2003/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2003/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2003 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2003/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Μ.Α.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αντώνιο Τσαβδαρίδη και Εμμανουέλα Παπαδοχατζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-2-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3825/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4169/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-7-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 στοιχ. γ και δ` του ν. 2668/1998, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (από 7-3-2012 ισχύει ο ν. 4053/2012), ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών, έναντι ανταλλάγματος (προμήθειας).
Ως ταχυδρομικές υπηρεσίες νοούνται τόσο βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, δηλαδή η περισυλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων, όσο και εκείνες οι υπηρεσίες που έχουν σχέση, κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων.
Ο ταχυδρομικός, δηλαδή, πράκτορας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας πράξεις εμπορικές (άρθρ. 2 του από 2/14.5.1835 β.δ/τος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων") που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή, με δικαίωμα να ιδρύει εκεί γραφείο και να το στελεχώνει με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος, χωρίς ανάμειξη ή ευθύνη της ταχυδρομικής επιχείρησης, με την οποία συνδέεται κατά τα λοιπά με σχέση εμπορικής παραγγελίας (άρθρ. 90 ΕμπΝ) και κατ` επέκταση εντολής, όταν ενεργεί μεν για λογαριασμό της, αλλά στο δικό του όνομα.
Εφαρμοστέες έτσι στις μεταξύ τους σχέσεις είναι οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες παραπέμπει και το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Οι ίδιες ωστόσο διατάξεις εφαρμόζονται και όταν ο ταχυδρομικός πράκτορας δεν ενεργεί απλώς για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα της ταχυδρομικής επιχείρησης, όπως συνήθως συμβαίνει, αφού και πάλι η σχέση εντολής αποτελεί τη βάση της συνεργασίας τους (ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1121/2010, ΑΠ 1041/2010).
Δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών πρακτόρων να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4 Σ., 288 ΑΚ), ενδείκνυται και πριν από το ν. 3577/2007, με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 4 του οποίου ορίστηκε ότι εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών και αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις πρακτορείας και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.
Επομένως, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται και στις συμβάσεις πρακτορείας όταν εμφανίζουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως αναλύονται παραπάνω, σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Σ.
άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 13/2015). Το άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος, όπως η ανωτέρω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 π.δ. 312/1995" προβλέπει: "Για εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβαση του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτό τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα".
Μάλιστα, το Δ.Ε.Κ, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας, έχει δεχτεί ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όταν έχει αναλάβει ένα γεωγραφικό τομέα, έχει δικαίωμα προμήθειας για τις συναπτόμενες με τους πελάτες που ανήκουν στον τομέα αυτό δικαιοπραξίες, ακόμη κι αν καταρτίστηκαν χωρίς την παρέμβασή του (απόφαση της 12.12.1996, C-104/1995 Κ.
κατά ... Α.Ε.). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1γ` του π.δ 219/1991 καθίδρυση δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου προς λήψη προμήθειας για εμπορικές πράξεις που έχουν συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και χωρίς την παρέμβασή του, αρκεί αυτές να έχουν συναφθεί με πελάτη που ανήκει στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αυτός είναι αρμόδιος ή με πελάτη που ανήκει σε μία καθορισμένη ομάδα προσώπων για την οποία είναι αρμόδιος, χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και ρήτρας αποκλειστικότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, για το γεωγραφικό τομέα ή για την καθορισμένη ομάδα προσώπων.
Τέτοια προϋπόθεση (αποκλειστικότητας) δεν έθεσε ο Έλληνας νομοθέτης κατά τη μεταφορά της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στην Ελληνική έννομη τάξη, αν και είχε τη δυνατότητα να το πράξει, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 7 της επίμαχης Οδηγίας, όφειλε να ενσωματώσει στο εσωτερικό δίκαιο μία από τις δύο εναλλακτικές λύσεις της Οδηγίας και επέλεξε εκείνη της θέσπισης του εν λόγω δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, με βάση το κριτήριο της ιδιότητάς του ως αρμόδιου απλώς σε καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή σε καθορισμένη ομάδα προσώπων και όχι της ιδιότητάς του ως αποκλειστικού εμπορικού αντιπροσώπου στο γεωγραφικό τομέα ή στην ομάδα προσώπων (ΑΠ 403/2020, ΑΠ 806/2015, ΑΠ 859/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία (αναιρεσίβλητη) έχει ως αντικείμενό της την παραλαβή, συγκέντρωση, συσκευασία, ταξινόμηση, μεταφορά και διακίνηση εγγράφων, μικροδεμάτων και αντικειμένων επείγουσας διαβίβασης (COURIER) στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την προσωρινή αποθήκευση των αντικειμένων αυτών προς τον ως άνω σκοπό, τη διενέργεια απαραίτητων πράξεων στις λιμενικές και αερολιμενικές αρχές και υπηρεσίες προς παραλαβή στο εσωτερικό και αποστολή στο εξωτερικό των μεταφερομένων ως άνω αντικειμένων και κάθε άλλη συναφή πράξη.
H εναγομένη (αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο μεταξύ άλλων την ταχεία μεταφορά εγγράφων, δεμάτων, μικροδεμάτων και λοιπών αντικειμένων, διατηρεί στην Ελλάδα οργανωμένο δίκτυο ταχυμεταφορών που έχει ως αντικείμενο την αποστολή - μεταφορά επιχειρησιακών εγγράφων και δεμάτων από την Ελλάδα στο εξωτερικό και αντίστροφα καθώς και μεταξύ διαφόρων πόλεων της Ελλάδος και για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος δικτύου ταχυμεταφορών της διατηρεί σε διάφορες πόλεις και περιοχές της Ελλάδος ανεξάρτητους πράκτορες.
