Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding the definition of documentary evidence in bankruptcy proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding their bankruptcy claims. The appellants argued that the court distorted the content of their creditor announcement by treating it as documentary evidence under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, ruling that the creditor announcement is a procedural document excluded from the definition of 'documentary evidence' under Articles 339 and 432 of the Code. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; The creditor announcement in bankruptcy proceedings constitutes a procedural document and does not qualify as documentary evidence for the purposes of Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2002 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2002/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) G. A. - M., κατοίκου ..., 2) Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 5) Α. Σ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Βερβεσό και Παναγιώτη Πορφύρη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη και από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τους Προϊστάμενους των ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και του κέντρου ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων.
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χρυσαυγή Γρηγοριάδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε τις δύο από 22-9-2022 δηλώσεις της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2914/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 27-9-2020 και 29-9-2020 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου μέρους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-9-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: Α) η από 27/9/2020 αίτηση αναίρεσης των G. A. M. κ.λ.π κατά του Ελληνικού Δημοσίου και Β) η από 29/9/2020 αίτηση αναίρεσης του τελευταίου κατά των πρώτων. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 2914/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα), αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο, αναιρεσίβλητο της Α'αναίρεσης - αναιρεσείον της Β'αναίρεσης, άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 15-2-2016 ανακοπή του κατά, μεταξύ άλλων τριάντα τεσσάρων εργαζομένων στην κατωτέρω αναφερόμενη εταιρεία, και κατά των αναιρεσειόντων της Α' αναίρεσης- αναιρεσίβλητων της Β'αναίρεσης και ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης πιστωτών που συνέταξε η ειδική εκκαθαρίστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με τον οποίο διανέμεται το προϊόν της εκκαθάρισης και ειδικότερα της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", η οποία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με την υπ' αριθ.5714/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 Α του Ν.3429/2005, ώστε να καταταγεί προνομιακά και οριστικά το ανακόπτον, Ελληνικό Δημόσιο, στο ποσό των 3.378.612,68 ευρώ (πρώτος λόγος ανακοπής, με τον οποίο αρνείται την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων όλων των καθ'ων η ανακοπή), άλλως στο ποσό των 2.223.230,06 ευρώ (δεύτερος λόγος ανακοπής, σε σχέση με τους καθ'ων οι οποίοι είναι εργαζόμενοι εξωτερικού, επικαλούμενο ότι εσφαλμένα χώρησε κατάταξή τους για τα ποσά που αφορούν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών), άλλως στο ποσό των 326.163,48 ευρώ (τρίτος λόγος ανακοπής, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα οι καθ'ων κατετάγησαν προνομιακά για τους παραχθέντες τόκους υπερημερίας).
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η, με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη (υπ` αριθ. 2914/2019) απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.1, 3 Κ.Πολ.Δ).
Ι. Επί της από 29-9-2020 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου: Σύμφωνα με το άρθρο 14 Α του Ν.3429/2005 "ειδική εκκαθάριση δημόσιων επιχειρήσεων" "Δημόσιες επιχειρήσεις οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυση τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.
Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξη του ως εκκαθαριστή (παρ.1).
Τη θέση επιχείρησης της παραγράφου 1 σε ειδική εκκαθάριση ζητούν είτε: α) πιστωτές οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 51% των κατά της επιχείρησης υφιστάμενων ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων,...εφόσον μεταξύ των πιστωτών αυτών περιλαμβάνεται κατά το ήμισυ τουλάχιστον των απαιτήσεων το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης κύριας και επικουρικής είτε β) το Ελληνικό Δημόσιο ή πιστωτές της επιχειρήσεως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή πιστωτές οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως είτε γ) εταίροι ή μέτοχοι, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 51% του εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης, εφόσον μεταξύ αυτών συμμετέχει κατά το ήμισυ τουλάχιστον το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης κύριας και επικουρικής, με αίτηση τους που υποβάλλεται στο Εφετείο της καταστατικής έδρας της επιχείρησης (παρ.2)...Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών.
Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης. Ο εκκαθαριστής διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης.
Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.
Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας...(παρ.4).
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στην πώληση ή εκμίσθωση, με έναν ή και περισσότερους δημόσιους πλειοδοτικούς διαγωνισμούς, του συνόλου ή επί μέρους στοιχείων που συνθέτουν το ενεργητικό της επιχείρησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται πάσης φύσεως απαιτήσεις, δικαιώματα, σήματα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, λογότυποι, διακριτικά γνωρίσματα και εμπορική επωνυμία...(παρ.5).
Αμελλητί μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου με την οποία τίθεται η επιχείρηση σε ειδική εκκαθάριση, ο εκκαθαριστής δημοσιεύει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την αγορά της πωλούμενης επιχείρησης στο σύνολο της ή περισσότερες προσκλήσεις για επί μέρους στοιχεία του ενεργητικού της ή κλάδων της, τη σύνθεση των οποίων καθορίζει ο εκκαθαριστής κατά την κρίση του...(παρ.6)...
Ο εκκαθαριστής, εντός δεκαπέντε ημερών από τη μεταβίβαση του ενεργητικού κατά τα προαναφερόμενα, υποχρεούται να δημοσιεύσει σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, μία αθηναϊκή και μία της πρωτεύουσας του νομού της καταστατικής έδρας της επιχείρησης, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Ειδική πρόσκληση απευθύνεται ατομικώς στους γνωστούς πιστωτές, το περιεχόμενο της οποίας έχει όπως ορίζεται στο άρθρο 40 παρ. 2 του Κανονισμού 1346/2000 "Περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας". Σχετικώς εφαρμόζονται και τα άρθρα 41 και 42 του Κανονισμού αυτού. Η πρόσκληση μπορεί να γίνει και αμέσως μετά τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση.
