Legislator Case Law & Legislation
2003/2017 AI generated

2003/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2003/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2003 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2003/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, ΣÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2003 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2003/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Β. και 2) Ε. Σ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζ. Α. Α., θυγ. Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2010 αγωγή του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάστηκε με την από 15-7-2011 πρόσθετη παρέμβαση της 2ης αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 29-3-2017 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999). Κατά το άρθρο 3 § 1 του ν. 3741/29 ο ιδιοκτήτης κάθε ορόφου ή μέρους αυτού έχει όλα τα δικαιώματα που προκύπτουν από την κυριότητα, εφόσον η άσκησή τους δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών και δεν μειώνει την ασφάλεια των άλλων ιδιοκτητών ή του οικοδομήματος. Έτσι η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματός του πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Εξάλλου στο άρθρο 3 § 2 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να επιχειρεί μεταβολές ή προσθήκες στα κοινά μέρη της οικοδομής υπό τον όρο ότι δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών και δεν μειώνεται η ασφάλεια των κοινοχρήστων ή του οικοδομήματος. Ως μεταβολή δε του κοινού πράγματος νοείται κάθε επενέργεια σ’ αυτό που επιφέρει αλλαγή (εμφάνισης, ουσίας, προορισμού) στα κοινά μέρη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 εδ. α’ του νόμου αυτού "εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων, έκαστος των συνιδιοκτητών δικαιούται να ποιήται απόλυτον χρήσιν των κοινών πραγμάτων, και να προβαίνη εις την επισκευήν και ανανέωσιν αυτών, υπό τον όρον να μη βλάπτη τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών μηδέ να μεταβάλλη τον συνήθη προορισμόν αυτών". Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 5/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί στο σύνολό της αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, υπέρ του οποίου είχε παρέμβει προσθέτως η δεύτερη των αναιρεσειόντων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ την απέρριψε κατά το μέρος που αφορά στην αναιρετική δίκη. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμ. 3...4-11-1988 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου..., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εκκαλούσα, ο εφεσίβλητος και η μάρτυς ανταπόδειξης Κ. Σ., συγκύριοι κατά το χρόνο εκείνο ενός οικοπέδου..., συνέστησαν οροφοκτησία επί της μελλοντικής οικοδομής, που θα ανεγειρόταν και προέβησαν στη διανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών. Σύμφωνα με την ως άνω πράξη η οικοδομή θα αποτελούταν: 1) από το υπόγειο, αποτελούμενο από δύο αυτοτελείς χώρους εμβαδού 58,68 τ.μ. ο καθένας, 2) από τον ισόγειο χώρο, αποτελούμενο από την είσοδο, το κλιμακοστάσιο και το ασανσέρ, καθώς και από δύο θέσεις γκαράζ, οι οποίες θα είναι οριζόντιες ιδιοκτησίες, εμβαδού 55,36 τ.μ. η καθεμία, 3) από τον πρώτο όροφο, αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα εμβαδού 123,91 τ.μ., 4) από το δεύτερο όροφο, αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα εμβαδού 123,91 τ.μ. και 5) οπό τον τρίτο όροφο, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα, εμβαδού 61,955 τ.