Legislator Case Law & Legislation
2002/2025 AI generated

2002/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2002/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Legislator headnote

AI generated

2002/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εν λόγω πτώχευση, αρξαμένη προ της ισχύος του ν. 3588/2007, διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Εμπ. Νόμου, όπως ορίζει το άρθρο 182 § 2 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα. Στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και ένα ακίνητο που κείται στα Άνω Λιόσια Αττικής και επί της οδού ... Επί του εν λόγω ακινήτου η αντιλέγουσα Τράπεζα έχει εγγράψει προσημείωση τραπείσα σε υποθήκη, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της ύψους 300.000 ευρώ.

Keywords

AI generated
assessment of earning capacity duration of incapacity eligibility for unemployment benefits suspension of benefits calculation of disability benefits ongoing social benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2002 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον Διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", πρώην με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK A.E.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." η οποία συγχωνεύτηκε με την ανώνυμη εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δι' απορροφήσεως από αυτήν, που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) της Σ. Π., δικηγόρου Αθηνών, υπό την ιδιότητά της ως συνδίκου της ενώσεως της πτωχεύσεως της εταιρείας "ΤΕΧΝΙΚΟΛ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΩΝ ΥΛΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ" που εδρεύει στα Α. Λιόσια Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., 2) Σ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Τ. Π. του Ε., κατοίκου ... και 4) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-02-2012 κλήση αντιρρήσεων της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 727/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6074/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 20-09-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την επισπεύδουσα την αναίρεση πρώτη αναιρεσίβλητη, υπ' αριθ. ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Β. Δ. ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 20.9.2019 αίτησης αναίρεσης μετά του ηλεκτρονικού εγγράφου αναβολής της συζήτησης αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17.03.2025), με κλήση για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Χρήστο Αντωνόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων. Αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση παράστασης πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ.4, 576 παρ.2).

2. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β' και 321 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή, απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (ΟλΑΠ 17/2013), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζει (Ολ.ΑΠ 18/2001).

Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νόμιμα από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή του δικαιώματος του προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη καιπροσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της απόφασης, αν δεν συνομολογείται, γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 165/2023 82/2021 ΑΠ 1824/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 20.9.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6074/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμό κατάθεσης 1672/2.10.2023 έφεσή της κατά της με αριθμό 727/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις της κατά του πρώτου προσωρινού λογαριασμού διανομής της αναφερόμενης σ' αυτές πτωχευτικής περιουσίας.

Κατά το χρόνο της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα στις 20.9.2019 , η ανωτέρω απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και προσβλητή σε αναίρεση , εφόσον παρήλθε η κατά το άρθρο 503 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα δεκαπενθήμερη, προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, προθεσμία από την επίδοση της στην ερήμην εκκαλούσα που έλαβε χώρα στις 25.7.2019 [σύμφωνα με τη σχετική επί του δικογράφου βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Λ.

Φ.] και εφόσον κατ' αυτής δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο, [σύμφωνα με το από 20.11.2019 με αριθμό 12025/2019 πιστοποιητικό του τμήματος πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών] Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης κατά της 607/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας λόγω της ερημοδικίας της ως ανυποστήρικτη και στην οποία ενσωματώνεται και η πρωτόδικη απόφαση (Α.Π. 900/2025, Α.Π. 6644/2024, Α.Π. 667/2024) καθότι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρωτοβαθμίου, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ολ.Α.Π 16/1990, Α.Π. 900/2025, Α.Π. 2/2022) είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το 3.Κατά το άρθρο 580 του ΕμπΝ "τα υπό των συνδίκων ή παρ' άλλων δια λογαριασμόν της πτωχεύσεως κατατεθέντα χρήματα αναλαμβάνονται μόνο δι'αδείας του Εισηγητού.

Εάν υπάρχωσι κατασχέσεις, οι σύνδικοι οφείλουσι προηγουμένως να ζητήσωσι την άρσιν αυτών. Ο Εισηγητής δύναται να διατάξει, ώστε τα χρήματα να αποδοθώσιν υπό του ταμείου απ' ευθείας προς τους πιστωτάς της πτωχεύσεως επί τη βάσει λογαριασμού διανομής, συνταχθέντος υπό των συνδίκων και κηρυχθέντος εκτελεστού".