Οι δανειστές, εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως 979 και 1007 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εντός δεκαπέντε ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας αναγγελίας...
Αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπών κατά του πίνακα είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο εκκαθαριστής...(παρ.14).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.1346/2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαϊου 2000 "περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας" και ειδικότερα κατά το άρθρο 1 αυτού υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής": "1.Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις συλλογικές διαδικασίες οι οποίες προϋποθέτουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, συνεπάγονται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και το διορισμό συνδίκου", κατά δε άρθρο 2 του Κανονισμού υπό τον τίτλο "ορισμοί" :"Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:
α) ως "διαδικασίες αφερεγγυότητας", νοούνται οι συλλογικές διαδικασίες οι εμπίπτουσες στο άρθρο 1 παράγραφος 1, και απαριθμούμενες στο παράρτημα Α ". Κατά δε σχετική πρόβλεψη στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α' του Κανονισμού, που αφορά την Ελλάδα, στις συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας υπάγεται και η ειδική εκκαθάριση.
Ακόμη, κατά το άρθρο 4 του ίδιου Κανονισμού υπό τον τίτλο "εφαρμοστέο δίκαιο": "1. Εάν ο παρών κανονισμός δεν ορίζει άλλως, δίκαιο εφαρμοστέο στη διαδικασία αφερεγγυότητας και στα αποτελέσματά της είναι το δίκαιο του κράτους μέλους έναρξης της διαδικασίας, κατωτέρω καλουμένου "κράτος έναρξης". 2. Το δίκαιο του κράτους έναρξης ρυθμίζει τις προϋποθέσεις έναρξης, τη διεξαγωγή και την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Βάσει του δικαίου αυτού, ορίζονται συγκεκριμένα: α) οι οφειλέτες που, ως εκ της ιδιότητάς τους, έχουν πτωχευτική ικανότητα*... η) οι κανόνες αναγγελίας, εξέλεγξης και τελικής επαλήθευσης των πιστώσεων, θ) οι κανόνες διανομής του προϊόντος της ρευστοποιήσεως των περιουσιακών στοιχείων, η κατάταξη των απαιτήσεων και τα δικαιώματα των πιστωτών οι οποίοι ικανοποιήθηκαν εν μέρει μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, βάσει εμπραγμάτου δικαιώματος ή διά συμψηφισμού...".
Ενώ, κατά το άρθρο 10 του ίδιου Κανονισμού (1346/2000) υπό τον τίτλο "σύμβαση εργασίας": "Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί συμβάσεως εργασίας και επί της σχέσεως εργασίας, διέπονται αποκλειστικώς από το δίκαιο του κράτους μέλους το διέπον τη σύμβαση εργασίας". Επιπλέον δε κατά τη διευκρινιστική δήλωση αριθ. (28) του Κανονισμού 1346/2000 "Για τους σκοπούς της προστασίας των εργαζομένων και των σχέσεων εργασίας, οι επιπτώσεις της διαδικασίας αφερεγγυότητας στη συνέχιση ή στη διακοπή των σχέσεων εργασίας και στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του κάθε μέρους που απορρέουν από τις σχέσεις αυτές, πρέπει να καθορίζονται από το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση δυνάμει των γενικών κανόνων σύγκρουσης των νομοθεσιών.
Άλλα ζητήματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, όπως π.χ. το αν οι απαιτήσεις των εργαζομένων είναι εγγυημένες με κάποιο προνόμιο και ποια είναι η ενδεχόμενη σειρά του προνομίου αυτού, θα πρέπει να επιλύονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους έναρξης". Εξάλλου σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ.593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I), που αντικατέστησε (άρθρο 24 του Κανονισμού) τη Σύμβαση της Ρώμης από 19 Ιουνίου 1980, που είχε κυρωθεί με το Ν.1792/1988 "Κύρωση σύμβασης για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές" και προέβλεπε ταυτοσήμου περιεχομένου με τον Κανονισμό 593/2008 διατάξεις, "ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις συμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου στις περιπτώσεις που εμπεριέχουν σύγκρουση νόμων" (άρθρο 1 παρ. 1 εδ.
α' του Κανονισμού 593/2008 υπό τον τίτλο "Καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής"), "στο μέτρο που το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ή, ελλείψει αυτού, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατά την εκτέλεση της σύμβασης" (άρθρο 8 παρ. 2 εδ.
α' του Κανονισμού 593/2008 υπό τον τίτλο "ατομικές συμβάσεις εργασίας"). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι όταν μία ημεδαπή επιχείρηση δημοσίου χαρακτήρα τεθεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατ' άρθρο 14 Α του Ν.3429/2005, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας της επιχείρησης χωρεί, κατά την πρόβλεψη του ίδιου άρθρου στην παράγραφο 4, χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως (αζημίως).
Για το λόγο δε αυτό προβλέπεται η εφαρμογή μέτρων κοινωνικής στήριξης των εργαζομένων που θα στερηθούν την αποζημίωση. Η ρύθμιση αυτή αφορά προφανώς εκείνες τις συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της υπό εκκαθάριση επιχείρησης που διέπονται από το ημεδαπό (ελληνικό) δίκαιο, οι οποίες και υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο της παραγράφου 4 που προβλέπει την άνευ καταβολής αποζημίωσης καταγγελία.
Όταν όμως η σύμβαση εργασίας του εργαζομένου στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας, τότε, στην περίπτωση αυτή, η επίδραση της θέσης υπό καθεστώς εκκαθάρισης στην σύμβαση εργασίας, και στο ειδικότερο ζήτημα της κατάφασης ή μη του δικαιώματος αποζημιώσεως επί λύσης αυτής ένεκα καταγγελίας, θα κριθεί από το δίκαιο του κράτους το οποίο θα υποδειχθεί από την εφαρμογή κανόνων άρσεως συγκρούσεως μεταξύ διαφόρων δικαιϊκών τάξεων.