Την 5/2/2004 οι διάδικοι συνήψαν έγγραφη σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση της πρακτόρευσης των εργασιών της εναγόμενης στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, αποκλειστικά για τις περιοχές των Δήμων Χαλανδρίου και Βριλησσίων και των κοινοτήτων Παλαιάς και Νέας Πεντέλης και δη να προβαίνει εντός της περιοχής ευθύνης της σε εργασίες όπως βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες (περισυλλογή, διαλογή και μεταφορά ταχυδρομικών αντικειμένων), ειδική επείγουσα διαβίβαση αντικειμένων παρακολουθουμένων από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων στη περισυλλογή των ταχυδρομικών αντικειμένων από τους αποστολείς, στην διανομή ήτοι στην διαλογή από επιφορτισμένο με την οργάνωση της διανομής κέντρο καθώς και στην επίδοση των ταχυδρομικών αντικειμένων στους παραλήπτες καθώς και σε εργασίες αντικαταβολής ήτοι σε αποστολή ταχυδρομικών αντικειμένων με είσπραξη της αξίας τους από τον παραλήπτη σύμφωνα με τις εντολές του αποστολέα.
Η εναγομένη ανέλαβε κυρίως την υποχρέωση της καταβολής προμήθειας που υπολογίζεται κατά ποσό στο παράρτημα III της ένδικης σύμβασης. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης ο πράκτορας ασκεί αποκλειστικά τις δραστηριότητες της ... στην περιοχή ευθύνης του, ενώ ως πράκτορας σύμφωνα με τους ορισμούς της σύμβασης ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο δίδεται το δικαίωμα να διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της εταιρίας, να συνάπτει συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό της και να παρέχει τις ταχυδρομικές υπηρεσίες της εταιρίας στους χρήστες των υπηρεσιών.
Εξάλλου στο άρθρο 3 αρ. 10 της σύμβασης ορίσθηκε ότι η επιχείρηση του πράκτορα αναφέρεται στα έντυπα της εταιρίας ως "Σταθμός της ..." ή ως "Σημείο εξυπηρέτησης ...". Ακόμα σύμφωνα με το ίδιο άρθρο της σύμβασης και με αρ. 8 απαγορεύεται στον πράκτορα να διενεργεί ανταγωνιστικές πράξεις προς την ... και τους σκοπούς της γενικά, είτε στο δικό του όνομα, είτε ως μέτοχος ή εταίρος άλλων εταιριών, είτε ως μέλος του ΔΣ ή ως καθ' οιονδήποτε τρόπο ασκών τη διοίκηση ή ως υπάλληλος άλλων εταιριών, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, εκτός αν υπάρχει σχετική έγγραφη εντολή από την ....
Επίσης, με το άρθρο 7 αρ. 1 της σύμβασης ορίσθηκε ότι "Οι συμβαλλόμενοι οφείλουν να μεταχειρίζονται εμπιστευτικά όλες τις γνώσεις που αποκτούν αμοιβαία για τις εμπορικές επιχειρήσεις. Ιδίως ο πράκτορας οφείλει να τηρεί μυστικές τις πληροφορίες που έλαβε από την ... και απόρρητα τα κάθε είδους έγγραφα που αφορούν στην τεχνογνωσία και στις συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς αυτή.
Το ίδιο ισχύει και για όποιες πληροφορίες ή έγγραφα έρχονται σε γνώση του πράκτορα και αφορούν πελάτες της εταιρίας. Η υποχρέωση μυστικότητας εξακολουθεί και μετά τη λήξη της σύμβασης". Τέλος με το άρθρο 10 της σύμβασης ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση λήξης αυτής, ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ασκήσει επιχείρηση συναφή με αυτή της ..., ούτε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ίδιο ή συναφή κλάδο, εντός των ορίων της συμβατικής περιοχής ή σε μία άμεσα συνορεύουσα περιοχή για ένα χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.
Από τους ως άνω συμφωνηθέντες όρους του παραρτήματος I της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, προκύπτει ότι η σύμβαση αυτή που αφορά ανάληψη διαμεσολαβητικών υπηρεσιών από την ενάγουσα κατ' εντολή της εναγομένης, ήτοι ταχυδρομικών υπηρεσιών, και αποτελεί σύμβαση πρακτορείας, ..., συγκεντρώνει in concreto ομοιότητες στις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4§1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα ως προς το ότι η ενάγουσα οφείλει:
α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα της πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα της στη συμβατική περιοχή ευθύνης της, υποκείμενη μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των ταχυδρομικών υπηρεσιών της.
Εξάλλου, οι ομοιότητες αυτές καλύπτουν με την ένταση που ενυπάρχουν και αναπτύσσονται μέσα στη σύμβαση, οποιαδήποτε έλλειψη άλλης ομοιότητας, που δεν απαιτείται να ενυπάρχει, καθιστώντας, έτσι, την ενάγουσα αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εντολέα της, ήτοι της εναγομένης, αφού η εμπορική της δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό της κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για την εντολέα της, δηλαδή αυτή δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής της υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις της, τελεί δε σε πλήρη έλεγχο κατά την εκτέλεση αυτών από την εντολέα της (άρθρα 3 αρ. 5, 7 και 4 αρ. 4, 5, 7).
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή μπορούν να εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, περί εμπορικού αντιπροσώπου, ως αυτό ισχύει, και ιδιαίτερα η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 αυτού περί προμήθειας, .... Εξάλλου στο παράρτημα I της ως άνω μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι άμεσα θα "περάσει" στο κατάστημα του Πράκτορα (ενάγουσας) η διαχείριση των έως τη σύναψη της συμβάσεως εργασιών της εναγομένης εταιρίας στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας.
Περαιτέρω ορίζεται ότι αποτελεί ουσιώδη όρο της συμφωνίας συνεργασίας ότι το κατάστημα του πράκτορα μπορεί και πρέπει να αναπτυχθεί μέχρι το ύψος των 400 αποστολών σε ημερήσια βάση ή μέχρι το ύψος αποστολών που η διεκπεραίωσή τους δεν θα απαιτεί περισσότερους των 15 εργαζομένων σε επίπεδο παραλαβών - παραδόσεων και ότι η υπέρβαση κάποιου εκ των δύο αυτών προηγούμενων μεγεθών δίνει τη δυνατότητα στην εταιρία να αξιώσει από τον Πράκτορα τη δημιουργία δεύτερου καταστήματος εντός της περιοχής.
