2004/2006 · 2004/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 2004 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2004/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη ΓραμματικούδÎ...
Full Text of the Judgment · 2004/2006
Απόφαση 2004 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2004/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπαλταζάνη.
Της αναιρεσίβλητης: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, την υπόθεση την χειρίζεται συνάδελφος του από τον Βόλο, ο οποίος λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν μπορούσε να παρευρεθεί σήμερα στο ακροατήριο.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/1998 μη οριστική, 227/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 484/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 484/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ. ΑΠ 42/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως της γενομένης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία εναπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η δε εσφαλμένη κρίση των πραγματογνωμόνων ή η λήψη ή μη απ' αυτούς υπόψη κρισίμων αποδεικτικών στοιχείων ή το αναιτιολόγητο ή το ελλιπές ή η αντιφατικότητα αυτής (πραγματογνωμοσύνης) δεν συνιστά άκυρη την έκθεσή του, αφού στο Δικαστήριο εναπόκειται να αποδώσει σε αυτή την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις των διαδίκων, την υπ' αριθ. 46/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως επί των προβαλλομένων ισχυρισμών, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και α) τις αεροφωτογραφίες του Βόλου των ετών 1945 και 1960 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, β) τις ειδικές φωτογραφίες σχεδίου πόλεως 1956, γ) την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου και δ) το υπ' αριθ. 4245/1936 συμβόλαιο, το υπ' αριθ. 11493/1947 συμβόλαιο, το υπ' αριθ. 8144/1940, το υπ' αριθ. 6383/70 συμβόλαιο, το υπ' αριθ. 854/88 συμβόλαιο, το υπ' αριθ. 1732/ συμβόλαιο και το υπ' αριθ. 3087/92 συμβόλαιο με τα συνοδεύοντα τα εν λόγω συμβόλαια τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και που αναφέρονται στον 1ο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών. Επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμόν 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την 103/1998 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είναι ελλιπής, ασαφής, αναιτιολόγητη και αντιφατική, καθόσον, κατά τα προδιαληφθέντα, τα στοιχεία, αυτά δεν καθιστούν άκυρη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
ΕΠΕΙΔΗ για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη σύναψη των αντιστοίχων μέσων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια αποδεικτική δύναμη έχει κατά το νόμο το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και που τέτοια διαφορετική από αυτή του νόμου προσέδωσε σ' αυτό το Δικαστήριο.
Εν προκειμένω με το 2ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άνω άρθρο (559 αριθ. 12 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της αναφερομένης σ' αυτόν πραγματογνωμοσύνης του διέταξε το Δ/ριο της ουσίας και ειδικώτερα διότι το Εφετείο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει το ως άνω απαραίτητο κατά νόμο για το ορισμένο αυτού στοιχεία. ΕΠΕΙΔΗ ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνιδρύεται όταν αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων και ότι σε παραμόρφωση.
Εν προκειμένω με το 3ο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άνω άρθρο (559 αρ. 20 ΚΠολΔ) πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου α) υπ' αριθ. 4578/1952 συμβολαίου του συμ/φου Βόλου Χαρ. Βαρσαμή β) της υπ' αριθ. 3327/94 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμ/φου Βόλου Μαίρης Αναγνώστου και γ) του υπ' αρ. 11443/1947 συμβολαίου του συμ/φου Βόλου Γ. Φιλιππίδη, με το να δεχθεί το δ/ριο της ουσίας (Εφετείο) όρια διαφορετικά από τα αναφερόμενα σ' αυτά σχετικά με το επίδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε εκτίμηση του περιεχομένου των άνω εγγράφων. ΕΠΕΙΔΗ ο καταργηθείς λόγος αναιρέσεως εκ του άρ. 10 του άρθρου 559 περ. β ΚΠολΔ "δεν διέταξε αποδείξεις γι αυτό" είναι παραδεκτός και επί αποφάσεων που και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2915/01 (1.1.2002) υπάγονται στο προηγούμενο δικονομικό καθεστώς κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, και το δικαστήριο της ουσίας παρέβη τη νομική του υποχρέωση να εκδώσει απόφαση περί τακτικής αποδείξεως, διότι άλλως θα παραμένει χωρίς κύρωση η παραβίαση. Εξάλλου ο στηριζόμενος στην διάταξη του άρθρου 559 αρθ. 10 λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η πλημμέλεια της οικείας πράξης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης ή στην παράλειψη αυτού να θέσει θέμα απόδειξης για προβληθείσα ένσταση, προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 10 περ. β προ της καταργήσεώς της του ΚΠολΔ, τόσο στην προδικαστική απόφαση 103/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, στην μετέπειτα εκδοθείσα 227/2001 οριστική του απόφαση, όσον και στην προσβαλλομένη απόφαση, η οποία συνίσταται στο ότι, καίτοι πρότεινε η αναιρεσείουσα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής την ένσταση ιδίας κυριότητας κατά της διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, η άνω προδικαστική την έκρινε νόμιμη και η μετέπειτα ως άνω οριστική την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Το δε Εφετείο την απέρριψε ως ουσία βάσιμη, χωρίς και αυτό να διατάξει απόδειξη ενώ μπορούσε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η άνω παράλειψη της διάταξης απόδειξης για την ανωτέρω ένσταση προτάθηκε στο Εφετείο. ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της υπάρξεως ακολουθίας της δικανικής κρίσης, ως προς την εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστευμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω ελλείψεως αιτιολογιών ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συνίσταται δε η αδυναμία ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού νόμου στην αδυναμία διακριβώσεως της συνδρομής του πραγματικού του κανόνα δικαίου, λόγω της μη εκθέσεως πραγματικών περιστατικών που το συγκροτούν ή ανεπαρκούς ή ασαφούς εκθέσεως ή αντιφατικότητας των περιστατικών αυτών και επακολούθως η αδυναμία ελέγχου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επελεύσεως της κατά τη διάταξη του ουσιαστικού νόμου έννομης συνέπειας, η οποία έγινε δεκτή από την απόφαση.
Συνεπώς, για το ορισμένο του λόγου πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν, είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητος του λόγου (Ολ. ΑΠ 32/1996).
Συνεπώς, ο 5ος λόγος αναιρέσεως, κατά το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδιαιτέρως στερείται απόλυτα αιτιολογιών, αλλιώς επαρκών αιτιολογιών, έχει δε και αντιφατικές αιτιολογίες και αναιρετέα κατέστη κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, ποιές οι αιτιολογίες που λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των προκύπτει, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποίο το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά των και ποία η επιρροή που το νομικό ζήτημα για το οποίο η πλημμέλεια, θα είχε στην έκβαση της δίκης.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-11-2004 ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 484/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης. Και,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