Ειδικότερα, το ζήτημα των αποτελεσμάτων της ειδικής εκκαθάρισης στις συμβάσεις εργασίας που εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης "περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας" και των Παραρτημάτων αυτής, καθόσον κατά τη σχετική ρητή πρόβλεψη στο Παράρτημα Α, που αφορά την Ελλάδα, στις συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας υπάγεται η ειδική εκκαθάριση.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ.1346/2000 στο άρθρο 10 αυτού, που αφορά τη σύμβαση εργασίας, εισάγει γενικό κανόνα παραπομπής, ρυθμίζοντας τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας (τέτοια, όπως προαναφέρθηκε, είναι η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης) στη σύμβαση εργασίας, oρίζοντας ότι αυτά διέπονται αποκλειστικώς από το δίκαιο του κράτους που διέπει τη σύμβαση.
Με τον τρόπο αυτό, εφόσον δεν καθορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση, ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 καταλείπει (παραπέμπει) σε άλλο ειδικότερο σύστημα κανόνων την άρση της σύγκρουσης. Εφαρμοστέος είναι μετά ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I), ο οποίος στο άρθρο 8 παρ.2 αυτού ορίζει ότι, εφόσον δεν επιλεγεί από τα μέρη το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας δίκαιο, αυτή διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατά την εκτέλεση της σύμβασης (ταυτόσημη ρύθμιση προβλέπεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 στοιχ.α' Ν. 1792/1988 "Κύρωση σύμβασης για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στη σύμβαση για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές").
Η ρύθμιση αυτή εισάγει ειδικό κανόνα παραπομπής. Επομένως εάν από το δίκαιο της χώρας όπου παρέχεται η εργασία (αλλοδαπό δίκαιο) προβλέπεται αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, η πρόβλεψη αυτή καταλαμβάνει και την καταγγελία που χώρησε μετά την θέση της ημεδαπής επιχείρησης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.
Επιπλέον, κατά το άρθρο 975 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 56 του Ν.3994/2011, 19 παρ.10 του Ν.4055/2012 και 71 του Ν.4174/2013 η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται με την εξής σειρά:...3) οι απαιτήσεις, που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας καθώς και ..., εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.
Οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας καθώς και ...κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν. 'Ετσι, από την ευρύτατη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως και τον κοινωνικό σκοπό που υπηρετεί, ο οποίος έγκειται στην ισχυρή, αλλά δίκαιη προστασία εκείνων που με την προσωπική τους εργασία βοηθούν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, προκύπτει ότι στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους.
Και εφόσον μεν οι παρεπόμενες αυτές απαιτήσεις τόκων προέρχονται από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό. Εφόσον, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακώς μόνο αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτωχεύσεως.
Τούτο συνάγεται εκ του ότι η διάταξη του άρθρου 975 περ. 3 Κ.Πολ.Δ. είναι σαφής και δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ απαιτήσεων εκ κεφαλαίου και απαιτήσεων εκ τόκων, τα προνόμια δε αποτελούν εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της ίσης ικανοποιήσεως όλων των δανειστών και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να επεκτείνονται ερμηνευτικώς.
Αν ήθελε ο νομοθέτης να εξοπλίσει με προνόμιο και τις αξιώσεις τόκων, οι οποίοι γεννήθηκαν μετά την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως από οποιαδήποτε απαίτηση έχουσα ως βάση της την παροχή εξαρτημένης εργασίας, που όμως προέκυψε κατά την προ του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως διετία, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως για τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας ρητώς όρισε ότι αυτές κατατάσσονται στην τρίτη τάξη ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν (Ολ.Α.Π.22/2000, Α.Π.1246/2021, Α.Π.99/2017).
Για την ταυτότητά του νομικού λόγου επί ειδικής εκκαθάρισης (όπως και επί πτώχευσης) εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα οριζόμενα στο άρθρο 975 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ. και επομένως οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία της θέσης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες αν μεν είναι παρεπόμενες της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, δεν υπόκεινται σε κανένα χρονικό περιορισμό, αν, όμως, είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακώς μόνον αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από τη θέση σε εκκαθάριση.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 1, αποτελούν και οι διατάξεις των άρθρων 4 έως 33 ΑΚ και οι άλλοι ειδικότεροι περί συγκρούσεως νόμων κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (Ολ.Α.Π.19/95, Α.Π.1145/2003). Υπόκειται δε στον αναιρετικό έλεγχο και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν, το καθορισθέν ως εφαρμοστέο δίκαιο, είναι το δίκαιο που πράγματι αρμόζει στη σχέση (Α.Π.384/2005, Α.Π.581/96).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει για το ορισμένο του λόγου αυτού, να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π.14/2021).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π. 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα έγγραφα που οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν καθώς και από την ένορκη βεβαίωση .../20-3-2018 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δανιά - Σινάνη που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι 2η, 3ος , 4η, 5ος και 6η των καθ' ων, ...ελήφθη δε έπειτα από νόμιμη κλήτευση του ανακόπτοντος κατ' άρθρα 421, 422 και 591 Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν από 1-1-2016 μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, πλήρως αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της 5714/2-10-2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και έπειτα από αίτηση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, τέθηκε υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατ' άρθρο 14 Α ν. 3429/2005, όπως προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 40 ν. 3710/2008, η ανώνυμη εταιρία "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.". Με την απόφαση αυτή ορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια η ανώνυμη εταιρία "Εθνική Κεφαλαίου Α.Ε.", η οποία εν συνεχεία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.".