Επίσης, τέτοια αξίωση της εναγομένης εταιρίας προς τον πράκτορα για δημιουργία καταστημάτων στην περιοχή ευθύνης του δύναται να εγερθεί για τις κωμοπόλεις με πληθυσμό άνω των 2000 κατοίκων, ενώ η μη συμμόρφωση του πράκτορα στη δημιουργία των καταστημάτων αυτών δίνει στην εναγομένη το δικαίωμα επαναπροσδιορισμού των ορίων περιοχής ευθύνης του πράκτορα, χωρίς να αποκλείεται και η κατά συμφωνία υπέρβασή τους.
Επιπρόσθετα στο άρθρο 4 αρ. 1 και 3 της σύμβασης ορίζεται ότι ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος να παραλαμβάνει αποστολές στην περιοχή ευθύνης του προς κάθε προορισμό εσωτερικού ή εξωτερικού που αναφέρεται στους σχετικούς πίνακες της εταιρίας και να παραλαμβάνει από συγκεκριμένο σημείο που θα υποδείξει η εταιρία - μέσα στα όρια της περιοχής ευθύνης του - τις αποστολές, να παραδίδει αμέσως, το αργότερο σε προθεσμία 5 ωρών από την άφιξή τους, τις αποστολές από οποιοδήποτε σημείο και εάν προέρχονται και σε οποιοδήποτε σημείο και αν απευθύνονται εφόσον ανήκουν στα όρια της περιοχής ευθύνης του, εκτός των περιπτώσεων για τις οποίες υπάρχουν από την εταιρία γραπτές οδηγίες σχετικά με το χρόνο παράδοσής τους.
Επίσης, στο άρθρο 6 αρ. 10 του ιδίου παραρτήματος της σύμβασης η εταιρία δεν έχει το δικαίωμα να διορίσει και άλλον πράκτορα ταυτόχρονα στην περιοχή ευθύνης του κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας σύμβασης και στην περίπτωση που οι δραστηριότητες της εταιρίας επεκταθούν και σε άλλους τομείς, η εταιρία οφείλει να απευθυνθεί πρωταρχικά στον πράκτορα για την ανάληψη των νέων δραστηριοτήτων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε κάποιο χρονικό σημείο της συνεργασίας τους, στις αρχές του έτους 2006, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι πραγματοποιούνταν επιστροφές φακέλων και δεμάτων (κυρίως λόγω μη ανεύρεσης των αντίστοιχων παραληπτών) ως προς τους οποίους (φακέλους) αν και αποστολείς ήταν κάτοικοι ή εταιρίες με έδρα την περιοχή ευθύνης της ενάγουσας ταχυδρομικής πράκτορος, οι φάκελοι αυτοί ουδέποτε είχαν διακινηθεί από την ενάγουσα αλλά από την εναγομένη.
Ειδικότερα, η εναγομένη σύμφωνα με τις καρτέλες πελατών της που καταχωρούσε στο ηλεκτρονικά τηρούμενο σύστημα ταχυμεταφορών, φέρεται τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 να παρέλαβε από την εταιρία ... ΑΒΕΕ, η οποία είχε την έδρα της στο Δήμο Βριλησσίων Αττικής (...), 67.000 φακέλους με περιεχόμενο προσκλήσεις με προορισμό περισσότερα μέρη της Ελλάδας, β) από την εταιρία ...
ΑΕ, που εδρεύει στο Χαλάνδρι (...), παρέλαβε τουλάχιστον 137 έγγραφα και μικροδέματα κάτω των δέκα κιλών, κατά το χρονικό διάστημα από 29/2/2004 έως 5/1/2006, γ) από την εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι (...), παρέλαβε τουλάχιστον 19 φακέλους (έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών, κατά το χρονικό διάστημα από 31/10/2004 έως 5/1/2006, δ) από την εταιρεία με την επωνυμία ...
ΑΕΒΕ, η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι (...), παρέλαβε τουλάχιστον 20 φακέλους (έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών δέματα κατά το χρονικό διάστημα από 31/1/2004 έως 31/12/2005, ε) από την εταιρία με την επωνυμία ... ΑΕ, η οποία εδρεύει στη Χαλάνδρι (οδός ...), παρέλαβε τουλάχιστον 24 φακέλους (έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών δέματα κατά το χρονικό διάστημα από 28/2/2004 έως 1/1/2006, στ) από την εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι (...), παρέλαβε τουλάχιστον 114 φακέλους ( έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών δέματα κατά το χρονικό διάστημα από 29/2/2004 έως 19/1/2006, ζ) από την εταιρία με την επωνυμία ..., η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι (...) παρέλαβε τουλάχιστον 36 φακέλους (έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών δέματα, κατά το χρονικό διάστημα από 29/2/2004 έως 31/12/2005, η) από την εταιρία με την επωνυμία ...
ΑΕ, η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι (...) παρέλαβε τουλάχιστον 42 φακέλους (έγγραφα και μικροδέματα) κάτω των δέκα κιλών δέματα κατά το χρονικό διάστημα από 30/6/2004 έως 31/12/2005. Οι παραλαβές αυτές, ως συνομολογείται και ουδόλως αμφισβητείται από τον εναγομένη, έγιναν από τα κεντρικά γραφεία της ιδίας, η οποία προβάλει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι τούτο δεν απαγορεύεται από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και ότι επρόκειτο περί μαζικών παραλαβών, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στο ανατεθέν με τη σύμβαση αντικείμενο συμβατικών εντολών και υποχρεώσεων της ενάγουσας.