μ. το καθένα. Δυνάμει της διανομής μεταξύ των συγκυρίων περιήλθαν: α) στην εκκαλούσα το με στοιχείο 2 γκαράζ του ισογείου, το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου με παρακολούθημα αυτού τη με στοιχείο Υ-2 αποθήκη και το με στοιχείο ... διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, β) στην Κ. Σ. το με στοιχείο 1 γκαράζ, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου με παρακολούθημα αυτού τη με στοιχείο ... αποθήκη, κατά το ίδιο ποσοστό και το με στοιχείο Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου και γ) στον εφεσίβλητο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου με παρακολούθημα αυτού τη με στοιχείο ... αποθήκη κατά το ίδιο ποσοστό. Δυνάμει δε συμβολαίων του συμβολαιογράφου..., που καταχωρίσθηκαν νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Τρικάλων, ο εφεσίβλητος και η Κ. Σ. μεταβίβασαν στην προσθέτως παρεμβαίνουσα θυγατέρα τους κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, τα ανωτέρω περιελθόντα σ’ αυτούς. Η ανέγερση της ένδικης οικοδομής άρχισε το 1988, βάσει της υπ’ αριθμ. ...1988 οικοδομικής αδείας..., που εκδόθηκε στο όνομα της Κ. Σ. (αδελφής της εκκαλούσας) και μέχρι το 1990 αποπερατώθηκαν το υπόγειο, το ισόγειο και ο πρώτος όροφος, στο διαμέρισμα δε του πρώτου ορόφου εγκαταστάθηκαν ο εφεσίβλητος με τη σύζυγό του Κ. Σ.. Η εκκαλούσα, που διέμενε στη Γερμανία, άρχισε την ανοικοδόμηση του διαμερίσματός της στο δεύτερο όροφο της οικοδομής το 1995, και ολοκληρώθηκε το 2007. Λόγω της απουσίας της εκκαλούσας στη Γερμανία, όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες, ενέργειες και την επίβλεψη για την ανοικοδόμηση της ως άνω οικοδομής στην πρώτη φάση της, συμπεριλαμβανομένων και των ιδιοκτησιών, που περιέρχονταν στην εκκαλούσα, ανέλαβαν ο εφεσίβλητος και η σύζυγός του, με τους οποίους η εκκαλούσα διατηρούσε άριστες σχέσεις. Η τελευταία ενημερωνόταν τηλεφωνικώς για την πρόοδο των εργασιών και απέστελλε τα αναγκαία χρηματικά ποσά. Στα πλαίσια αυτής της κατάστασης και ενόσω προχωρούσαν οι εργασίες του πρώτου σταδίου της οικοδομής (1988-1990), ο εφεσίβλητος και η σύζυγός του, που ήταν νέο ζευγάρι και ήθελαν μεν να έχουν κοντά τους, τους γονείς της εκκαλούσας (πεθερικά του εφεσίβλητου) αλλά όχι στο ίδιο διαμέρισμα, που ανοικοδομούσαν, ζήτησαν από την εκκαλούσα τηλεφωνικώς να συναινέσει έτσι ώστε να μετατρέψουν τον κλειστό χώρο στάθμευσης της οικοδομής με το στοιχείο 2, που ανήκε σ’ αυτήν, σε χώρο κατοικίας για να εγκατασταθούν οι γονείς των δύο αδελφών. Πράγματι, η εκκαλούσα συμφώνησε και ο εφεσίβλητος με τη σύζυγό του διενήργησαν όλες τις αναγκαίες ενέργειες για τη μεταβολή αυτή. Στο πλαίσιο αυτών των εργασιών αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ένα τμήμα του κοινόχρηστου χώρου του ισογείου εμβαδού 1,68 τ.μ., για την κατασκευή μιας μικρής τουαλέτας, που θα εξυπηρετούσε μεν τις ανάγκες της ως άνω διαμορφούμενης οικίας, αλλά θα εξυπηρετούσε και τις τυχόν ανάγκες των λοιπών ιδιοκτητών της οικοδομής ως κοινόχρηστη, καθόσον θα είχε και δεύτερη θύρα προς τον κοινόχρηστο χώρο του ισογείου. Πράγματι, η εκκαλούσα συμφώνησε με τα ανωτέρω και ο εφεσίβλητος με τη σύζυγο του προέβησαν στις ως άνω κατασκευές. Από το 1990 δε και εφεξής εγκαταστάθηκαν σ’ αυτό το διαμορφωμένο διαμέρισμα οι γονείς της εκκαλούσας και η μεν μητέρα της διέμεινε συνεχώς σ’ αυτό μέχρι το θάνατό της στις 22-2-2011, ο δε πατέρας της είχε αποχωρήσει από αυτό το 2003 και είχε εγκατασταθεί σε μία κατοικία στη ..., που του είχε παραχωρηθεί από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας... Επίσης, την ίδια περίοδο η εκκαλούσα, για τη διευκόλυνση της διέλευσης της μητέρας της, που αντιμετώπιζε σοβαρά κινητικά προβλήματα, τοποθέτησε στη μία πλευρά της