Κατόπιν τούτου με την 1188/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αντικαταστάθηκε η αρχική ειδική εκκαθαρίστρια από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". Οι καθ' ων η ανακοπή διετέλεσαν εργαζόμενοι της τεθείσας υπό εκκαθάριση εταιρίας. Από την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση εταιρίας συγκεντρώθηκε ποσό προς διανομή που ανήλθε, μετά την αφαίρεση των εξόδων λειτουργίας της εταιρίας μέχρι την 31-12-2014 και της αμοιβής της εκκαθαρίστριας, στο ποσό των 91.387.853,53 ευρώ.
Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο αναγγέλθηκε ως γενικός προνομιούχος δανειστής κατ' άρθρο 61 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974): α) με την ...21-12-2012 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων για ποσό ληξιπροθέσμων απαιτήσεων 25.596.582,62 ευρώ (κεφάλαιο 25.043.745,91 ευρώ και προσαυξήσεις 525.836,78 ευρώ) πλέον των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, β) με την .../11/2013 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε. Πειραιώς για ποσό ληξιπροθέσμων απαιτήσεων 200.976.890,94 ευρώ (κεφάλαιο 137.382.944,91 ευρώ και προσαυξήσεις 63.693.946,03 ευρώ) πλέον των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής. Οι απαιτήσεις αφορούν εισφορές και τέλη, ποσά υπέρ τρίτων, έσοδα Υ.Π.Α. και οριστική βεβαίωση Φ.Π.Α., όπως περιγράφονται αναλυτικά στους πίνακες χρεών που συνοδεύουν τις αναγγελίες.
Η ειδική εκκαθαρίστρια συνέταξε τον από 9-12-2015 πίνακα κατάταξης πιστωτών. Με τον πίνακα κατάταξης η ειδική εκκαθαρίστρια προαφαίρεσε, προ πάσης διανομής, και κατέταξε προνομιακά (οριστικά ή τυχαία) τις απαιτήσεις εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι καθ' ων η ανακοπή, στο συνολικό ποσό των 3.572.275,04 ευρώ.
Εν συνεχεία διαίρεσε το υπόλοιπο ποσό του προϊόντος εκκαθάρισης, που ανήλθε στο ποσό των 83.374.500,05 ευρώ, και διένειμε αυτό μεταξύ των εμπραγμάτως ασφαλισμένων και των γενικών προνομιούχων δανειστών, και κατέταξε, κατ' άρθρο 61 Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), οριστικά και προνομιακά το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο στο ποσό των 79.010.912,30 ευρώ εκ του προαναφερόμενου ποσού των 83.374.500,05 ευρώ.
Οι καθ' ων η ανακοπή, ως εργαζόμενοι, κατετάγησαν μετά από σχετικές αναγγελίες τους (με προαφαίρεση των ποσών κατά τα ως άνω) ως εξής: ...2) η 2η καθ' ης A. - M. G. προνομιακά και οριστικά στο συνολικό ποσό των 282.392,85 ευρώ που αφορά: 2.α) ποσό 229.721,97 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, 2.β) ποσό 35.468,82 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως 31-12-2014, 2.γ) ποσό 14.904.08 ευρώ για απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας για τα έτη 2010 - 2011, 2.δ) ποσό 2.297,98 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014, 3) ο 3ος καθ' ου Σ.
Χ. προνομιακά και οριστικά στο συνολικό ποσό των 76.740,77 ευρώ που αφορά: 3.α) ποσό 58.420,68 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, 3.β) ποσό 9.007,58 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως 31-12-2014, 3.γ) ποσό 8.068,47 ευρώ για απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας για τα έτη 2010 - 2011, 3.
δ) ποσό 1.244,04 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014, 4) η 4η καθ' ης Π. Κ. προνομιακά και οριστικά στο συνολικό ποσό των 36.199,97 ευρώ που αφορά: 4.α) ποσό 24.296,11 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, 4.β) ποσό 3.747,67 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως 31-12-2014, 4.γ) ποσό 7.066,63 ευρώ για απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας για τα έτη 2010 - 2011, 4.δ) ποσό 1.089,56 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014, 5) ο 5ος καθ' ου Ε.
Σ. προνομιακά και οριστικά στο συνολικό ποσό των 105.052,70 ευρώ που αφορά: 5.α) ποσό 81.080,91 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, 5.β) ποσό 12.501,46 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως 31-12-2014, 5.γ) ποσό 9.934,98 ευρώ για απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας για τα έτη 2010 - 2011, 5.δ) ποσό 1.535,35 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014. 6) η 6η καθ' ης Α.
Σ. προνομιακά και οριστικά στο συνολικό ποσό των 52.092,16 ευρώ που αφορά: 6.α) ποσό 37.176,87 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, 6.β) ποσό 5.732,02 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας έως 31-12-2014, 6.γ) ποσό 7.956,50 ευρώ για απαιτήσεις από τη σύμβαση εργασίας για τα έτη 2010 - 2011, 6.δ) ποσό 1.226,77 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014. ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι καθ' ων 2η A. - M. G., 30ς Σ. Χ., 4η Π. Κ., 5ος Ε. Σ. και 6η Α. Σ., είναι κάτοικοι Βελγίου και απασχολήθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην υπό εκκαθάριση εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." στο Βέλγιο... Ειδικότερα: 1) η 2η καθ' ης A. - M. G. προσλήφθηκε την 1-12-1977 από την υπό εκκαθάριση εταιρία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα της υπαλλήλου.
Η υπό εκκαθάριση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 27-5-2010 με χρόνο έναρξης των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-5-2010... 2) ο 3ος καθ' ου Σ. Χ. προσλήφθηκε την 15-10-1988 από την υπό εκκαθάριση εταιρία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα του υπαλλήλου. Η υπό εκκαθάριση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 27-5-2010 με χρόνο έναρξης των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-5-2010. 3) η 4η καθ' ης Π.