Από τους όρους, όμως, της ως άνω συμβάσεως, ως προεκτέθηκαν, οι οποίες είναι σαφείς και δεν καταλείπουν κενό χρήζον ερμηνείας, προκύπτει ότι ο πράκτορας ασκεί αποκλειστικά τις δραστηριότητες της ... στην περιοχή της ευθύνης του, η δε αποκλειστικότητα αυτή δεν ορίστηκε μόνον έναντι άλλων πρακτόρων, δεδομένου ότι η εναγομένη με τη σύμβαση δεν έχει δικαίωμα να διορίσει και άλλον πράκτορα ταυτόχρονα στην περιοχή ευθύνης του κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, αλλά και έναντι της ίδιας της εντολέως - εναγομένης εταιρίας, αφού αυτή υποχρεούται να "περάσει" άμεσα στο κατάστημα του Πράκτορα τη διαχείριση των έως τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης εργασιών της στην περιοχή ευθύνης του πράκτορα, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης, χωρίς να αναγράφεται στη σύμβαση όρος περί εξαιρέσεως της ως άνω ταχυδρομικής υπηρεσίας περί μαζικών παραλαβών.
Εξάλλου, το ανώτατο όριο που τέθηκε στο παράρτημα I της σύμβασης περί ημερησίων αποστολών της ενάγουσας, ως προεκτέθηκε, δεν έχει την έννοια ότι οι πλέον αυτών αποστολές θα αναλαμβάνονται από τα κεντρικά γραφεία της εναγομένης αλλά ότι η ανάπτυξη των εργασιών και του δικτύου πελατών της ενάγουσας πέραν του ορίου αυτού, θα δίνει τη δυνατότητα στην εναγομένη να αξιώσει από την ενάγουσα τη δημιουργία δεύτερου καταστήματος εντός της περιοχής ευθύνης της, χωρίς να αποκλείεται και συμφωνία τους για υπέρβαση των ορίων αυτών, οι οποίες στη πράξη είχαν επεκταθεί περίπου έως τις 1500, με τη σιωπηρή αποδοχή της εναγομένης, η οποία ουδέποτε άσκησε το συμβατικό της δικαίωμα, περί απαίτησης δημιουργίας δεύτερου καταστήματος.
Επίσης, ότι η συμβατική βούληση των μερών ήταν όλες οι εργασίες της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης του πράκτορα να "περάσουν" σε αυτόν, ως αντικείμενο της σύμβασης, προκύπτει και ενισχύεται και από την επίσης συμβατική πρόβλεψη (αρθ. 6 αρ. 10) ότι στη περίπτωση που οι δραστηριότητες της εναγομένης εταιρίας επεκταθούν και σε άλλους τομείς, η εταιρία οφείλει να απευθυνθεί πρωταρχικά στον πράκτορα για την ανάληψη των νέων δραστηριοτήτων.
Αφού, λοιπόν, από τη σαφή διατύπωση των ως άνω όρων της σύμβασης προκύπτει ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για τις παραδόσεις και παραλαβές των δεμάτων εντός της περιοχής ευθύνης της, μη εξαιρουμένων των ενδίκων ταχυμεταφορών, χωρίς να καταλείπεται κενό ή ασάφεια που να χρήζει ερμηνείας, η εναγομένη, κατ' αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 3 του π.δ. 221/1991, οφείλει να της καταβάλει την προμήθεια, που δικαιούται για τις ως άνω εμπορικές πράξεις - παραλαβές, που ανήκουν στην περιοχή ευθύνη της.
Ο ισχυρισμός, εξάλλου, της εναγομένης ότι επρόκειτο για μαζικές παραλαβές, οι οποίες δεν είχαν ανατεθεί στην ενάγουσα με τη σύμβαση, ουδόλως εξάγεται, ούτε από το ότι στο παράρτημα III της σύμβασης υπάρχει ξεχωριστή πρόβλεψη για αμοιβή μαζικών παραδόσεων και όχι μαζικών παραλαβών, καθότι τούτο ουδόλως σημαίνει ότι οι μαζικές παραλαβές είχαν εξαιρεθεί από το συμβατικό αντικείμενο της ενάγουσας, αλλά ότι τα μέρη προέβλεψαν ειδική αμοιβή για τις μαζικές παραδόσεις, οι οποίες αμείβονται με συγκεκριμένο ποσοστό 25%, αφού ουσιαστικά παραδίδονται σε ένα σημείο, ενώ όταν πρόκειται για μαζικές παραλαβές, η αμοιβή αυτών δεν καθορίστηκε ενιαία, καθόσον η διανομή τους γίνεται από το κατάστημα του πράκτορα, όχι σε ένα συγκεκριμένο σημείο μαζικά αλλά προς το εσωτερικό ή εξωτερικό δίκτυο της εναγομένης, ήτοι τα δέματα αυτά παραλαμβάνονται μεν μαζικά, διανέμονται όμως κατά μόνας στους καθ' εκάστο προορισμούς τους και έτσι το ποσοστό αμοιβής της ενάγουσας προσδιορίζεται κατά περίπτωση από το άρθρο 1 κεφ.
Α του παραρτήματος III της σύμβασης "Αποστολές από το κατάστημα του πράκτορα προς το εσωτερικό δίκτυο της ... (α.ι, α.ιι, α.ιιι, α.ν, α.iν, α.ν, α.νi, β.ι, β.ιι, β.ιιι) και προς το εξωτερικό (α.ν.iii)", ανάλογα με το προορισμό αυτών ή την κατηγορία στην οποία ανήκουν. Άλλωστε, εκεί που οι διάδικοι ήθελαν να εξαιρέσουν αντικείμενο εργασιών από τη σύμβαση το έπραξαν σαφώς.
