Legislator Case Law & Legislation
2003/2025 AI generated

2003/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2003/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Legislator headnote

AI generated

2003/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Keywords

AI generated
instalment payment agreement cancellation of securities satisfaction of claim reassignment of claim loan write-off cessation of insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2003 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2003/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ANΩNYMH ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" τον διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα, (όπως μετονομάστηκε η "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTlONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με τίτλο "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PlRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2) Ξ. Λ. του Γ., κατοίκου ομοίως, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κοινοποιούμενη η αναίρεση στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3314/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 28-06-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη και διά των από 28-03-2025 προτάσεών του, δήλωσε ότι: "Η από 28-06-2022 αναίρεση στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3314/12-5-2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης - Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών (κατ' έφεση δικάσαν), όπως διορθώνεται παραδεκτά ο εκ προφανούς παραδρομής αναγραφόμενος στο αναιρετήριο αριθμός 3341/2021 της προσβαλλόμενης απόφασης".

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 1329/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικο του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1028/2022, 368/2019).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ.2 ΚΠολΔ - ΑΠ 985/2023, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 467/2021), καθώς και αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη, δυνάμει νόμου, αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 302/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του Ν 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Η κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση που παρέχεται με την παραπάνω διάταξη στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ισχύει και στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 (Ολ ΑΠ 1/2023, ΑΠ 105/2025, ΑΠ 1292/2024 ΑΠ 302/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3314/2021 απόφασης του δικάσαντος [ως Εφετείο] Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της υπόθεσης.

Η Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, ως ειδική διάδοχος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD', [όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία 'MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD MARFIN', η οποία είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ] στην οποία δυνάμει της από 26.3.2013 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, μεταβιβάστηκαν στοιχεία του παθητικού και του ενεργητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος της δευτέρας στην Ελλάδα [μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δικαιώματα της CYPRUS POPULAR BANK από την με αριθμό ....2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου [χωρίς εμπράγματη ασφάλεια] που είχε καταρτίσει η 'MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ' με την ετερρόρυθμη εταιρεία με την επωνυμία 'ΠΑΣΠΑΛΑ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΣΙΑ EE', την τήρησαν των όρων της οποίας εγγυήθηκαν εγγράφως οι εταίροι αυτής Κ.

Π. και Ξ. Λ., ήδη αναιρεσίβλητες], προέβη στην έκδοση της με αριθμό .../2018 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, για την απορρέουσα από την ανωτέρω καταγγελθείσα στις 19.10.2018 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία υποχρεώθηκαν η οφειλέτρια δανείστρια και οι εγγυήτριες της σύμβασης ήδη αναιρεσίβλητες να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη το ποσό των 16.874,90 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας, υπολογιζόμενων με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξόδων από 20.11.2018.

Οι ανωτέρω καθών η αίτηση εγγυήτριες της σύμβασης και ήδη αναιρεσίβλητες, κατέθεσαν κατά της Τράπεζας Πειραιώς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την με ειδικό αριθμό κατάθεσης 550/31.12.2018 ανακοπή , αιτούμενες την ακύρωση της ως άνω με αριθμό .../2018 διαταγής πληρωμής και την ακύρωση της από 6.12.2018 επιταγής προς πληρωμή, που συντάχθηκε παρά πόδας αυτής [διαταγής πληρωμής].

Επί των σωρευόμενων αυτών ανακοπών των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ εκδόθηκε η με αριθμό 187/30.5.2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε αυτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και ειδικότερα τον λόγο ανακοπής περί παράνομης μετακύλισης της εισφοράς του Ν. 128/75 και ακύρωσε την εν λόγω διαταγή πληρωμής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η καθής οι ανακοπές Τράπεζα Πειραιώς άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με ειδικό αριθμό κατάθεσης 11648/16.7.2019 έφεση. Στο εν λόγω δικαστήριο η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 'INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ' και τον διακριτικό τίτλο 'INTRUM HELLAS ΑΕΔ.Α.Δ.Π' άσκησε την με αριθμό κατάθεσης 7875/6528/2020 αυτοτελή παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ενεργώντας ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδοχος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού της εδρεύουσας στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας εταιρείας με την επωνυμία 'PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY CPMPAN, η οποία κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ', κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία, επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3156/2003, δυνάμει της από ....2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, που νομίμως δημοσιεύτηκε σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου ....2019 στον τόμο 10 και α/α 271 στα τηρούμενα του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών Βιβλία του ν 2844/2000.