Κ. προσλήφθηκε την 1-5-1995 από την υπό εκκαθάριση εταιρία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα της υπαλλήλου. Η υπό εκκαθάριση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 27-5-2010 με χρόνο έναρξης των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-5-2010. 4) ο 5ος καθ' ου Ε. Σ. προσλήφθηκε την 1-12-1984 από την υπό εκκαθάριση εταιρία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα του υπαλλήλου.
Η υπό εκκαθάριση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 27-5-2010 με χρόνο έναρξης των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-5-2010 και 5) η 6η καθ' ης Α. Σ. προσλήφθηκε την 8-11-1989 από την υπό εκκαθάριση εταιρία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα της υπαλλήλου. Η υπό εκκαθάριση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 27-5-2010 με χρόνο έναρξης των εννόμων αποτελεσμάτων της καταγγελίας την 31-5-2010.
Σύμφωνα με τα ... προβλεπόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I), που καλείται σε εφαρμογή από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης "περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας" και στο άρθρο 8 παρ. 2 αυτού [Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I)], ορίζεται ότι, εφόσον δεν επιλεγεί από τα μέρη το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας δίκαιο, αυτή διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατά την εκτέλεση της σύμβασης, στις ανωτέρω περιπτώσεις, και εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, εφαρμοστέο τυγχάνει το βελγικό δίκαιο, με βάση το οποίο θα κριθούν οι αξιώσεις των ανωτέρω.
Επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής το ημεδαπό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 14Α ν. 3429/2005, το οποίο προβλέπει, επί της ειδικής εκκαθάρισης, καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αζημίως για την υπό ειδική εκκαθάριση εταιρία, όσα δε αντίθετα διατείνεται το ανακόπτον με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, σε σχέση με τους καθ' ων 2η, 3°, 4η, 5° και 6η εργαζόμενους εξωτερικού, ότι δηλαδή εσφαλμένα χώρησε κατάταξή τους για τα ποσά που αφορούν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αυτών, τυγχάνουν αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι συμβάσεις εργασίας που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." και των αναιρεσιβλήτων (της Β' αναίρεσης), εργαζομένων στο Βέλγιο, δεν διέπονται από το ημεδαπό δίκαιο και συγκεκριμένα από το άρθρο 14Α ν. 3429/2005, αλλά από το βελγικό δίκαιο, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 περ.α', 4 και 10 του 1346/2000 Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του προοιμίου (και ειδικότερα των υπ' αριθ. 23 και 28 σκέψεων) του ιδίου ως άνω Κανονισμού, καθώς και του άρθρου 8 παρ.2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I), τις οποίες εφάρμοσε, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 14Α ν. 3429/2005, την οποία δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι, κατ' άρθρο 10 του ανωτέρω 1346/2000 Κανονισμού (ΕΚ), τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας (τέτοια δε είναι η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης) επί συμβάσεως εργασίας, διέπονται αποκλειστικώς από το δίκαιο του κράτους που διέπει τη σύμβαση και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ένδικη διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης δεν είχε επιλεγεί από τα μέρη το εφαρμοστέο στην ατομική σύμβαση εργασίας εκάστου των αναιρεσιβλήτων, δίκαιο, αυτή διέπεται, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη I), από το δίκαιο της χώρας στην οποία οι αναιρεσίβλητοι εργαζόμενοι παρείχαν την εργασία τους κατά την εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή από το βελγικό δίκαιο, και όχι από το ημεδαπό δίκαιο και δη από το άρθρο 14Α ν. 3429/2005, το οποίο προβλέπει ότι, επί της ειδικής εκκαθάρισης, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας λαμβάνει χώρα αζημίως για την υπό ειδική εκκαθάριση εταιρεία, συνακόλουθα δε, οι εργαζόμενοι της παραπάνω, τεθείσας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, επιχείρησης, οι οποίοι παρείχαν την εργασία τους στο Βέλγιο και δικαιούνται, κατά το βελγικό δίκαιο, χρηματική αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους με την ως άνω επιχείρηση, νόμιμα αναγγέλθηκαν στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης της επιχείρησης και οι απαιτήσεις τους απολαμβάνουν το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων, κατ' άρθρο 975 αριθ.3 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι τα αποτελέσματα της διαδικασίας ειδικής εκκαθάρισης της ως άνω εταιρείας επί των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων της Β'αναίρεσης διέπονται αποκλειστικώς από το βελγικό δίκαιο και β) ότι, εφόσον αυτοί δικαιούνται, κατά το βελγικό δίκαιο, χρηματική αποζημίωση λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους με την ως άνω επιχείρηση, νόμιμα κατετάγησαν οριστικά και προνομιακά στο προϊόν από την ειδική εκκαθάριση με τον επίδικο πίνακα κατάταξης.
Επομένως, οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της Β' αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση Β', από 29-9-2020, αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ τέλος, διάταξη αναφορικά για παράβολο δεν θα συμπεριληφθεί στην παρούσα, αφού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επί της από 27-9-2020 αίτησης αναίρεσης των: G. A. M. κ.λ.π. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.1181/2010, Α.Π.694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (Α.Π.179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π. 1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π.1134/1993).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους (Α.Π.1763/2007, Α.Π.1595/2006). Συνήθως αρκεί γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (Α.Π. 779/2019).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, και ειδικότερα ως προς τα ποσά που δικαιούται έκαστος των αναιρεσειόντων της Α' αναίρεσης - καθ'ων η ανακοπή να καταταγεί προνομιακά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η 2η καθ' ης A. - M.