Έτσι, στο άρθρο 4 του παραρτήματος III αναφέρεται: "Από τις υπηρεσίες που παρέχει ο Πράκτορας, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 4 της παρούσας σύμβασης και στο παρόν παράρτημα III, εξαιρούνται οι υπηρεσίες αυθημερόν παράδοσης αποστολών με παραλαβή της αποστολής από την περιοχή ευθύνης και παράδοση εκτός περιοχής ευθύνης και με παραλαβή της αποστολής εκτός περιοχής ευθύνης και παράδοσης εντός της περιοχής ευθύνης".
Η εξαίρεση μάλιστα αυτή έρχεται σε συνέχεια και ως εξειδίκευση του καθορισμού αμοιβής για τις αυθημερόν αποστολές σε ποσοστό 68%, όπου εντός παρενθέσεως έχει τεθεί η διευκρίνιση "εντός περιοχής". Σε κανένα άλλο σημείο της σύμβασης δεν έχει περιληφθεί εξαίρεση άλλων υπηρεσιών, οι οποίες ως προαναφέρθηκε με το άρθρο 2 του παραρτήματος I, "πέρασαν" στο κατάστημα του Πράκτορα, εν συνόλω, και ανατέθηκε σε αυτόν η διαχείριση των έως την υπογραφή της σύμβασης εργασιών της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης του.
Εξάλλου, η ως άνω μοναδική συμβατική εξαίρεση στο αντικείμενο δραστηριοτήτων του Πράκτορα, δεν έχει την έννοια που η εναγομένη με τις προτάσεις της προσδίδει, ήτοι ότι δεν είναι, κατ' ουσίαν, εξαίρεση αλλά επιβεβαίωση ότι ο Πράκτορας δεν μπορούσε να αναλάβει ταχυμεταφορές που είτε η παραλαβή τους είτε η παράδοσή τους ήταν εκτός της περιοχής ευθύνης του, οπότε δεν ηδύνατο να αναλάβει και τις ένδικες, που η παράδοσή τους θα γίνονταν εκτός περιοχής ευθύνης του, καθόσον, αφενός μεν ο ισχυρισμός αυτός προσκρούει στο άρθρο 4 παρ. 1 της μεταξύ τους σύμβασης, όπου ορίζεται ότι: "Ο Πράκτορας είναι υποχρεωμένος: 1.
Να παραλαμβάνει αποστολές στην περιοχή ευθύνης του προς κάθε προορισμό εσωτερικού ή εξωτερικού που αναφέρεται στους σχετικούς πίνακες της εταιρίας", αφετέρου δε, το ως άνω άρθρο 4 του παραρτήματος III της σύμβασης εισάγει εξαίρεση μόνον όσον αφορά τις αυθημερόν παραδόσεις, όταν είτε η παράδοση είτε η παραλαβή του αντικειμένου ήταν εκτός περιοχής ευθύνης του Πράκτορα (όχι γενικά όλων των ταχυμεταφορών που το αντικείμενο παράδοσης ή παραλαβής ήταν εκτός περιοχής ευθύνης του), και τούτο για λόγους που αφορούν την ιδιαιτερότητα των αυθημερόν παραδόσεων.
Περαιτέρω, από τις καρτέλες των ως άνω πελατών της εναγομένης και τα αναφερόμενα σε αυτές τιμολόγια, που ενσωματώνονται στην αγωγή εμφαίνεται ότι οι ως άνω ταχυδρομικές υπηρεσίες τιμολογήθηκαν προς την ... ΑΒΕΕ 1.080.743,37 ευρώ, προς την ... 29.572,84 ευρώ, προς την ... 6.858,94 ευρώ , προς την εταιρία ... ΑΕΒΕ ποσό 10.940,58 ευρώ, προς την εταιρία ...
ΑΕ ποσό 193.616,07 ευρώ, προς την εταιρία ... ΠΟΣΌ 80.438,66 ευρώ, προς την εταιρία ... ποσό 82.928,46 ευρώ, και προς την εταιρία ... ποσό 127.359,32 ευρώ, και συνολικά ποσό 1.598.051,25 ευρώ. Περαιτέρω, όμως, από το υπ' αριθμ. .../10-8-2004 δελτίο αποστολής της εταιρίας ... ΑΕ, σε συνδυασμό με την από 26/7/2004 επιστολή της εταιρίας ... ΑΕΒΕ και την από 28/7/2004 απαντητική επί αυτής επιστολή της εναγομένης, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη παρέλαβε τα δέματα που αφορούν την ως πελάτισσά της εταιρία από την έδρα της εκτυπωτικής εταιρίας ...
ΑΕ, στη Παιανία Αττικής. Επίσης, από το ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό φύλλου ...2005, προκύπτει ότι κατά τον ένδικο ως άνω χρόνο η εταιρία με την επωνυμία ... είχε την έδρα της στο Μαρούσι Αττικής (...).
Συνεπώς, οι παραλαβές των δεμάτων των ως άνω εταιριών έγιναν εκτός περιοχής ευθύνης της ενάγουσας- πράκτορος. Στη συνέχεια, η εναγομένη, όσον αφορά την εταιρία ... ΑΕ, με έδρα το Χαλάνδρι Αττικής, προσκομίζει την από 12/1/2004 επιστολή, με την οποία η εταιρία αυτή εντέλει την εναγομένη όπως παραλαμβάνει το σύνολο των αποστολών της από το κεντρικό της κατάστημα στην Αθήνα, χωρίς όμως να αναφέρεται η διεύθυνση αυτού, ούτε στην επιστολή αλλά ούτε και στη σφραγίδα της εταιρίας και επιπλέον χωρίς να προκύπτει εκ τούτου ότι πράγματι οι ένδικες παραλαβές έγιναν εκτός της έδρας αυτής και περιοχής ευθύνης της ενάγουσας.
Τέλος, για τις λοιπές εταιρίες ... ΑΕΒΕ, ..., και ..., προσκομίζει εκτυπώσεις από το διαδίκτυο ή από το ηλεκτρονικό της πρόγραμμα, από τα οποία έγγραφα εμφαίνεται διεύθυνση αυτών εκτός περιοχής ευθύνης της ενάγουσας, πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν είναι επίσημα δηλωτικά της έδρας των εταιριών αυτών και δεν αποδεικνύουν αν η αναγραφόμενη σε αυτά διεύθυνση αφορά την έδρα ή τη διεύθυνση τυχόν υποκαταστήματος, ούτε τον τόπο που πραγματοποιήθηκαν οι ένδικες παραλαβές κατά τον επίδικο χρόνο.
