσεως 3.130 τ.μ. στην θέση "...", της περιφέρειας του Δήμου ..., το οποίο συνορεύει από γύρω, βόρεια με το με αριθμ. 743 χέρσο τεμάχιο του Δήμου, βορειοανατολικά, με οικοτροφείο νότια, με ανταλλάξιμο ακίνητο και δυτικά, με το αριθμ. 741 αγροτεμάχιο. Τον χειμώνα του έτους 1945, ο ανωτέρω, κατά την αναχώρηση του από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της ..., για μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης, στην οποία βρισκόταν, τότε, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου πολέμου στην συνέχεια (1941 - 1947), έλαβε από τον αδελφό του και πατέρα των δυο πρώτων εναγομένων, Ξ, 10 λίρες, και σε αντάλλαγμα, πώλησε άτυπα στον τελευταίο, το ανωτέρω ακίνητο, και του παραχώρησε την νομή του. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο Ζ, όντας τότε σε ηλικία 32 ετών και έμπορος, μπορούσε να διαθέσει το ποσό των 10 λιρών με το οποίο αγόρασε άτυπα το ως άνω επίδικο ακίνητο, ενώ, αντίθετα, η οικονομική κατάσταση του Ζ, αδελφού του, ήταν κακή, αφού, λόγω των χρεών του προς το Δημόσιο, εκπλειστηριάσθηκε ένα ακίνητο το στα ... (βλ. α) εκθ. Πλειστηριασμού ακινήτου με αριθμ. ... του συμβολαιογράφου Γρεβενών, Αθανασίου Σούλη) και β) περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως 5675/25-4-1946, του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. .........Μετά την ως άνω παραχώρηση, ο Ξ, νεμήθηκε το ως άνω ακίνητο, μέχρι το έτος 1987, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα το επέβλεπε, έλαβε την με αριθμ. 498/1979 άδεια περιφράξεως της Νομαρχίας ... και το περιέφραξε. Η περίφραξη αυτή, με την πάροδο των ετών και από τους περιοίκους του ακινήτου, υπέστη, κατά καιρούς, διάφορες φθορές, ώστε να έχει την "εικόνα" που παρουσιάζει σήμερα....... Και μόνο το γεγονός, ότι κατά το έτος 1979 για ένα ασήμαντο, τότε, αγροτεμάχιο, προέβη σε έκδοση νόμιμης άδειας στο όνομα του και μόνο και όχι στο όνομα και των αδελφών-συγκληρονόμων τους, ενέργεια, η οποία κόστιζε αρκετά χρήματα τότε, τα οποία κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων του, αφού ήταν δικό του το ακίνητο, δείχνει το ενδιαφέρον του, που θα έδειχνε οποιοσδήποτε επιμελής ιδιοκτήτης, για αποκλειστικά δική του ιδιοκτησία, όχι για λογαριασμό άλλων. Όπως κατέθεσε δε στην ένορκη βεβαίωση του, ο ..., όταν το έτος 1986, ενδιαφέρθη,κε να μισθώσει το πιο πάνω ακίνητο, απευθύνθηκε μόνο, στον Ξ διότι από προηγούμενη εργολαβία, που είχε κάνει με αυτόν, τις, δύο πρώτες των εναγομένων, τον πρώτο των εναγόντων και την ... κατάλαβε ότι κανείς άλλος δεν είχε σχέση με το ακίνητο "...". Έτσι, το έτος 1966 ο Ξ κατέστη κύριος των ανωτέρω ακινήτων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι το νεμήθηκε για χρονικό διάστημα, πέραν της εικοσαετίας (αρθρ. 1045 ΑΚ). Εν συνεχεία δε το έτος 1987, μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο, με "γονική παροχή" στις θυγατέρες του, δύο πρώτες των εναγομένων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, σε καθεμία από αυτές δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσ/κης Άρτεμης Αντωνιάδου - Καστρινού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών, στον τόμο 372, με αυξ. Αριθμ. 2, οι οποίες "συνέχισαν" να το νέμονται, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο μέχρι τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (2003), ήτοι πέραν της 10ετίας. Ειδικότερα το επέβλεπαν απέστειλαν στους ... και ..., την από 15-2-1988 εξώδικο δήλωση, πρόσκληση-διαμαρτυρία, με την οποία τους καλούσαν να απομακρύνουν τα συρματοπλέγματα και τους πασσάλους, που τοποθέτησαν στο ως άνω περιγραφόμενο ακίνητο, το εκμίσθωσαν για ένα (1) έτος, με το από 22-8-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης στους ... και ... και εισέπραξαν από αυτούς, μίσθωμα από 6.000 δραχμές, τον χρόνο και, περαιτέρω, το δήλωσαν ως "ιδιοκτησία" τους, στο εθνικό κτηματολόγιο κατέστησαν δε κυρίες αυτού με παράγωγο τρόπο, αλλά, και, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι τακτική χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε το έτος 1997 (αρθ. 1033, 1509, 1941 ΑΚ). Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι εν τω μεταξύ το έτος 1960, πέθανε στην ... της ... ο Ζ, για τον θάνατο του οποίου, δεν προσκομίζεται σχετική ληξιαρχική πράξη, κατέθεσε, όμως, περί του γεγονότος αυτού, ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων (...) και η κατάθεση του, δεν αναιρείται από άλλο αποδεικτικό μέσο και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου, μεταξύ άλλων, και από τον πρώτο ενάγοντα, γιό του προαποβιώσαντος ... και την μετέπειτα αποβιώσασα, ..., δικαιοπάροχο-μητέρα των δευτέρου και τρίτης των εναγόντων, οι ενάγοντες δε αποδέχθηκαν τις κληρονομιές των ανωτέρω αποβιωσάντων, με την με αριθμ. 705/31-12-2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κων/νου Δέδε, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών (στον τόμο 923 με αυξ. Αριθμ. 36. Όμως, εν όψει της προαναφερθείσας άτυπης παραχώρησης, το ανωτέρω επίδικο ακίνητο, δεν αποτέλεσε (ποτέ) αντικείμενο της κληρονομιάς του Ζ και ως εκ τούτου, ο Ξ, ο οποίος το νεμήθηκε από το έτος 1945 μέχρι το έτος 1987, ήτοι πέραν τις 20ετίας, κατέστη κύριος αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (άρθρ. 1045 ΑΚ), αφού δεν απαιτούνταν να γνωστοποιήσει στους κληρονόμους του Ζ, ότι το νέμεται αποκλειστικά για λογαριασμό του, δεδομένου ότι δεν ήταν κληρονομιαίο, αλλά αποκλειστικά δικό του. Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες αναφέρουν αναληθώς στην αγωγή και στις προτάσεις τους ότι ασκούσαν, στο ανωτέρω ακίνητο ως "κληρονομιαίο", διακατοχικές πράξεις, εκ περιτροπής από όλα τα μέλη της αρχικής πατρικής οικογένειά τους, και από τους ίδιους, διότι αυτοί ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις επ' αυτού". Με τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων-δύο πρώτων εναγομένων, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα των σ' αυτή αναφερομένων συμβολαίων γονικής παροχής με τα οποία μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο στις αναιρεσίβλητες, να αναγνωριστούν αυτοί συγκύριοι αυτού και να υποχρεωθούν οι τελευταίες να τους το αποδώσουν. Κρίνοντας έτσι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα (ένσταση ιδίας κυριότητας), οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής ή όχι των όρων των διατάξεων των άρθρων 1041, 1045 και 974 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, όλοι οι όροι αυτών, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου κατά το επικαλούμενο απ' αυτούς χρονικό διάστημα. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παραβίαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 6/2001, ΑΠ 1114/2002). Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση των εγγράφων τα οποία προσκόμισαν στο Εφετείο οι αναιρεσίβλητες και τα οποία αυτό έλαβε υπόψη του και ειδικότερα την με αριθμό πρωτ. 62/27.01.1999 βεβαίωση του αντιπροέδρου της Κοινότητας ..., την υπ' αριθμ. 4686/31.10.2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, τις υπ' αριθμ. 247/3.11.2003 και 64/18.3.2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Γρεβενών, τις υπ' αριθμ. 2103/1995 και 1563/2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Μητσιομπούνα και του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, την από 17.8.1994 υπεύθυνη δήλωση του ..., την από 17.8.1994 υπεύθυνη δήλωση του ... και την από 31.10.1995 υπεύθυνη δήλωση του Ξ, για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Όμως, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί μη νόμιμης επίκλησης των πιο πάνω εγγράφων που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚπολΔ, είχαν προβάλλει νόμιμα στο Εφετείο, ο λόγος αυτός, προεχόντως, είναι αόριστος. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των από 8-5-2006 προτάσεων (μετά προσθήκης) των αναιρεσειόντων στο Εφετείο κατά τη δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται σ' αυτές.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περ. 1 του π.δ/τος 410/1995 "Δημοτικός και κοινοτικός κώδικας" "ο πρόεδρος της κοινότητας.... 