G. δικαιούται: i) ποσό 156.893,35 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του βελγικού Νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία, και όχι ποσό 229.721,97 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 72.828,62 ευρώ [229.721,97 ευρώ μείον 156.893,35 ευρώ]), ΐί) ποσό 24.224,16 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, και όχι ποσό 35.468,82 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 11.244,66 ευρώ [35.468,82 ευρώ μείον 24.224,16 ευρώ])...Με την 5021/22-11-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η εκδοθείσα στις 15-10-2010 με αριθμό Α.Ρ. 9960/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην 2η καθ' ης (και τότε αιτούσα:
α) ποσό 3.904,59 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Απρίλιο 2010, β) ποσό 3.904,59 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Μάιο 2010 και γ) ποσό 156.893,35 ευρώ μεικτά ως αποζημίωση καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από 27-5-2010. Η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο έναντι του ανακόπτοντος, αφού αυτό δεν ήταν διάδικο μέρος σ' εκείνη τη δίκη, δεν αναιρείται όμως η αποδεικτική της δύναμη αναφορικά με την ως άνω απαίτηση της 2ης καθ' ης η ανακοπή, δεδομένου ότι η κρίση της εναρμονίζεται πλήρως με το αποδεικτικό πόρισμα του παρόντος Δικαστηρίου...
από τα ποσά που δικαιούται η 2η καθ' ης A. - M. G., χωρεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 ν.1545/1985, προνομιακή κατάταξη: 1) για ποσό 156.893,35 ευρώ που αφορά αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και 2) για ποσό 24.224,16 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, ήτοι συνολικά για ποσό 181.117,51 ευρώ (156.893,35 ευρώ + 24.224,16 ευρώ).
Αντίθετα η 2η καθ'ης δεν δικαιούται προνομιακής κατάταξης, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την θέση σε ειδική εκκαθάριση στις 2-10-2009: α) για το ποσό των 7.809,18 ευρώ που αφορά απαιτήσεις μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών των μηνών Απριλίου 2010 και Μαΐου 2010, και β) για το ποσό των 1.204,05 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014.
Επομένως ως προς την 2η καθ' ης A. - M. G. πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτή μερικά ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών της, ενώ μη νόμιμα ζητεί την κατάταξή της για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης σε εκκαθάριση, και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης...
Ο 3ος καθ' ου Σ. Χ. δικαιούται: i) ποσό 32.308,05 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του βελγικού Νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία [3 μήνες Χ 5 μισθοί ύψους 2.153,87 = 32.308,05 ευρώ], και όχι ποσό 58.420,68 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 26.112,63 ευρώ [58.420,68 ευρώ μείον 32.308,05 ευρώ]), ii) ποσό 4.981,41 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, και όχι ποσό 9.007,58 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 4.026,17 ευρώ [9.007,58 ευρώ μείον 4.981,41 ευρώ])...Με την 5020/22-11-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η εκδοθείσα στις 15-10-2010 με αριθμό Α.Ρ.9961/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον 3° καθ' ου (και τότε αιτούντα):
α) ποσό 2.153,83 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Απρίλιο 2010, β) ποσό 2.153,83 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Μάιο 2010, και γ) ποσό 32.308,05 ευρώ μεικτά ως αποζημίωση καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από 27-5-2010. Η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο έναντι του ανακόπτοντος, αφού αυτό δεν ήταν διάδικο μέρος σ' εκείνη τη δίκη, δεν αναιρείται όμως η αποδεικτική της δύναμη αναφορικά με την ως άνω απαίτηση του 3ου καθ' ου η ανακοπή, δεδομένου ότι η κρίση της εναρμονίζεται πλήρως με το αποδεικτικό πόρισμά του παρόντος Δικαστηρίου...από τα ποσά που δικαιούται ο 3ος καθ' ου Σ.
Χ., χωρεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, προνομιακή κατάταξη: 1) για ποσό 32.308,05 ευρώ που αφορά αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και 2) για ποσό 4.981,41 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, ήτοι συνολικά για ποσό 37.289,46 ευρώ (32.308,05 ευρώ + 4.981,41 ευρώ).
Αντίθετα ο 3ος καθ' ου δεν δικαιούται προνομιακής κατάταξης, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την θέση σε ειδική εκκαθάριση στις 2-10-2009: α) για το ποσό των 4.307,66 ευρώ που αφορά απαιτήσεις μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών των μηνών Απριλίου 2010 και Μαΐου 2010, και β) για το ποσό των 664,18 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014.
Επομένως ως προς τον 3° καθ' ου Σ. Χ. πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτός μερικά ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών του, ενώ μη νόμιμα ζητεί την κατάταξή του για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης σε εκκαθάριση, και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης...Η 4η καθ' ης Π.
Κ. δικαιούται: ϊ) ποσό 19.920,60 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του βελγικού Νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία [12 μήνες Χ 1.660,05 ευρώ ο μηνιαίος μισθός = 19.920,60 ευρώ|, και όχι ποσό 24.296,11 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 4.375,51 ευρώ [24.296,11 ευρώ μείον 19.920,60 ευρώ]), ii) ποσό 3.072,75 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, και όχι ποσό 3.747,67 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 674,92 ευρώ [3.747,67 ευρώ μείον 3.072,75 ευρώ])...Με την 5024/22-11-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η εκδοθείσα στις 15-10-2010 με αριθμό Α.Ρ. 9962/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην 4η καθ' ης (και τότε αιτούσα):
α) ποσό 1.066,05 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Απρίλιο 2010, β) ποσό 1.660,05 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Μάιο 2010, και γ) ποσό 19.920,60 ευρώ μεικτά ως αποζημίωση καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από 27-5-2010. Η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο έναντι του ανακόπτοντος, αφού αυτό δεν ήταν διάδικο μέρος σ' εκείνη τη δίκη, δεν αναιρείται όμως η αποδεικτική της δύναμη αναφορικά με την ως άνω απαίτηση της 4ης καθ' ης η ανακοπή, δεδομένου ότι η κρίση της εναρμονίζεται πλήρως με το αποδεικτικό πόρισμά του παρόντος Δικαστηρίου...