Κατά συνέπεια οι παραλαβές δεμάτων για ταχυμεταφορές, που η εναγομένη πραγματοποίησε εντός της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας - πράκτορος, αφορούν της εταιρίες ... AE, ... AEBE, ..., ... AE, ..., ..., συνολικού ποσού σύμφωνα με να τα παραπάνω αναφερόμενα 404.355,55 (29.572,84 + 6.858,94 + 10940,58 + 193616,07 + 80438,66 + 82928,46) ευρώ. Επί του ποσού αυτού τιμολογήσεως η ενάγουσα δικαιούται προμήθεια 55%, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.
Α περ. α υποπερίπτωση ι του παραρτήματος III της συμβάσεως και συγκεκριμένα δικαιούται προμήθεια για τις παραλαβές από την εταιρία ... ποσό 16.265,062 ευρώ, από την εταιρία ... ποσό 3.772,417 ευρώ, από την εταιρία ... ΑΕΒΕ ποσό 6.017,319 ευρώ , από την εταιρία ... ποσό 106.488,83 ευρώ, - από την εταιρία ... ποσό 44.241,263 ευρώ και από την εταιρία ...
ποσό 45.610,653 ευρώ, πλην, όμως, για τη τελευταία αυτή εταιρία, η ίδια αιτείται με την αγωγή ποσό 37.686,81 ευρώ (το οποίο και πρέπει να της επιδικασθεί) και συνολικά 214.471,701 ευρώ. Εξάλλου, ως προς το ποσοστό αυτό προμήθειας, η εναγομένη ανταποδεικτικά, πέραν της γενικής αρνήσεώς της, δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο περί υπαγωγής της προμήθειας σε άλλο ποσοστό, σύμφωνα με τη σύμβαση.
Αντίθετα, από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, προέκυψε ότι τα ένδικα δέματα ταχυμεταφορών αφορούσαν χερσαίους προορισμούς έως 10 κιλά. Περαιτέρω, σχετικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν είχε την οργανωτική και λειτουργική υποδομή να ανταπεξέλθει στη διεκπεραίωση των μαζικών αυτών παραλαβών ή ότι με αυτές θα ξεπερνούσε τα μεγέθη των ημερήσιων αποστολών ή του αριθμού των εργαζομένων της, ως είχαν καθοριστεί στο παράρτημα I της σύμβασης, λεκτέο ότι, η εναγομένη επικαλούμενη, αορίστως, ότι η ενάγουσα είχε ήδη υπερέβη τα μεγέθη αυτά ενώ η ίδια καλόπιστα ουδέποτε έκανε χρήση του συμβατικού όρου για άσκηση του δικαιώματος απαίτησης για δημιουργία δεύτερου καταστήματος εντός της περιοχής ευθύνης της, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ένδικη υπόθεση, καθόσον, αφενός μεν, αορίστως προβάλλεται χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένα μεγέθη ημερησίων αποστολών, αφετέρου δε, η δυνατότητα αυτή της εναγομένης ήταν συμβατικό της δικαίωμα που ουδέποτε άσκησε ενώ στη σύμβαση υπήρχε πρόβλεψη και για συμφωνία υπέρβασης των μεγεθών αυτών, τα οποία στη πράξη είχαν ανέλθει υπό την αποδοχή της άλλως ανοχή της και σε 1500 ταχυμεταφορές ημερησίως.
Επιπρόσθετα, δε, σε περίπτωση υπέρβασης των συμβατικά καθοριζομένων ανώτατων μεγεθών ημερήσιων αποστολών, ως εν προκειμένω, η συμβατικά προβλεπόμενη δυνατότητα της εναγομένης ήταν αυτή της απαίτησης από την ενάγουσα να δημιουργήσει δεύτερο κατάστημα στη περιοχή ευθύνης της και όχι να αναλαμβάνει η ίδια τις επιπλέον αποστολές.
Η δε δυνατότητα ή όχι της ενάγουσας να εκτελέσει τις συγκεκριμένες αποστολές, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την ένδικη αξίωσή της για καταβολή προμήθειας, καθόσον, εφ' ης στιγμής οι ταχυμεταφορές αυτές περιέχονταν στο συμβατικό της αντικείμενο και αφορούσαν τη περιοχή ευθύνης της, η προμήθεια αυτή της οφείλεται κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 3 του π.δ. 221/1991, και οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγομένης, μόνον ως περιεχόμενο ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να είχαν προβληθεί.
Τέλος, απορριπτέες τυγχάνουν: α) η ένσταση συμψηφισμού κέδρους και ζημίας, καταρχήν ως αόριστη, καθόσον, η αναφορά και μόνον από την εναγομένη ότι το κόστος εκτέλεσης των ένδικων ταχυμεταφορών ανέρχεται σε ποσοστό 80-90% ενώ το καθαρό κέδρος του Πράκτορα περιορίζεται σε ποσοστό 10%, χωρίς να εξειδικεύει σε τι λειτουργικά έξοδα συνίστανται αυτά τα ποσοστά και πώς προκύπτει το καθαρό κέρδος, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως κατά τρόπο ορισμένο, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις, από τις οποίες άλλωστε, ουδόλως προέκυψε ότι η ενάγουσα για την εκτέλεση των ως άνω παραλαβών θα είχε λειτουργικά έξοδα πλέον των ήδη υπαρχόντων για την εν γένει δομή της επιχείρησής της και ότι θα έπρεπε να προσλάβει και άλλο προσωπικό ή να δώσει επιπλέον αμοιβή στο ήδη απασχολούμενο, β) η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων για προμήθειες για το χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 2006, καθόσον οι αξιώσεις αυτές εμπεριέχονται στην από 24/3/2006 (αριθμ.
