2003/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2003/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 2003 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2003/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΙΟΝΙΚΗΣ και ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καστάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Τσάμπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου. (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ, Α.Π.1300/2007, Α.Π. 587/2007).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές και τελείως αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Εφετείου.
II). Κατά το άρθρ. 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132 της 1.9.1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρ. 8 παρ. 2 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκια), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε.
Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διακοπής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρ 2 παρ 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30.12.1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, (άρθρ. 974, 976-979, 1045 και 1048 επ.), δεδομένου ότι η γενομένη με το ως άνω άρθρ. 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή ή συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενο της παραπέμπουσας διατάξεως.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1, 269 ΚΠολΔ και 1048 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως της διακοπής της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, η οποία επέρχεται, κατά το άρθρο 1048 Α.Κ., συνεπεία της αναγνωρίσεως από αυτόν που χρησιδεσπόζει του αληθούς κυρίου ως νομέα, οπότε και μόνο διακόπτεται η χρησικτησία, λόγω της απωλείας του πνευματικού στοιχείου της νομής, πρέπει, για το παραδεκτό, σε σχέση με τον χρόνο, προβολής της, να προταθούν, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά είναι δυνατόν να επιφέρουν διακοπή της παραγραφής, συνάμα δε πρέπει να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής για τον λόγο αυτόν.
Διαφορετικά, αν δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εάν δε τα περιστατικά αυτά έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο πληρέστερα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β. του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν τούτοις η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου αυτού, μόνον αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επιρροή δεν ασκεί ο αόριστος, και γενικά ο απαράδεκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η παραθεώρησή του, από το δικαστήριο της ουσίας δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.
Τέλος δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.
β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και συγκεκριμένα ότι αγνόησε τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί διακοπής της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, διότι ο εκκαλών - αναιρεσίβλητος είχε αναγνωρίσει, δια της ασκήσεως της από 12.7.1994 αγωγής, την επί του επιδίκου συγκυριότητα και νομή της και επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα ένσταση διακοπής της κτητικής παραγραφής, λόγω της απωλείας της νομής του αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια του αριθμ. 8 περ.
β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός όμως της αιτήσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου των από 6.9.2004 προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στον πρώτο βαθμό, προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε κατά σαφή και ορισμένο τρόπο ένσταση διακοπής της κτητικής παραγραφής για τους αναφερομένους στην αναίρεση ως άνω λόγους, διατυπώνοντας μάλιστα αίτημα απορρίψεως της αγωγής γι' αυτό, αλλά περιορίσθηκε να αρνηθεί την αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο νόμιμος χρόνος της 15/ετούς κτητικής παραγραφής για την κτήση με έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας του 1/2 εξ' αδιαιρέτου του διεκδικουμένου ακινήτου, επιφανείας 4.530 τ.μ., προβάλοντας περαιτέρω ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με τις προτάσεις της και τον ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, συνεπεία της αοριστίας του, ισχυρισμό ότι "ο ενάγων, θέλοντας να εξασφαλίσει τη θέση του μεριδίου, άσκησε την από 12.7.1994 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 571/104 αγωγή χρησικτησίας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι κατέχει και νέμεται διακεκριμένο τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως 2350 τ.μ.......
Η αγωγή του αυτή δεν συζητήθηκε και όπως αναφέρει στην κρινόμενη δεύτερη αγωγή του, δηλώνει παραίτηση απ' αυτήν...... Κι ενώ στην αγωγή του δεν αναφέρει τίποτε άλλο για το άλλο 1/2 του ακινήτου, στην κρινόμενη αγωγή ανακάλυψε την αδελφή του και την άτυπη αγορά". Η προβολή δε της ένστασης αυτής στο Εφετείο με την επίκληση νέων περιστατικών, χωρίς την διατύπωση και πάλι αιτήματος απορρίψεως της αγωγής για τον λόγο αυτόν, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού σε κάθε περίπτωση δεν έγινε, όπως έπρεπε, επίκληση της συνδρομής μιας των προϋποθέσεων του άρθρου 269 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, και, επομένως, απαραδέκτως προβλήθηκε η ένσταση, στο Εφετείο με την επίκληση νέων περιστατικών.
Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερος μέρος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εκ μέρους αυτής υποβληθείσα ένσταση διακοπής της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του ισχύοντος στη Ρόδο Κτηματολογικού Κανονισμού, η οποία επήλθε με την απώλεια της νομής από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα μετά τη σύνταξη από τον δικ.
επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ... της από 18.12.1990 εκθέσεως βιαίας αποβολής και παράδοσης του διεκδικουμένου ιδανικού μεριδίου, 1/2 εξ' αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, καθ' όσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιμετώπισε την ως άνω ένσταση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε ως αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.11.2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Α.Ε." για αναίρεση της 201/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