Ο ως άνω, λογαριασμός διανομής, δεν συνιστά πίνακα κατάταξης απαιτήσεων κατά την έννοια του άρθρου 974 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθοριζόμενη τάξη (άρθρα 975 και 976 του ιδίου Κώδικα, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 579, 581, 648 επ.

και 666 του ΕμπΝ), εξελεγχθείσες προηγουμένως κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης [Α.Π. 40/2022, ΑΠ 263/2019].

Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 542, 555, 591 και 647 του ΕμπΝ, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου έναρξης της πτώχευσης, με την κατάθεση της σχετικής αίτησης στις 21.2.2007 (που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά τα άρθρα 180 και 182 παρ. 1 του ν. 3558/10-7-2007 (Πτωχευτικός Κώδικας), προκύπτει, ότι, εάν αναφανούν διενέξεις ως προς την τάξη της διανομής, τότε οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτώχευσης, ο οποίος, μάλιστα, αποφασίζει εντός τριών (3) ημερών(άρθρο 555 ΕμπΝ), συντάσσοντας περί αυτών, έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης. Στη συνέχεια δε οι αντιρρήσεις αυτές φέρονται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κρίση και απόφανση με κλήση, καλουμένων με αυτήν και των δανειστών, των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη στο λογαριασμό, (ΟλΑΠ 538/1981, Α.Π. 40/2022]

Περαιτέρω επί της κατάταξης των δανειστών της πτώχευσης δια λογαριασμού διανομής [άρθρο 580 ΕμπΝ] βρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ που ορίζουν η μεν πρώτη την κατάταξη των απαιτήσεων με γενικά προνόμια, η δε δευτέρα τη διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστό [1/3 και 2/3], η οποία γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τρίτης τάξης [975 παρ. 3 ΚΠολΔ] Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρου 975 περ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 56 του ν. 3994/2011, στην τρίτη τάξη των προνομίων κατατάσσονται οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον αυτές προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της πτώχευσης Με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985 ορίσθηκε: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Έτσι, με τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις διευρύνθηκε το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων.

Ως προς τις απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι οι κάθε είδους απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, στις οποίες περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα αδείας, εορτών κ.λ.π., ως αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο ορίσθηκε η ημερομηνία για την οποία είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός ή κηρυχθεί η πτώχευση και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ χρόνος αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο έτη.

Η αρχική ημερομηνία του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης αποτελεί την αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας. Αν συνεπώς ο πλειστηριασμός έγινε αργότερα, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαίωσής του κατά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας, που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρύχθηκε η πτώχευση (ακόμη και οι παρεπόμενες αυτών απαιτήσεις τόκων, εφόσον όμως προέκυψαν μέσα στη διετία αυτή), όχι δε και οι απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή κηρυχθεί η πτώχευση και έως και την ημέρα, που τελικά αυτός διενεργήθηκε [ΑΠ 1756/2022, ΑΠ 1622/2018].

Ο νομοθέτης πάντως εξόπλισε με το προνόμιο αυτό όλες τις εργασιακές απαιτήσεις από τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, για τις οποίες ρητώς όρισε ότι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από τον χρόνο που γεννήθηκαν, χωρίς να γίνεται διάκριση για τις πριν ή μετά την ημερομηνία ορισμού του πρώτου ή της πραγματικής διενέργειας του πλειστηριασμού (Ολ.ΑΠ 3/2013, Ολ.ΑΠ 22/2000).

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1291 ΑΚ "ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον οφειλέτη την εξόφληση του χρέους ασκώντας κατ' εκλογή, είτε την ενοχική είτε την εμπράγματη αγωγή. Η άσκηση της ενοχικής δεν αποκλείει την εμπράγματη αγωγή ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1292 ΑΚ "Με την εμπράγματη αγωγή ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την εξόφληση του χρέους με την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, μόλις το χρέος γίνει απαιτητό".

Ενόψει των προεκτεθέντων, ο δανειστής που έχει εγγράψει υποθήκη σε ακίνητο του οφειλέτη του, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση της αξίωσης του, μπορεί πρώτα, όπως κάθε άλλος δανειστής του ίδιου οφειλέτη, να κινήσει εκτελεστική διαδικασία με όλα τα μέσα των άρθρων 951 επ. ΚΠολΔ, εφόσον, βέβαια, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης (άσκηση ενοχικής αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 1291 ΑΚ).