καταθ. 58366/3049/2006) αγωγή της ενάγουσας κατά της εναγομένης, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28/3/2006 (βλ. υπ' αριθμ. 4789/2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ. Λ.), απορρίφθηκε, δε, στη συνέχεια, ως αόριστη, με την υπ' αριθμ. 4643/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της επ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 4672/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 25/7/2013 ενώ η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 24/1/2014, με τη κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου αυτής (βλ.
υπ' αριθμ. 11139Δ/24-1-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ.-Φ.), ήτοι εντός εξαμήνου από τη τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης ομοίας αγωγής ως αόριστης, οπότε η παραγραφή των αξιώσεων θεωρείται ότι έχουν διακοπεί με τη προηγούμενη αυτή αγωγή (ΑΚ 263), μη συμπληρωθέντος του χρόνου της αυτής (παραγραφής) μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (ΑΚ 250).
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο επαναφέρει με τις προτάσεις της στο παρόν δικαστήριο ότι η ενάγουσα ταχυδρομική πράκτορας καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά της να αξιώσει την αιτούμενη αποζημίωση για να προσπαθήσει να αποφύγει την εκ μέρους της εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της εκ της συμβάσεως πρακτορείας έναντι της εναγομένης ποσού 190.948,59 ευρώ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να υπαχθούν σε κάποια περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεδομένου και του γεγονότος ότι είναι δικονομικό δικαίωμα της ενάγουσας να ασκήσει την υπό κρίση αξίωση, μόνο δε το γεγονός ότι παράλληλα με την τυχόν αξίωσή της τη βαρύνουν κάποιες υποχρεώσεις, δεν σημαίνει ότι η ύπαρξη των τελευταίων καθιστά, άνευ ετέρου, καταχρηστική την άσκηση της αξιώσεώς της.
Η ενάγουσα, συνεπώς, δικαιούται ως προμήθεια για την ένδικη αιτία το ως άνω ποσό των 214.471,701 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 214.471,701 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 28-3-2006 αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης.
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.
Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 765/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 1092/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο, δεχόμενο ότι : "... η εναγομένη, όσον αφορά την εταιρία ...
ΑΕ, με έδρα το Χαλάνδρι Αττικής, προσκομίζει την από 12/1/2004 επιστολή, με την οποία η εταιρία αυτή εντέλει την εναγομένη όπως παραλαμβάνει το σύνολο των αποστολών της από το κεντρικό της κατάστημα στην Αθήνα, χωρίς όμως να αναφέρεται η διεύθυνση αυτού, ούτε στην επιστολή αλλά ούτε και στη σφραγίδα της εταιρίας και επιπλέον χωρίς να προκύπτει εκ τούτου ότι πράγματι οι ένδικες παραλαβές έγιναν εκτός της έδρας αυτής και περιοχής ευθύνης της ενάγουσας.
Τέλος, για τις λοιπές εταιρίες ... ΑΕΒΕ, ..., και ..., προσκομίζει εκτυπώσεις από το διαδίκτυο ή από το ηλεκτρονικό της πρόγραμμα, από τα οποία έγγραφα εμφαίνεται διεύθυνση αυτών εκτός περιοχής ευθύνης της ενάγουσας, πλην όμως τα έγγραφα αυτά δεν είναι επίσημα δηλωτικά της έδρας των εταιριών αυτών και δεν αποδεικνύουν αν η αναγραφόμενη σε αυτά διεύθυνση αφορά την έδρα ή τη διεύθυνση τυχόν υποκαταστήματος, ούτε τον τόπο που πραγματοποιήθηκαν οι ένδικες παραλαβές κατά τον επίδικο χρόνο.
Κατά συνέπεια οι παραλαβές δεμάτων για ταχυμεταφορές, που η εναγομένη πραγματοποίησε εντός της περιοχής ευθύνης της ενάγουσας - πράκτορος, αφορούν τις εταιρίες ... AE, ... AEBE, ..., ... AE, ..., ..., συνολικού ποσού σύμφωνα με να τα παραπάνω αναφερόμενα 404.355,55 (29.572,84 + 6.858,94 + 10940,58 + 193616,07 + 80438,66 + 82928,46) ευρώ...", επέρριψε σ' αυτήν (ως εναγομένη) το βάρος απόδειξης του τόπου παραλαβής από την περιοχή ευθύνης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ενώ κατά νόμο (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) έφερε αυτό η τελευταία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις, τις οποίες αυτή προσεκόμισε, ως βαρυνόμενη με το σχετικό αποδεικτικό βάρος, δεχόμενη σαφώς ότι η αναιρεσείουσα πραγματοποίησε εντός της περιοχής της αναιρεσίβλητης - πράκτορος παραλαβές για ταχυμεταφορές που αφορούν τις εταιρίες ...
AE, ... AEBE, ..., ... AE, ..., ..., και όχι γιατί δεν αποδείχθηκαν οι αντίθετοι (αρνητικοί) ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβίασης του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ενώ η χρήση της φράσης "κατά συνέπειαν" αναφέρεται στις προηγούμενες της έρευνας των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας παραδοχές της προσβαλλομένης, σύμφωνα με τις οποίες οι επίμαχες παραλαβές πραγματοποιήθηκαν από πελάτες που ανήκαν στο γεωγραφικό τομέα της αναιρεσίβλητης, με αναφορά ειδικότερα στις έδρες των αντίστοιχων εταιρειών.
Επομένως, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αφορούν την απόρριψη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, κατά τους οποίους τόπος παραλαβής των ταχυμεταφορών των εταιριών αυτών ευρίσκονταν εκτός περιοχής ευθύνης της αναιρεσίβλητης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων - καρτελών : 1) με αριθμούς ..., ...