από τα ποσά που δικαιούται η 4η καθ' ης Π. Κ., χωρεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, προνομιακή κατάταξη: 1) για ποσό 19.920,60 ευρώ που αφορά αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και 2) για ποσό 3.072,75 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, ήτοι συνολικά για ποσό 22.993,35 ευρώ (19.920,60 ευρώ + 3.072,75 ευρώ).
Αντίθετα η 4η καθ' ης δεν δικαιούται προνομιακής κατάταξης, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την θέση σε ειδική εκκαθάριση στις 2-10-2009: α) για το ποσό των 3.320,10 ευρώ που αφορά απαιτήσεις μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών των μηνών Απριλίου 2010 και Μαΐου 2010, και β) για το ποσό των 511,91 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014.
Επομένως ως προς την 4η καθ' ης Π. Κ. πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτή μερικά ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών της, ενώ μη νόμιμα ζητεί την κατάταξή της για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης σε εκκαθάριση, και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης...Ο 5ος καθ' ου Ε.
Σ. δικαιούται: ΐ) ποσό 40.370,55 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του βελγικού Νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία [12 μήνες Χ 2.691,37 ευρώ ο μηνιαίος μισθός = 40.370,55 ευρώ], και όχι ποσό 81.080,91 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 40.710,36 ευρώ [81.080,91 ευρώ μείον 40.370,55 ευρώ]), ιι) ποσό 6.224,53 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, και όχι ποσό 12.501,46 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 6.276,93 ευρώ [12.501,46 ευρώ μείον 6.224,53 ευρώ])...Με την 5023/22-11-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η εκδοθείσα στις 15-10-2010 με αριθμό Α.Ρ. 9958/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον 5° καθ' ου, (και τότε αιτούντα):
α) ποσό 2.691,37 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Απρίλιο 2010, β) ποσό 2.691,37 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Μάιο 2010, και γ) ποσό 40.370,55 ευρώ μεικτά ως αποζημίωση καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από 27-5-2010. Η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο έναντι του ανακόπτοντος, αφού αυτό δεν ήταν διάδικο μέρος σ' εκείνη τη δίκη, δεν αναιρείται όμως η αποδεικτική της δύναμη αναφορικά με την ως άνω απαίτηση του 5ου καθ' ου η ανακοπή, δεδομένου ότι η κρίση της εναρμονίζεται πλήρως με το αποδεικτικό πόρισμά του παρόντος Δικαστηρίου...από τα ποσά που δικαιούται ο 5ος καθ' ου Ε.
Σ., χωρεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, προνομιακή κατάταξη: 1) για ποσό 40.370,55 ευρώ που αφορά αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και 2) για ποσό 6.224,53 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, ήτοι συνολικά για ποσό 46.595,08 ευρώ (40.370,55 ευρώ + 6.224,53 ευρώ).
Αντίθετα ο 5ος καθ' ου δεν δικαιούται προνομιακής κατάταξης, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την θέση σε ειδική εκκαθάριση στις 2-10-2009: α) για το ποσό των 5.382,74 ευρώ που αφορά απαιτήσεις μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών των μηνών Απριλίου 2010 και Μαΐου 2010, και β) για το ποσό των 831,85 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014.
Επομένως ως προς τον 5° καθ' ου Ε. Σ. πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτός μερικά ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών του, ενώ μη νόμιμα ζητεί την κατάταξή του για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης σε εκκαθάριση, και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης...
Η 6η καθ' ης Α. Σ. δικαιούται: ϊ) ποσό 23.704,56 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 2 του βελγικού Νόμου περί συμβάσεων εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία [12 μήνες Χ 1.975,38 ευρώ ο μηνιαίος μισθός = 23.704,56 ευρώ], και όχι ποσό 37.176,87 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 13.472,31 ευρώ [37.176,87 ευρώ μείον 23.704,56 ευρώ]), ii) ποσό 3.654,82 ευρώ για τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014 και όχι ποσό 5.732,02 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή (διαφορά 2.077,20 ευρώ [5.732,02 ευρώ μείον 3.654,82 ευρώ]...
Με την 5022/22-11-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα η εκδοθείσα στις 15-10-2010 με αριθμό Α.Ρ. 9957/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, με την οποία η υπό εκκαθάριση εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον 6η καθ' ης, (και τότε αιτούσα): α) ποσό 1.975,38 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Απρίλιο 2010, β) ποσό 1.975,38 ευρώ μεικτά ως μισθό για το μήνα Μάιο 2010, και γ) ποσό 23.704,56 ευρώ μεικτά ως αποζημίωση καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο από 27-5-2010.
Η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου δεν παράγει δεδικασμένο έναντι του ανακόπτοντος, αφού αυτό δεν ήταν διάδικο μέρος σ' εκείνη τη δίκη, δεν αναιρείται όμως η αποδεικτική της δύναμη αναφορικά με την ως άνω απαίτηση της 6ης καθ' ης η ανακοπή, δεδομένου ότι η κρίση της εναρμονίζεται πλήρως με το αποδεικτικό πόρισμά του παρόντος Δικαστηρίου...από τα ποσά που δικαιούται η 6η καθ' ης Α.
Σ., χωρεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αριθ.3 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, προνομιακή κατάταξη: 1) για ποσό 23.704,56 ευρώ που αφορά αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και 2) για ποσό 3.654,82 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από 27-5-2010 έως 31-12-2014, ήτοι συνολικά για ποσό 27.359,38 ευρώ (23.704,56 ευρώ + 3.654,82 ευρώ).