Αν επιλέξει την κατάσχεση, μπορεί να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη του, χωρίς να δεσμεύεται από την εγγραφή της υποθήκης στο συγκεκριμένο ακίνητο. Σε μία τέτοια περίπτωση, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν έχει κανένα προνόμιο λόγω της υποθήκης του, αλλά εξομοιώνεται με όλους τους άλλους εγχειρόγραφους δανειστές και κατατάσσεται συμμέτρως, εκτός εάν έχει άλλο προνόμιο πέρα από την υποθήκη.

Ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί, επίσης, να ασκήσει την εμπράγματη ή υποθηκική αγωγή. Σύμφωνα με την έννοια του νόμου (άρθρα 1291,1292 ΑΚ), η άσκηση της αγωγής αυτής δεν σημαίνει κατάθεση εισαγωγικού δίκης δικογράφου ενώπιον δικαστηρίου αλλά αναγκαστική εκτέλεση στο ενυπόθηκο ακίνητο. Έτσι ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέγοντας την άσκηση της εμπράγματης (υποθηκικής) αγωγής, προχωρεί σε κατάσχεση και πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση στα ακίνητα.

Στην περίπτωση αυτή, αν αναγγελθούν και άλλοι δανειστές, ικανοποιείται προνομιακά από το πλειστηρίασμα του ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί κατάταξης του ΚΠολΔ (άρθρο 1007 παρ. 1). Η επιλογή της ενοχικής αγωγής δεν αποκλείει την άσκηση της εμπράγματης (άρθρο 1291εδ.βΑΚ) ή και το αντίθετο, όπως και η επιλογή της εμπράγματης δεν αποκλείει τη σύγχρονη και παράλληλη ή μετέπειτα άσκηση της ενοχικής αγωγής, κατά του προσωπικά ευθυνόμενου οφειλέτη, αν ο ενυπόθηκος δανειστής δεν ικανοποιηθεί ολικά από το πλειστηρίασμα του ενυπόθηκου κτήματος (1293 ΑΚ).

Περαιτέρω αν ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, οι ενυπόθηκοι δανειστές αν θέλουν να ικανοποιηθούν με την πτωχευτική διαδικασία από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας (γίνεται τότε λόγος για την εκ μέρους τους άσκηση της ενοχικής τους αγωγής ή αξίωσης) πρέπει να συμμετέχουν στην πτωχευτική διαδικασία ακριβώς, όπως και οι ανέγγυοι, δηλαδή με τους ίδιους περιορισμούς της εξέλεγξης της απαίτησής τους, αν όμως θέλουν να ικανοποιηθούν ειδικά από το υπέγγυο πράγμα, με βάση την εμπράγματη ασφάλεια ή το ειδικό τους προνόμιο (γίνεται τότε λόγος για την εκ μέρους τους άσκηση της εμπράγματης αγωγής τους ή αξίωσής τους), δικαιούνται να ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου, αν έχουν τίτλο εκτελεστό και δεν εμποδίζονται από την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού για να αποκτήσουν τέτοιο τίτλο με σχετική δικαστική απόφαση.

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων 1291 και 1292 ΑΚ συνάγεται ότι στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής έχει αρχικά ασκήσει την εμπράγματη - υποθηκική αγωγή, πλην, όμως δεν ολοκληρώθηκε ο πλειστηριασμός και σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της εν λόγω αγωγής, ο οφειλέτης του κηρύχθηκε σε κατάσχεση πτώχευσης μπορεί να εγκαταλείψει αυτή, και να επιλέξει να ικανοποιηθεί από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας, ασκώντας την ενοχική αγωγή, καθιστάμενος πτωχευτικός πιστωτής [648 ΕμπΝ], συμμετέχοντας στην πτωχευτική διαδικασία.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση στο λογαριασμό διανομής της πτωχευτικής περιουσίας θα προηγηθούν, αυτού, στην κατάταξη οι κατ' άρθρο 975 περ 3 ΚΠολΔ οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας, με αφετήριο χρονικό σημείο την γέννηση αυτών εντός διετίας από την κήρυξη της πτώχευσης, εφόσον ο ενυπόθηκος δανειστής εγκατέλειψε την πρώτη ασκηθείσα εμπράγματη υποθηκική αγωγή [από την οποία δεν ικανοποιήθηκε] και επέλεξε ασκώντας την ενοχική αγωγή να ικανοποιηθεί, όχι από το πλειστηρίασμα, αλλά από την όλη πτωχευτική περιουσία. Τέλος σημειώνεται ότι η ανωτέρω περίπτωση είναι διαφορετική εκείνης που ο ενυπόθηκος δανειστής εμμένει στην επράγματη αγωγή επιθυμώντας να ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα του ενυπόθηκου ακινήτου, οπότε ανεξαρτήτως της επακολουθήσασας πτώχευσης του οφειλέτη του, αφετηρία του αναδρομικού υπολογισμού του χρονικού διαστήματος στο οποίο εκτείνεται το προνόμιο του άρθρου 975 περ 3 ΚΠολΔ είναι η ημέρα του αρχικώς ορισθέντος πλειστηριασμού.

4. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και 4/2005) Εξάλλου, στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης συναντώνται διατάξεις που φέρουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί προνομίων διατάξεις του άρθρου 975 Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά μέσω του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 21/1994, ΑΠ 418/2022, ΑΠ 370/2014, ΑΠ 30/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση που με την προσβαλλόμενη ερήμην της εκκαλούσας εκδοθείσα απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση αυτής κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία, όπως παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: Εν προκειμένω, με τις αντιρρήσεις που προέβαλε η "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε" και φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με κλήση της συνδίκου και δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκτίθενται τα ακόλουθα:

Με την υπ' αριθμ. 715/18.7.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η εδρεύουσα στα Άνω Λιόσια Αττικής εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟΛ - ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΓΚΟΛΛΗΤΙΚΩΝ ΥΛΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", ενώ με τις υπ' αριθμ. 987/2008 και 643/2009 αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου η καλούσα ορίστηκε σύνδικος της πτωχεύσεως και στη συνέχεια της ενώσεως των πιστωτών.

Η εν λόγω πτώχευση, αρξαμένη προ της ισχύος του ν. 3588/2007, διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Εμπ. Νόμου, όπως ορίζει το άρθρο 182 § 2 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα. Στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και ένα ακίνητο που κείται στα Άνω Λιόσια Αττικής και επί της οδού ... Επί του εν λόγω ακινήτου η αντιλέγουσα Τράπεζα έχει εγγράψει προσημείωση τραπείσα σε υποθήκη, προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της ύψους 300.000 ευρώ.

Με επίσπευση άλλου δανειστή, το εν λόγω ακίνητο κατεσχέθη αναγκαστικώς, ορίσθηκε δε ημέρα πλειστηριασμού αυτού η 20.9.2006, η οποία προηγείται της πτωχεύσεως. Λόγω επανειλημμένων αναβολών και εν τέλει ματαιώσεως. την επίσπευση του πλειστηριασμού ανέλαβε με δήλωση της η αντιλέγουσα Τράπεζα, ως ενυπόθηκη δανείστρια.

Αργότερα όμως ανετράπη η κατάσχεση, αποδεσμεύθηκε το ακίνητο και εκποιήθηκε από την σύνδικο της πτωχεύσεως, ύστερα από άδεια του Εισηγητού. Μετά την εκποίηση συντάχθηκε ο από 29.3.2011 προσωρινός λογαριασμός διανομής, στον οποίο κατετάγησαν οι δανειστές που είχαν αναγγείλει, και επαληθεύσει, τις απαιτήσεις τους, μεταξύ των οποίων και οι εκ των καθ' ων:

α) Σ. Ρ., για απαίτηση ύψους 20.589 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 1461/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω ποσό αφορά αποδοχές από τη σχέση εργασίας του με την πτωχεύσασα εταιρία της περιόδου Αύγουστος 2006 έως το θέρος του 2007. β) Τ. Π., για απαίτηση ύψους 22.835,95 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 1461/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω ποσό αφορά αποδοχές από τη σχέση εργασίας του με την πτωχεύσασα εταιρία της περιόδου Αύγουστος 2006 έως το θέρος του 2007, και γ) Α. Μ., για απαίτηση ύψους 19.786,86 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 1461/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το εν λόγω ποσό αφορά αποδοχές από τη σχέση εργασίας του με την πτωχεύσασα εταιρία της περιόδου Αύγουστος 2006 έως το θέρος του 2007. Η αντιλέγουσα Τράπεζα προσβάλλει εν μέρει το εκ του άρθρου 975 αριθμ. 3 ΚΠολΔ γενικό προνόμιο των ως άνω απαιτήσεων, ισχυριζόμενη ότι αυτού απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την διετία 20.9.2004 - 20.9.2006, αφού ως αφετήριο σημείο λαμβάνεται η ημερομηνία που είχε ορισθεί αρχικώς για τον πλειστηριασμό και όχι η ημερομηνία που κηρύχθηκε η πτώχευση. Η άποψη αυτή θα ήταν πράγματι βάσιμη, αν ολοκληρωνόταν η άσκηση της υποθηκικής αγωγής με τη διενέργεια πλειστηριασμού και γινόταν διανομή του πλειστηριάσματος με τη σύνταξη πίνακα κατατάξεως.

Εν προκειμένω όμως, που η ως άνω αγωγή εγκαταλείφθηκε και η αντιλέγουσα μετέσχε στην ομάδα ως πτωχευτικός πιστωτής, δεχθείσα να ικανοποιηθεί από λογαριασμό διανομής και όχι με πίνακα κατατάξεως, ως αφετηρία θα ληφθεί η ημέρα κατά την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση, ήτοι η 18/7/2008.

6. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 975 περ 3 ΚΠολΔ, και 31 του ν 1545/1985 , οι όροι και οι προϋποθέσεις των οποίων συνέτρεχαν, εφόσον υπό τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, η οποία επικύρωσε την ενσωματωθείσα σ' αυτή απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι στην προκείμενη περίπτωση που υπάρχει διένεξη ως προς την τάξη της κατάταξης στον συνταχθέντα από την πρώτη αναιρεσίβλητη [σύνδικο της πτώχευσης και της ένωσης των πιστωτών της οφειλέτριας της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία 'ΤΕΧΝΙΚΟΛ ...

ΑΕΒΕ'] λογαριασμό διανομής της πτωχευτικής περιουσίας, μεταξύ α. της αναιρεσείουσας ενυπόθηκης δανείστριας της ανωτέρω εταιρείας, η οποία μετά την άσκηση της υποθηκικής κατ' αυτής αγωγής [με την ανάληψη της συνέχισης του πλειστηριασμού επί του ενυπόθηκου από αυτήν ακινήτου της οφειλέτριας της], άσκησε μετά την κήρυξη της πτώχευσης αυτής [που έλαβε χώρα στις 18.7.2008 =] την ενοχική αγωγή, επιλέγοντας να ενταχθεί στην ομάδα των πιστωτών της πτωχεύσασας οφειλέτριας και να ικανοποιήσει την απαίτησή της, η οποία επαληθεύθηκε και έγινε δεκτή, όχι από το πλείστηρίασμα, αλλά από την πτωχευτική περιουσία και β.

των πτωχευτικών πιστωτών δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργασίας στην πτωχεύσασα εταιρεία που προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της πτώχευσης [ ήτοι από Αύγουστο 2006 έως το θέρος του 2007] - δέχθηκε ορθώς ότι οι τελευταίοι κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ορίζοντας ως αφετήριο σημείο της διετίας του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης και όχι την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού [20.9.2006], που δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση που η αναιρεσείουσα εγκατέλειψε την υποθηκική αγωγή και προτίμησε να ικανοποιηθεί από την πτώχευση.

Μετά ταύτα οι αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας περί ορισμού του χρόνου των εχόντων γενικό προνόμιο λοιπών πιστωτών της οφειλέτριας εταιρείας του [2,3 και 4 των αναιρεσιβλήτων] από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, που στοιχειοθετούν τον μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 975 παρ. 3 ΚΠολΔ και 31 του ν 1545/1985, είναι αβάσιμος.

7. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [495 παρ 3 β ΚΠολΔ ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατόπιν υποβολής σχετικού της αιτήματος, [άρθρα 176,183,189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ] όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν ορίζεται διάταξη περί δικαστικών εξόδων για τους μη παριστάμενους 2,3 και 4 των αναιρεσιβλήτων ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6074/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