2002/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2002 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2019
Legislator headnote
AI generated2002/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2002 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2019
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2002 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Παππαδά, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Δήμου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΙΤ310/2019 αποφάσεως του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Ι' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 218/2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 460/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, υπ' αριθμ. 218/2019 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Γ. του Χ., κατά της υπ' αριθμ. ΙΤ 310/28-01-2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό), με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών για παράβαση του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 74, 463, 473, 374 παρ. 2, 505 παρ. 1 α' του ΚΠΔ, όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4620/2019, εφαρμόζονται, όμως, στην προκείμενη περίπτωση κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 2 του νέου ΚΠΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την 01-07-2019), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής στις 27-02-2019 και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 18-03-2019 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περιέχει δε ως λόγους την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ). Είναι, επομένως, τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί στην ουσία της.
Σύμφωνα με το άρθρο 28 Ν.3996/2011 κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν.3904/2010, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 του ΑΝ.690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από το νόμο ή το έθιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτή ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση των ως άνω διατάξεων στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου αυτών, τα κρίσιμα για την θεμελίωση του αναφερομένου εγκλήματος περιστατικά, που είναι το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτής και ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση από τους κατηγορούμενους. Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και εάν πρόκειται για εταιρεία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ΑΠ 1645/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Ι' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθήνας, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν, κατά την, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, τα εξής: "ο κατηγορούμενος και ήδη εκκαλών τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε πρωτοδίκως υπό τις ακριβείς συνθήκες που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής για καθέναν από τους μάρτυρες κατηγορίας και εργαζομένους τους στους οποίους οφείλει τα χρηματικά ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές τους που αναφέρονται στο ανωτέρω διατακτικό της εκκαλουμένης. Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος να του αναγνωριστεί, όμως ότι στην πράξη του δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια κατ' άρθρο 84 2 β' του ΠΚ. δεδομένου ότι κάποιους από αυτούς εξακολουθεί να τους απασχολεί, ενώ έχει προβεί σε προσπάθεια εξόφλησής τους". Ακολούθως, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Στο ... : Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως και 31-5-2015, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ως εργοδότης, με πρόθεση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", αν και απασχόλησε στην επιχείρησή του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπό διάφορες ειδικότητες , όλους τους κάτωθι εργαζόμενους, δεν κατέβαλε σε καθέναν απ' αυτούς τα αντίστοιχα για έναν έκαστο χρηματικά ποσά, που όφειλε ως δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβές παντός είδους και αποζημιώσεις απόλυσης. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, αν και όφειλε δεν κατέβαλε:
1)Στην εργαζομένη Β. Σ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.840,11 ευρώ
2)Στον εργαζόμενο Γ. Χ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.700,82 ευρώ
3)Στην εργαζομένη G. L. το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.026,37 ευρώ
4)Στον εργαζόμενο Δ. Π. το συνολικό ποσό των 14.170,27 ευρώ
5)Στον εργαζόμενο Δ. Δ. το συνολικό ποσό των 2.006,16 ευρώ
6)Στον εργαζόμενο Κ. Μ. το συνολικό ποσό των 4.853,47 ευρώ
7)Στον εργαζόμενο Κ. Ι. το συνολικό χρηματικό ποσό των 9.008,99 ευρώ
8)Στον εργαζόμενο Κ. Α. το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.887,66 ευρώ
9)Στον εργαζόμενο Κ. Θ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 6.710,94 ευρώ
10)Στον εργαζόμενο Κ. Ι. το συνολικό χρηματικό ποσό των 13.019,86 ευρώ
11)Στην εργαζομένη Κ. Ζ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.187,93 ευρώ
12)Στον εργαζόμενο Λ. Κ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 16.885,58 ευρώ
13)Στον εργαζόμενο Λ. Σ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.860,56 ευρώ
14)Στον εργαζόμενο Μ. Χ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.203,9 ευρώ
15)Στον εργαζόμενο B. N. το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.217,96 ευρώ
16)Στον εργαζόμενο Ν. Γ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 3.640,12 ευρώ 1
7)Στην εργαζομένη Γ. Μ. - Κ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.276,61 ευρώ
18)Στον εργαζόμενο Τ. Θ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 6.055,62 ευρώ
19)Στον εργαζόμενο Τ. Σ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 20.603,01 ευρώ
20)Στον εργαζόμενο Τ. Κ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 12.070,46 ευρώ
21)Στον εργαζόμενο Τ. Χ. το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.942,83 ευρώ
22)Στον εργαζόμενο H. K. το συνολικό χρηματικό ποσό των 1.855,75 ευρώ
23)Στην εργαζομένη Χ. Β. το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.240,22 ευρώ
Όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά, αν και αφορούσαν τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των ανωτέρω προσώπων - παθόντων από δεδουλευμένες αποδοχές τους, αμοιβές και αποζημιώσεις απόλυσης, ο κατηγορούμενος με πρόθεση ουδέποτε έως και σήμερα κατέβαλε". Έτσι όπως έκρινε το Δικαστήριο, δεν διέλαβε την απαιτούμενη, κατά τα άνω, αιτιολογία για τη θεμελίωση της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύστοιχης του από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως. Κι' αυτό, διότι στη συγκεκριμένη από την κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παρατίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στην ανωτέρω εταιρική επιχείρηση, αφού, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναφορές, δεν αρκεί, για την κατάφαση της ποινικής ευθύνης του τελευταίου ο χαρακτηρισμός του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος στην εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία, κατά νόμον εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, και όχι μόνο ότι αυτός είναι νόμιμος εκπρόσωπός της, χωρίς να διευκρινίζεται πώς προκύπτει η εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, ο εις το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ ερειδόμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνακόλουθα, πρέπει δεκτής γενομένης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΙΤ 310/2019 απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