Αντίθετα η 6η καθ' ης δεν δικαιούται προνομιακής κατάταξης, διότι πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την θέση σε ειδική εκκαθάριση στις 2-10-2009: α) για το ποσό των 3.950,76 ευρώ που αφορά απαιτήσεις μη καταβολής δεδουλευμένων μισθών των μηνών Απριλίου 2010 και Μαΐου 2010, και β) για το ποσό των 609,15 ευρώ που αφορά τόκους του προηγούμενου ποσού έως 31-12-2014.
Επομένως ως προς την 6η καθ' ης Α. Σ. πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτή μερικά ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών της, ενώ μη νόμιμα ζητεί την κατάταξή της για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης σε εκκαθάριση, και να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης".
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της Α' αναίρεσής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ'ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη όλες τις προσκομισθείσες με επίκληση απ' αυτούς αποφάσεις του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, οι οποίες ήταν όλες μεταφρασμένες και αποδείκνυαν το σύνολο των απαιτήσεών τους και το ύψος αυτών και συγκεκριμένα για την πρώτη αναιρεσείουσα ότι έλαβε υπόψη μόνο την αριθ.9960 της 15-10-2010 απόφαση και όχι και τις αριθ.9960 της 20-1-2012 και 9960 της 30-7-2010 αποφάσεις του ως άνω αλλοδαπού δικαστηρίου, για τον δεύτερο αναιρεσείοντα ότι έλαβε υπόψη μόνο την αριθ.9961 της 15-10-2010 απόφαση και όχι και τις αριθ.9961 της 20-1-2012 και 9961 της 30-7-2010 αποφάσεις του ως άνω αλλοδαπού δικαστηρίου, για την τρίτη αναιρεσείουσα ότι έλαβε υπόψη μόνο την αριθ.9962 της 15-10-2010 απόφαση και όχι και τις αριθ.9962 της 20-1-2012 και 9962 της 30-7-2010 αποφάσεις του ως άνω αλλοδαπού δικαστηρίου, για τον τέταρτο αναιρεσείοντα ότι έλαβε υπόψη μόνο την αριθ.9958 της 15-10-2010 απόφαση και όχι και τις αριθ.9958 της 20-1-2012 και 9958 της 30-7-2010 αποφάσεις του ως άνω αλλοδαπού δικαστηρίου και για την πέμπτη αναιρεσείουσα ότι έλαβε υπόψη μόνο την αριθ.9957 της 15-10-2010 απόφαση και όχι και τις αριθ.9957 της 20-1-2012 και 9957 της 30-7-2010 αποφάσεις του ως άνω αλλοδαπού δικαστηρίου.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, και δεδομένου ότι αρκεί, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (εν προκειμένω έγγραφα) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και καμιά διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, αυτό συνάγεται και από τις προαναφερθείσες, αναιρετικά ανέλεγκτες, πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ω αναφορικά με τις αποδειχθείσες από τους αναιρεσείοντες απαιτήσεις τους, κατά της υπό ειδική εκκαθάριση ως άνω εταιρείας, για τις οποίες δικαιούνται να καταταγούν προνομιακά και συγκεκριμένα από τις παραδοχές της, αναφορικά με την πρώτη αναιρεσείουσα A. - M.
G. ότι αυτή δικαιούται ποσό 156.893,35 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ποσό που είναι ανάλογο με τα χρόνια απασχόλησης στην υπό εκκαθάριση εταιρία, όπως δέχθηκε η με αριθ.Α.Ρ.9960/2010 απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών των Βρυξελλών, και όχι ποσό 229.721,97 ευρώ για το οποίο κατετάγη για την αιτία αυτή, ενώ ανάλογη παραδοχή υπάρχει και για τους λοιπούς αναιρεσείοντες για τα ποσά που αυτοί δικαιούνται για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, εν συνεχεία δε υπάρχει η παραδοχή για όλους τους αναιρεσείοντες ότι πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή κατά τους πρώτο και τρίτο αυτής λόγους, εφόσον αυτοί (ανακόπτοντες) μερικά ανταποκρίθηκαν στο βάρος απόδειξης των απαιτήσεών τους, ενώ μη νόμιμα ζητούν την κατάταξή της για απαιτήσεις τους που προέκυψαν μετά την ημερομηνία θέσης της εργοδότριας εταιρείας σε ειδική εκκαθάριση.
Δηλαδή δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις προσκομισθείσες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες δικαστικές αποφάσεις, ότι απαιτήσεις αυτών για τις οποίες αυτοί δεν κατετάγησαν ή δεν αποδείχθηκαν απ' αυτούς ή μη νόμιμα ζήτησαν την κατάταξή τους γι' αυτές. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. "Έγγραφο" κατά τον προκείμενο λόγο νοείται το κατά τα άρθρα 339, 432 επ.
ΚΠολΔ αποδεικτικό έγγραφο, που περιέχει άμεση ή έμμεση απόδειξη στην έννοια του οποίου δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα της διαγνωστικής και εκτελεστικής διαδικασίας, όπως η αναγγελία των δανειστών και ο πίνακας κατάταξης των αναγγελθέντων δανειστών (Α.Π. 243/2012).
Οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της Α' αναίρεσής τους, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου τους και συγκεκριμένα την αναγγελία των απαιτήσεών τους στην ειδική εκκαθαρίστρια. Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, "έγγραφο" κατά τον προκείμενο λόγο νοείται το κατά τα άρθρα 339, 432 επ. ΚΠολΔ αποδεικτικό έγγραφο, στην έννοια του οποίου δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα της διαγνωστικής και εκτελεστικής διαδικασίας, όπως είναι η αναγγελία των δανειστών. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση Α' από 27-9-2020 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως, ειδικότερα, στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την Α' από 27/9/2020 αίτηση αναίρεσης των G. A. M. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθ. 2914/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Απορρίπτει την Β' από 29.9.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2914/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