κλίμακας της κεντρικής εισόδου κάγκελα, ενέργεια στην οποία συναίνεσε (σιωπηρά) ο εφεσίβλητος, αφού δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία του. Από το 2007 όμως όταν άρχισαν να υπάρχουν διενέξεις μεταξύ του εφεσίβλητου και της συζύγου του, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ο εφεσίβλητος άρχισε να δημιουργεί προβλήματα και να εγείρει ζητήματα σε σχέση με τις ως άνω κατασκευές της οικοδομής, κατάσταση που επιδεινώθηκε μετά τη διάζευξη του με την αδελφή της εκκαλούσας το 2009. Η ένδικη οικοδομή δεν έχει κανονισμό λειτουργίας της. Βέβαια, στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. .....4-11-1988 πράξη συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών περιλαμβάνονται ορισμένες κανονιστικές διατάξεις, πλην όμως εφόσον δεν έχει γίνει ιδιαίτερη μεταγραφή του κανονισμού μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής, οι διατάξεις αυτές δεν ισχύουν ως κανονισμός και μπορεί να έχουν μεταξύ των μερών μόνο ενοχικά αποτελέσματα. Επομένως, η ως άνω οροφοκτησία διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3741/1929. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η εκκαλούσα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 ν. 3843/2010 προέβη στην πολεοδομική τακτοποίηση της μεταβολής της χρήσεως του επίδικου χώρου στάθμευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν. 3741/1929 ο ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας μπορεί καταρχήν να μεταβάλει τον προορισμό του αντικειμένου της χωριστής κυριότητάς του εφόσον δεν βλάπτονται οι άλλοι ιδιοκτήτες της οικοδομής, όπως μπορεί να συμβαίνει όταν παραβλάπτεται η χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών των άλλων ιδιοκτητών, ή μειώνεται η ασφάλειά τους ή η ασφάλεια του όλου οικοδομήματος, όταν μεταβάλλεται η αρχιτεκτονική ή η αισθητική του κτηρίου ή όταν θίγονται τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών για υγιεινή και ηθική διαβίωση... Στην αγωγή ουδεμία δυσμενής επίπτωση από την ως άνω μεταβολή αναφέρεται, ούτε όμως αποδείχθηκε ότι υπάρχει οποιαδήποτε δυσμενής επίπτωση για τους λοιπούς ιδιοκτήτες. Η επικαλούμενη δε από τον εφεσίβλητο με τις προτάσεις του συνολική υποβάθμιση της οικοδομής λόγω της σημαντικής αυξήσεως των κατοικήσιμων χώρων με ανάλογη αύξηση των ενοίκων και την εκ του λόγου αυτού μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας του κρίνεται εντελώς αβάσιμη και προσχηματική. Επομένως, η ως άνω μεταβολή της χρήσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας της εκκαλούσας νομίμως έλαβε χώρα. Εξάλλου, η προαναφερόμενη κατασκευή τουαλέτας με τη χρησιμοποίηση μικρού εμβαδού του κοινόχρηστου χώρου του ισογείου, η οποία αποφασίσθηκε με παμψηφία των συνιδιοκτητών της οικοδομής κατά τα προαναφερόμενα, έγινε συννόμως βάσει του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 3741/1929, καθόσον η προσθήκη αυτή δεν παραβλάπτει τη χρήση του χώρου αυτού από τους άλλους ιδιοκτήτες της οικοδομής (όπως προαναφέρθηκε η τουαλέτα, εκτός από τον ένοικο της οριζόντιας ιδιοκτησίας εξυπηρετεί και όλους τους ιδιοκτήτες της οικοδομής), ούτε βέβαια μειώνεται η ασφάλεια των άλλων δικαιούχων ή της οικοδομής. Ο εφεσίβλητος ουδεμία δυσμενή επίπτωση από τη μεταβολή αυτή αναφέρει στην αγωγή του. Ο ισχυρισμός δε που προβάλλει με τις προτάσεις του ότι θα υπάρξει "μεταβολή στο συντελεστή δόμησης, καθώς επίσης και στα ποσοστά συνιδιοκτησίας (της οριζόντιας ιδιοκτησίας της εκκαλούσας) στο οικόπεδο και συνακόλουθα και των λοιπών διηρημένων οριζοντίων ιδιοκτησιών από την προσάρτηση τμήματος του κοινοχρήστου εμβαδού 1,68 τ.