1) εκδίδει πιστοποιητικά προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεως των δημοτών". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της κοινότητας δεν έχει αρμοδιότητα να εκδίδει πιστοποιητικά περί του ότι κάποιο μέλος της κοινότητας είναι ιδιοκτήτης, νομέας και επικαρπωτής κάποιου ακινήτου και, επομένως, πιστοποιητικό με τέτοιο περιεχόμενο δεν αποτελεί απόδειξη περί αυτού (ΑΠ 854/1982). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, μπορούν να συναχθούν από οποιοδήποτε έγγραφο, επομένως από δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνετάγησαν προ ή κατά τη δίκη ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο σε αυτή, γιατί έτσι γίνεται καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 396 επ. ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων (ΑΠ 2/1993, ΑΠ 718/1997). Εξάλλου η ένορκη βεβαίωση κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 2915/2001, προϋποθέσεις, αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Τέλος οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από το παραπάνω άρθρο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά, αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 722/2004). Με το δεύτερο κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την 62/1999 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας ..., στην οποία βεβαιώνεται ότι ο δ/χος των αναιρεσιβλήτων είναι ιδιοκτήτης, νομέας και επικαρπωτής ακινήτου στη ..., τις από 17-8-1994, 17-8-1994 και 31-10-1995 υπεύθυνες δηλώσεις των ..., ... και Ξ αντίστοιχα και την υπ. αρ. 2103/19-9-1995 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμ/φου Θεσσαλονίκης Κων/νου Κωστούλη, επειδή αυτές συνετάγησαν και προσκομίστηκαν ειδικώς για να χρησιμεύσουν στη δίκη αυτή για την απόδειξη της ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί ιδίας αυτών κυριότητας επί του επιδίκου. Ενόψει όμως του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ανωτέρω βεβαίωση και οι δηλώσεις δόθηκαν ειδικώς προς το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, καλώς τούτο εκτίμησε τα πιο πάνω έγγραφα, όπως δέχθηκε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και έτσι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα αποδεικτικά στοιχεία, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1072-3/2005). Στην υπόθεση που κρίνεται από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσεκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του, και την 193/1947 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Λάρισας και απόσπασμα της "Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους" τόμος ΣΤ, σελίς 100. Επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο τμήμα του, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται, είναι αβάσιμος. V. Τέλος ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση της αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004). Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αναίρεσης και κατά το υπόλοιπο τμήμα του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους (αναιρεσειόντων) ότι τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 και ότι ο Ζ ήταν αδύνατο να αναχωρήσει από την Ελλάδα το χειμώνα του 1945, επειδή αυτός είχε καταδικαστεί με την παραπάνω απόφαση και ήταν καταζητούμενος, είχε κατηγορηθεί για συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής, τα οποία είχαν φύγει το προηγούμενο έτος και άρα δεν καταρτίστηκε η άτυπη πώληση του επιδίκου ακινήτου από αυτόν προς τον Ξ, δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων. Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα στοιχεία της βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων, αλλά πραγματικά επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων τους. Επομένως, ο προκείμενος λόγος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος. VI. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2007 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 41/2007 απόφασης του Εφετείου Δυτικής-Μακεδονίας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