2001/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." (πρώην "ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Ανώνυμη Εταιρεία") που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Λινάρδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated2001/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Full text
Απόφαση 2001 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2001/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." (πρώην "ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Ανώνυμη Εταιρεία") που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Λινάρδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Σ., κατοίκου ... και 2) Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη ο οποίος ανακάλεσε την από 14-01-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., και 2) Ι. Α. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δάφνη Κουτσούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." (πρώην "ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Ανώνυμη Εταιρεία") που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Λινάρδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-11-2020 αγωγή των ήδη Α. αναιρεσιβλήτων και Β. αναιρεσεόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10929/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 3317/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις: α) από 24-10-2023 αίτηση και τους από 03-01-2025 πρόσθετους λόγους και β) την από 01-11-2023 αίτηση.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των Α. αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της από 24-10-2023 αίτησης και των από 03-01-2025 πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.2.2025) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 24/10/2023 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη ΑΕ' κατά της Ε. Α. του Σ. και του Ι. Α. του Σ. και οι από 3.1.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της ανωτέρω εταιρείας κατά των ιδίων ως άνω προσώπων και β) η από 1.11.2023 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της Ε. Α. του Σ. και του Ι. Α. του Σ. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία 'ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη ΑΕ' Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της με αριθμό 3317/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
2 Από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α' Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, και 938 Α. Κ., που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σε αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. Α.Κ. Για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή κατ1 άρθρο 937 Α.Κ. και να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 755/2021, Α.Π. 359/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 249 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Τούτο δε διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει προεχόντως όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. (ΑΠ 947/2024, ΑΠ1203/2023, 347/2021, 1125/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης αναίρεσης προσβαλλόμενη με αριθμό 3317/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής Με την από 2.11.2020 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες γαλακτοπαραγωγοί Ε.
Α. και Ι. Α. [ήδη αναιρεσίβλητοι της πρώτης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και ήδη αναιρεσείοντες της δευτέρας αίτησης αναίρεσης] εξέθεταν, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2001 έως 30.11.2005 [για την πρώτη] και από τον Μάρτιο του έτους 2005 έως και 28.10.2006 [για το δεύτερο] με διαδοχικές συμβάσεις αποκλειστικής πώλησης, τις οποίες έκαστος είχε συνάψει με την έχουσα ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και διάθεση στην ελληνική αγορά φρέσκου παστεριωμένου γάλακτος, εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία 'ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη ΑΕ' [ήδη αναιρεσείουσα της πρώτης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και ήδη αναιρεσίβλητη της δευτέρας αναίρεσης] παρέδωσε σε αυτή αντί τιμήματος, που συμφωνήθηκε ότι θα καθορίζεται από αυτήν κατά τη δικαία κρίση της, τις αναφερόμενες ποσότητες γάλακτος.
Ότι η εναγόμενη συμμετείχε σε συμπράξεις (cartel) με στόχο τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς και τη συμπίεση αυτών σε χαμηλά επίπεδα καθώς και στην κατανομή των αγορών με αποτέλεσμα την νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού, ότι προς την επίτευξη του στόχου αυτού εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, επέδειξε συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, παρέβη το γενικό καθήκον της μη πρόκλησης ζημίας σε άλλο και τέλος εκμεταλλεύτηκε καταχρηστικά την σχέση οικονομικής εξάρτησης υπό την οποία τελούσε η επιχείρηση κάθε ενάγοντος σε σχέση με την εναγόμενη στην εγχώρια αγορά γάλακτος, την οποία οι ενάγοντες δεν ηδύναντο, ενόψει και της απαγορευμένης σύμπραξης επιχειρήσεων, να στραφούν σε άλλο αγοραστή για να πωλήσουν τα προϊόντα τους.
Την παράνομη αυτή συμπεριφορά, που έλαβε χώρα υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις τέλεσε η εναγόμενη με πρόθεση να ζημιώσει έκαστο των εναγόντων και εν γνώσει του παράνομου χαρακτήρα της, πράγματι δε προκάλεσε ζημία στους ενάγοντες ανερχόμενη για την πρώτη στο ποσό των 98.788,46 ευρώ άλλως στο ποσό των 54.003,86 ευρώ και για το δεύτερο στο ποσό των 18.270 ευρώ, άλλως το ποσό των 10.370 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος πώλησης του γάλακτος κατά το αναφερόμενο διάστημα και του τιμήματος, που θα έπρεπε να τους είχε καταβάλει, αν η εναγόμενη καθόριζε στα εύλογα επίπεδα την τιμή μονάδας του γάλακτος στην εγχώρια αγορά.