μ. στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία" είναι εντελώς αβάσιμος, διότι απλούστατα ο χώρος αυτός παραμένει κοινόχρηστος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ενόψει των ανωτέρω, το δικαίωμα του εφεσιβλήτου σε σχέση με τα ως άνω δύο κεφάλαια (μεταβολή της χρήσης του χώρου στάθμευσης και κατασκευή τουαλέτας στον κοινόχρηστο χώρο προς εξυπηρέτηση και των αναγκών του ενοίκου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας) ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), σύμφωνα με τη σχετική ένσταση, που νομίμως είχε προβάλει πρωτοδίκως η εκκαλούσα και επαναφέρει στην παρούσα συζήτηση. Πράγματι, οι κατασκευές αυτές, που ως οικοδομικές είχαν μόνιμο χαρακτήρα και όχι βέβαια προσωρινό, για όσο χρονικό θα διέμεναν εκεί οι γονείς της εκκαλούσας, όπως ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται, έγιναν, όπως προεκτέθηκε, με τη συναπόφαση και την αποφασιστική συμβολή κατά την εκτέλεσή τους του ίδιου του εφεσιβλήτου, ο οποίος επί 18 έτη περίπου αποδεχόταν πλήρως τη δημιουργηθείσα κατάσταση και ευλόγως δημιουργήθηκε έτσι στην εκκαλούσα η πεποίθηση ότι αυτός δεν πρόκειται να ασκήσει οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμά του. Η μετά δε από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για την εκκαλούσα, ιδίως οικονομικής φύσεως, ενώ ο εφεσίβλητος, όπως προεκτέθηκε, ουδεμία δυσμενή συνέπεια υφίσταται από τη διατήρηση της παρούσας καταστάσεως. Επομένως, η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που καθορίζονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος... Τέλος, η προσθήκη κάγκελου στην κλίμακα της κεντρικής εισόδου της οικοδομής, η οποία, επίσης, όπως προαναφέρθηκε έγινε με τη συναίνεση του εφεσιβλήτου, αποτελεί μία καθ’ όλα επιτρεπτή και νόμιμη ενέργεια κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 ν. 3741/1929, αφού συντελεί στην καλύτερη λειτουργία της οικοδομής (βοηθά ιδίως στη διέλευση ηλικιωμένων ατόμων), δεν βλάπτονται στη χρήση των κοινών μερών οι λοιποί ιδιοκτήτες της οικοδομής, δεν βλάπτεται η αισθητική της οικοδομής, ούτε βέβαια μειώνεται η ασφάλεια των λοιπών ιδιοκτητών της. Ουδόλως δε προέκυψε ότι προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές κατά την τοποθέτησή της, παρά μόνο λίγη μαυρίλα στον τοίχο από τη χρήση ηλεκτροκόλλησης για τη σταθεροποίησή της, που εύκολα μπορεί να εξαλειφθεί με λίγη βαφή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του πρώτου των αναιρεσειόντων, που συνεκδικάσθηκε με την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση της δεύτερης τούτων, με την οποία ζήτησε, ως συνιδιοκτήτης με την αναιρεσίβλητη οριζόντιας ιδιοκτησίας, να επαναφέρει η τελευταία την ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία της στο ισόγειο από κατοικία που την είχε μετατρέψει στην οριζόμενη από την πράξη της οροφοκτησίας χρήση ως κλειστού χώρου στάθμευσης, να κατεδαφίσει το κτίσμα που κατασκεύασε σε τμήμα του κοινόχρηστου χώρου του ισογείου, το οποίο ενσωμάτωσε στην παραπάνω ιδιοκτησία της και να αφαιρέσει από την κλίμακα της κεντρικής εισόδου της οικοδομής τη μεταλλική κατασκευή που αυτή τοποθέτησε. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς τα παραπάνω δύο πρώτα αιτήματα αυτής, κατά παραδοχή ένστασης της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης και ως προς το τελευταίο ως αναπόδεικτο και ακολούθως δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις ίδιες διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι, 1) σε σχέση με τη μετατροπή της χρήσης οριζόντιας ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης από χώρο στάθμευσης οχημάτων σε κατοικία και την ενσωμάτωση σ’ αυτήν τμήματος του