Επί της ως άνω έφεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συζητήθηκαν ερήμην της εκκαλούσας Τράπεζας Πειραιώς και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 3341/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

Επί της ανωτέρω απόφασης, η οποία κατέστη τελεσίδικη και ως προς την ερήμην δικασθείσα εκκαλούσα, μετά την επίδοση αυτής και την μη άσκηση κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, [σύμφωνα με την με αριθμό ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Π. και το με αριθμό πρωτοκόλλου 22376/21.6.2022 πιστοποιητικό μη άσκησης ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης], η ηττηθείσα αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά των εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων Κ.

Π. και Ξ. Λ., κοινοποιηθείσα και στην υπέρ ής η παρέμβαση ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1028/2022, ΑΠ 368/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Π. που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναγκαία ομόδικο αυτής τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τράπεζα Πειραιώς ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 15-1-2024, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η ανωτέρω όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο. Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον αυτή, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, και ενόψει του ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο μετ' αναβολή πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή της θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη αναιρεσείουσα, αναγκαία ομόδικο της [ΑΠ 756/2024], λόγω της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης που η τελευταία, με την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια απαιτήσεων, άσκησε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ενώπιον του Εφετείου.

3. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύφους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης.

Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα"1 στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλισή της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλισή της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλισή της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτερου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλισή της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη r 4ζΙ σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 695/2023, 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α ' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 143/2024, ΑΠ 695/2023, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ. Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ. 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 45/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείβλητες, με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, ζήτησαν την ακύρωση της .../2018 διαταγής πληρωμής, του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυριζόμενοι ότι η εισφορά του Ν. 128/1975, μη νομίμως μετακυλίστηκε σ'αυτούς, παρανόμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με τα αναφερόμενα στον ως άνω λόγο ποσά.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ως άνω λόγο τα ακόλουθα:' Με την με αριθμό ....2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, στην οποία εγγυήθηκαν οι ανακόπτουσες...χορηγήθηκε στη δανειζόμενη εταιρεία δάνειο ποσού 20000 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης.

Το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και ίσο με το επιτόκιο χορηγήσεων μικρών επιχειρήσεων, το οποίο ανερχόταν κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης στο 5,75%, πλέον περιθωρίου τράπεζας και πλέον της εισφοράς του Ν 128/1975 [0,60%] ... Από τον συνδυασμό της σύμβασης με τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, που τέθηκαν υπόψη της δικαστή [που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής] προκύπτει επιβάρυνση της πιστούχου και των εγγυητών ανακοπτουσών με την εισφορά του ν 128/1975.·Από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων, που προσκομίστηκαν για την απόδειξη της απαίτησης από την επίδικη σύμβαση, προκύπτει ότι η καθής κεφαλοποιούσε την εισφορά του ν 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και ανατόκιζε τα ποσά αυτής, αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους [ανατοκισμός] περιέχοντας και ποσά εισφοράς του 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορές ...

ο εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς του ν. 128/1975 είναι παράνομος... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ο δεύτερος λόγος ανακοπής κρίθηκε βάσιμος, και ακολούθως το δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, απέρριψε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

'Ετσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 128/1975, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η κατά τον ανωτέρω νόμο μετακύλιση της εισφοράς στους δανειολήπτες επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος βασικού επιτοκίου και συνεπώς νομίμως ανατοκιζόταν και κεφαλαιοποιείτο μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελούσε μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ο σχετικός δε όρος της επίδικης σύμβασης δανείου, ελεγχόμενος μόνον από άποψη διαφάνειας, κρίνεται έγκυρος και διαφανής, ενόψει του ότι στη σύμβαση, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, έγινε ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 Ν. 128/1975, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί δε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στην καταθέσασα αυτό και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που έχει υποβάλει προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3314/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλο δικαστή, από αυτόν που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