και ... που αφορούν τις συναλλαγές με την εταιρία ... A.E., 2) με αριθμό ... που αφορά τις συναλλαγές με την εταιρία ... Α.Ε., 3) με αριθμούς ..., ... που αφορούν τις συναλλαγές με την εταιρία ...., 4) με αριθμούς ... και ... που αφορούν τις συναλλαγές με την εταιρία ...., 5) με αριθμό ... που αφορά τις συναλλαγές με την εταιρία ..., στις οποίες βάσισε αποκλειστικά το καταληκτικό πόρισμα της εν μέρει αποδοχής της αγωγής, αφού δέχθηκε ως περιεχόμενα σ' αυτά πραγματικά γεγονότα, ότι τόπος παραλαβής των ταχυμεταφορόμενων ήταν η περιοχή ευθύνης της αναιρεσίβλητης, καταδήλως διάφορα από εκείνα που πράγματι διαλαμβάνονται στα έγγραφα - καρτέλες.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο, όχι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των καρτελών, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ` αυτό, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την ερμηνεία, εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου των καρτελών και τη μη συναγωγή του ορθού, κατ` αυτήν, αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με τον τόπο παραλαβής των ταχυμεταφερόμενων.
Η αποδιδόμενη, εσφαλμένη, όμως, εκτίμηση, ως προς τα συναγόμενα με την εκτίμηση του περιεχομένου της σύμβασης, πραγματικά περιστατικά, δεν ιδρύει τον από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με την κατάρτιση από την αναιρεσείουσα συμβάσεων με πελάτες που ανήκουν στο γεωγραφικό τομέα για τον οποίο αρμόδια (και μάλιστα αποκλειστικά) ήταν η αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη τις ανωτέρω καρτέλες πελατών της αναιρεσείουσας, συνεκτιμώντας όμως αυτές με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω συγκεκριμένα έγγραφα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ήτοι καλύπτει τρεις περιπτώσεις και συντρέχει, όταν το δικαστήριο, α) επιδίκασε μη αιτηθέν β) επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, γ) άφησε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων αδίκαστη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφανση της αρχής της διαθέσεως (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Ο όρος επιδίκασε σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1439/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 748/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη - ταχυδρομικός πράκτορας, με την από 23-1-2014 αγωγή της, που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εκθέτοντας ότι η αναιρεσείουσα - εναγόμενη - εντολέας προέβη, χωρίς τη μεσολάβησή της, σε κατάρτιση των αναφερόμενων συμβάσεων ταχυμεταφοράς εγγράφων και δεμάτων με πελάτες που ανήκουν στην αναφερόμενη περιοχή, στην οποία δυνάμει της αναφερόμενης από 5-2-2004 σύμβασης πρακτορείας είχε την αποκλειστική ευθύνη περισυλλογής αυτών, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 934.545,10 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το ποσό των 106.488,83 ευρώ και 44.241,263 ευρώ, ως αντιστοιχούσες προμήθειες (55%) από την τιμολόγηση αθροίσματος προϊόντων αντίστοιχης αξίας για την εταιρία ...
και ..., αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της προηγούμενης αγωγής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 25-10-2017, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, με δήλωσή της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, όπως αναλύθηκε και με την από 9-10-2017 σχετική προσθήκη αυτής, διόρθωσε το αθροιστικό αριθμητικό σφάλμα στο συνολικό άθροισμα των τιμολογίων της προϊόντων συνολικής αξίας 877.951,74 ευρώ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προϊόντα συνολικής αξίας για τις εταιρίες ...
και ... από το εσφαλμένο ποσό των 206.505,01 ευρώ και 81.016,00 ευρώ, αντίστοιχα, στο ορθό 185.103,62 ευρώ και 79.877,42 ευρώ, αντίστοιχα, με αντιστοιχούσες στην αναιρεσίβλητη προμήθειες από το εσφαλμένο 106.488,83 ευρώ και 44.241,26 ευρώ στο ορθό 101.806,99 ευρώ (185.103,62 ευρώ Χ 55%) και 43.932,58 ευρώ (79.877,42 ευρώ 55%), αντίστοιχα, και μετέτρεψε το αίτημά της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 214.471,701 ευρώ, στο οποίο, μεταξύ άλλων κονδυλίων, περιλαμβάνεται και τα προαναφερθέντα ποσά των 106.488,83 ευρώ και 44.241,26 ευρώ αντί του ορθού 101.806,99 ευρώ και 43.932,58 ευρώ, ως προς τις παραπάνω προμήθειες, όπως περιόρισε την αγωγή η αναιρεσίβλητη, ήτοι αναγνώρισε ότι οφείλει πλέον του αιτηθέντος 4.681,84 ευρώ και 308,68 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά 4.990,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αυτών από την επίδοση της από 28-3-2006 αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης.
Επομένως, το Εφετείο αναγνώρισε ότι οφείλει η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη περισσότερο, κατά τα ως άνω, του αιτηθέντος, και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, δεκτού γενομένου του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το μέρος που αναγνώρισε επιπλέον οφειλή 4.990,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αυτών από την επίδοση της από 28-3-2006. Στη συνέχεια, όμως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης (Α.Π. 762/2021, Α.Π. 154/2018, Α.Π. 403/2017).
Πρέπει, συνεπώς, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθεί, ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων εννέα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ένα ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (209.481,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 28-3-2006 αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης. Το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της μερικής εκούσιας εκτέλεσης των πραγμάτων, με την καταβολή του ποσού των 100.000,00 ευρώ στην αναιρεσίβλητη, που υπέβαλε παραδεκτά, κατ' άρθρ. 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι η εναπομείνασα αναγνωρισθείσα οφειλή υπερβαίνει κατά πολύ το προαναφερθέν χρηματικό ποσό.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του προκατατεθέντος παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, ανάλογα με την έκταση νίκης και της ήττας των διαδίκων (άρθρ. 183, 178 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4169/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Κρατεί και δικάζει την αγωγή κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των διακοσίων εννέα χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα ένα ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (209.481,18), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 28-3-2006 αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης.
Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης στην αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