κοινοχρήστου χώρου, υπό τα παραπάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συμπεριφορά του ενάγοντος, που προηγήθηκε της άσκησης του ενδίκου δικαιώματός του, την οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, που συνδέεται αιτιωδώς με την προηγηθείσα παραπάνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή διώκεται, τη μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, από την οποία διαμορφώθηκε στην αναιρεσίβλητη η εύλογος πεποίθηση περί της μη άσκησης του ίδιου δικαιώματος, η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ και 2) η τοποθέτηση της μεταλλικής κατασκευής στην κλίμακα της κεντρικής εισόδου, που έγινε με τη συναίνεση του ενάγοντος, δεν βλάπτει τα δικαιώματά του, ούτε θίγει την αρμονία, την εμφάνιση και την ασφάλεια της οικοδομής. Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο κατά ένα μέρος λόγους της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, της έλλειψης δηλαδή νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον τρίτο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης. Ο πρώτος, λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3843/2010 είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/03). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με την παραδοχή της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι δε συναίνεσε στην αλλαγή της χρήσης του ισογείου γκαράζ και δε συμμετείχε στις σχετικές εργασίες καθώς και στην κατάληψη του τμήματος του κοινοχρήστου χώρου, ότι έφερε αντιρρήσεις γι’ αυτές τις ενέργειες της εναγομένης, καθώς και ότι ουδέποτε χρησιμοποίησε τη διαμορφωθείσα στον κοινόχρηστο χώρο με την κατάληψη αυτού τουαλέτα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ’ όσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, δε συνιστούν πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά άρνηση στον περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης ισχυρισμό της εναγομένης. Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ’ όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ’ αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο. Εξάλλου για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει νόμιμη επίκληση του σχετικού εγγράφου στην κατ’ έφεση δίκη, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε, 1) το από 17-10-2010 βιβλίο συμβάντων και 2) τέσσερις φωτογραφίες που απεικονίζουν την μεταλλική κατασκευή στην κλίμακα της κεντρικής εισόδου της οικοδομής των διαδίκων, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο Εφετείο, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, ως διαδικαστικού εγγράφου, για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, που κατέθεσε ως εκκαλών στο Εφετείο, δεν προκύπτει ότι επικαλέσθηκε σαφώς και ορισμένως και προσκόμισε νομίμως τα ως άνω έγγραφα, εφόσον στις ενώπιον αυτού από 12-4-2013 προτάσεις του διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών, φράση "προσκομίζουμε και επικαλούμαστε όλα τα έγγραφα..., τα οποία προσκομίσαμε και ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου" (Ολ.ΑΠ 23/2008). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Οι προβαλλόμενες με το υπόλοιπο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας τους, αφού, εκτός από τους αριθμούς των αναιρετικών πλημμελειών δεν αναφέρονται σε σχέση με την αποδιδόμενη αιτίαση από τον αρ. 8, ποια πράγματα έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και σε σχέση με την αιτίαση από τον αρ. 9, ποια αίτηση άφησε αδίκαστη.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...7-2014 αίτηση για αναίρεση της 16/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