Legislator Case Law & Legislation
2002/2014 AI generated

2002/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2002/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2002 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2014

Legislator headnote

AI generated

2002/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2002 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2002 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2002/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιο Τσάκα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Ν. του Γ. 2. Ε. Ν. του Γ. και 3. Ε. συζ. Γ. Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 337/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 16-7-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 297/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου με την οποία απερρίφθη η από 1-8-2000 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 337/1997 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία η από 20-12-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω μη εμπρόθεσμης εγγραφής της στα Κτηματικά Βιβλία. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 3 εδ γ' του με αριθμό 132/1929 του Κυβερνητικού Διατάγματος, περί Κτηματολογικού Κανονισμού, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ2 Ν 510/1947, ορίζεται ότι "υπόκεινται σε καταχώριση οι αγωγές οι μεταγενέστερες της εγγραφής, οι οποίες αναφέρονται σ' ένα εκ των αντικειμένων των καθοριζομένων στα προηγούμενα στοιχεία ή αφορούν καθ' οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη διαθεσιμότητα του εγγεγραμμένου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων και των περί προτιμήσεως σχετικών αγωγών (είναι αγωγές σχετικές με το δικαίωμα εξωνήσεως), ως και οι κτηματολογικές προσφυγές. Η δικαστική αρχή δεν μπορεί να επιληφθεί τοιούτων αγωγών, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν αποδείξει ότι εγένετο η καταχώρηση στο Κτηματολόγιο". Εξάλλου, με το άρθρο 52 του Κτηματολογικού Κανονισμού ορίζεται ότι η υποχρέωση υποβολής της αίτησης καταχώρισης βαρύνει προ παντός το ενδιαφερόμενο μέρος, η δε καταχώριση πρέπει να αιτηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της χρονολογίας της σχετικής πράξης ή της επικύρωσης στα βιβλία. Η ανωτέρω ρύθμιση αποσκοπεί στην προστασία, των τρίτων που αποκτούν καλόπιστα δικαίωμα στηριζόμενοι στις υπάρχουσες στα Κτηματολογικά Βιβλία εγγραφές (βλ. άρθρο 41 Κτηματολογικού Κανονισμού), και, συνεπώς, εγγραπτέες στα βιβλία του Κτηματολογίου αγωγές είναι και εκείνες που σε περίπτωση ευδοκίμησής τους επάγονται τροποποίηση της κτηματικής καταχώρισης καθ' οιονδήποτε τρόπο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 ΑΚ, σε συνδυασμό προς αυτές του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ' αυτού απαιτήσεών τους. Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδάφ. α' ΑΚ να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό. Όμως, με το Ν. 2298/1995 (που ισχύει από 4.4.1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, "τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του" και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Ν.2298/1995, "ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης". Με βάση τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν.2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δε δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη σαν να μη είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε. Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκονται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη (ΑΠ 421, 422/2013, ΑΠ 552/2011). Συνέπεια των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι ν' απαιτείται, (τουλάχιστον μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2298/1995), η εγγραφή στα Κτηματικά Βιβλία της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 51 παρ.3 εδ. γ του Κ.τ.Κ, αφού σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς της, ανατρέπεται το κτηθέν με την απαλλοτρίωση δικαίωμα κυριότητας και, συνεπώς, το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου από αυτόν, προς τον οποίο η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της καταχωρηθείσας κτηματολογικής εγγραφής. Σε περίπτωση δε που δεν έχει λάβει χώρα η ως άνω εγγραφή, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως και δεν κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, αφού δεν είναι δυνατή πλέον η καταχώριση αυτής στα οικεία Κτηματικά Βιβλία εντός της τασσόμενης από το άρθρο 52 προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κατάθεσή της. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-12-1995 αγωγή του, την οποία άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε τη διάρρηξη της αναφερόμενης απαλλοτρίωσης (γονικής παροχής), που έγινε από τον οφειλέτη του- τέταρτο εναγόμενο προς τους άλλους τρεις εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας συζ. Νικολάου Ζωϊδη-Περού, λόγω του ότι αυτή έγινε προς βλάβη του και η υπόλοιπη περιουσία του τετάρτου εναγομένου, στη δικονομική θέση του οποίου μετά το θάνατό του υπεισήλθαν οι λοιποί εναγόμενοι, δεν αρκεί για την ικανοποίησή του. Για την αγωγή αυτή δεν προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πιστοποιητικό, ούτε έγινε επίκλησή του, από το οποίο να προκύπτει η καταχώρηση της ένδικης αγωγής εντός προθεσμίας 30 ημερών στα οικεία Κτηματικά Βιβλία.

Συνεπώς, η αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη για τον προεκτεθέντα λόγο και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 31-7-2000 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 337/1997 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δέχθηκε τα ίδια, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. Κατ' ακολουθίαν οι πρώτος (υπό στοιχ. Α, Βα και Ββ) και δεύτερος λόγοι, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτο χωρίς οι εναγόμενοι να το προτείνουν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, σε. περίπτωση που δεν έχει λάβει χώρα η ως άνω εγγραφή, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί. Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου τους θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-7-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 297/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