Επιπλέον, η εναγόμενη ωφελήθηκε άνευ νομίμου αιτίας σε βάρος εκάστου των εναγόντων, λόγω των παραπάνω άδικων πράξεων, τις οποίες τέλεσε με πρόθεση βλάβης αυτών (εναγόντων) και οι οποίες θεμελιώνονται στις παραπάνω συρρέουσες αδικοπρακτικές βάσεις, η δε ωφέλεια αυτή είναι ισόποση με την ζημία κάθε ενάγοντος, που ισούται (η ζημία) με τα προαναφερόμενα για έκαστο των εναγόντων ποσά.
Ζήτησαν μετά ταύτα έκαστος των εναγόντων, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι η εναγόμενη οφείλει να τους αποδώσει κύρια ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις της αδικοπραξίας και επικουρικά κατά το άρθρο 938 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμα και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, ορίζοντας ως το περιελθόν που όλως αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία οφείλεται στην πρώτη το ποσό των 98.788,46 ευρώ άλλως το ποσό των 54.003,86 ευρώ και στο δεύτερο το ποσό των 18.270 ευρώ, άλλως το ποσό των 10.370 ευρώ, καθώς και τους νόμιμους τόκους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 10929/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις αποζημίωσης κάθε ενάγοντος συνεπεία της αδικοπραξίας της εναγόμενης έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, κατόπιν αποδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγόμενης, στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει την αγωγή κατά τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει νομιμοτόκως στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 54.003,86 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.370 ευρώ Κατά της απόφασης αυτής και ως προς τη διάταξη περί απόδοσης του περιελθόντος κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό παραπονέθηκε η εναγόμενη με την από 28.11.2022 έφεσή για λόγους οι οποίοι ανάγονταν σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 938 ΑΚ καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ,ζητώντας να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και περαιτέρω να απορριφθεί η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή στο σύνολο της.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτήν, κρίνοντας ότι το νόμιμο της αγωγής στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 938 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού 904 ΑΚ, εφόσον οι ενάγοντες στήριξαν την αγωγή τους στην επικαλούμενη παραγεγραμμένη αδικοπραξία της εναγόμενης, η οποία μετά ταύτα υποχρεούται να αποδώσει κάθε ωφέλεια που αποκόμισε εξαιτίας της μη ελάττωσης της περιουσίας κατά το επιπλέον χρηματικό ποσό, που θα έπρεπε να δαπανήσει και παρ' όλα ταύτα εξοικονόμησε για την αγορά από τους ενάγοντες των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος, αν το τίμημα είχε καθοριστεί με δίκαιη κρίση για το υπολογισμό δε της ωφέλειας αυτής, που ως αξίωση είναι ενεργή και η οποία δεν έχει παραγραφεί, το Εφετείο εξαιτίας της διηγούμενης στην αγωγή αθέμιτης εναρμονισμένης πρακτικής της εναγόμενης με άλλες γαλακτοβιομηχανίες ή της αθέμιτης καταχρηστικής δεσπόζουσας θέσης της ή της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής εξάρτησης των εναγόντων, αναζήτησε και προσδιόρισε το τίμημα της πώλησης του γάλακτος κατά δίκαιη κρίση από την εναγόμενη , ορίζοντας ότι είναι ίδιο με αυτό που θα προσδιοριζόταν από την εναγόμενη και πάλι κατά δίκαιη κρίση, εάν δεν εμφιλοχωρούσε η αδικοπραξία, και έτσι από τη σύγκριση των δυο αυτών οικονομικών μεγεθών προέκυψε επαύξηση της περιουσίας της αδικοπραγήσασας εναγόμενης και αποφυγή μείωσης της περιουσίας της, οπότε η διαφορά αυτή συνιστά την επιστρεπτέα ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ.
Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντες υπόψη όλων των κατά νόμο στοιχείων μεταξύ των οποίων και α] της προσφερόμενης κατά τον ίδιο χρόνο, από τις μη μετέχουσες στη λεγόμενη 'Συμφωνία της Λάρισας' γαλακτοβιομηχανίες τιμής αγελαδινού γάλακτος, β] του σκοπού της σύμβασης, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους δι' έκαστο συμβαλλόμενο μέρος και όχι μόνο για την αγοράστρια εναγόμενη γαλακτοβιομηχανία και γ] της ποιότητας του παραγόμενου από τη μονάδα καθενός από τους ενάγοντες γάλακτος, η οποία κρίνεται ότι δεν υπολείπεται της μέσης συνήθους ποιότητας του πωλούμενου γάλακτος, η δίκαιη τιμή της ένδικης παροχής, ήτοι του τιμήματος αγοράς του κιλού του γάλακτος, υπό της εναγόμενης εταιρείας ΦΑΓΕ , ορίστηκε στο ποσό των 0,40 ευρώ το κιλό που παριστά την τιμή του πωλούμενου γάλακτος που θα είχε καθορισθεί εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η αδικοπραξία της εναγόμενης [μεθοδευμένη συγκράτηση των τιμών μετά από καρτελική σύμπραξη].
Η δε διαφορά μεταξύ της τιμής των 0,40 λεπτών και αυτής που πράγματι πωλήθηκε το γάλα [κυμαινόμενη ανά κιλό 0,31 λεπτά του ευρώ έως 0,36 για τον πρώτο ενάγοντα και 0,31-0,37 για το δεύτερο ενάγοντα ], συνιστά την περιουσιακή ζημία κάθε ενάγοντος, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγόμενης [αίτιο] και της προκύπτουσας εκ της αδικοπραξίας ωφέλειας [αιτιατό].' Μετά ταύτα δε κρίθηκε ότι από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αποδείχθηκε ότι ,η πρώτη ενάγουσα που κατά το ένδικο διάστημα πώλησε 895.692 κιλά γάλα και ο δεύτερος που πώλησε 158.000 κιλά , θα έπρεπε να λάβει αντιστοίχως ως τίμημα πώλησης το ποσό των [895.692 κιλά γάλα χ 0,40 -] 358.276,8 ευρώ και [158.000 κιλά γάλα χ 0,40 -] 63.200 ευρώ, ενώ αντιστοίχως έλαβαν 304.272,94 ευρώ και 52.830 ευρώ και η προκύπτουσα διαφορά της τιμής αγοράς του γάλακτος που κατέβαλε η εναγόμενη και αυτής που όφειλε κατά δίκαιη κρίση να καταβάλειαν δεν εμφιλοχωρούσε η αδικοπραξία, από 54.0003,86 ευρώ και 10.370 ευρώ αντιστοίχως συνιστά την αποδοτέα εκ της παραγεγραμμένης αδικοπραξίας ωφέλεια' Με το πρώτο λόγο της πρώτης αναίρεσης, προσάπτονται στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, με την πιο πάνω απόφαση του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 938 του ΑΚ, εφόσον συμπεριέλαβε στην έννοια του 'περιελθόντος', σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη και κατ'ακολουθίαν στην έννοια της αποδοτέας ωφέλειας, την δαπάνη που η αναιρεσείουσα εξοικονομούσε και την οποία άλλως θα κατέβαλλε, ως πρόσθετη δαπάνη, πέραν του τιμήματος που κατέβαλλε για την απόκτηση των ενδίκων ποσοτήτων γάλακτος από τους αναιρεσίβλητους υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, αν δηλ.
δεν είχαν τελεστεί από αυτή [αναιρεσείουσα] που φέρεται ως ζημιώσασα και επομένως αδικαιολογήτως πλουτίσασα, οι παράνομες και αντίθετες στα χρηστά ήθη πράξεις που φέρεται ότι οδήγησαν στην στρέβλωση του ελεύθερου ανταγωνισμού ή στην παρακώλυση ή νόθευση ή στον περιορισμό του .. Το ζήτημα όμως αυτό, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω λήψης απόφασης με την 432/2025 απόφαση του A3 πολιτικού τμήματος αυτού που ήταν γνωστή, όταν έγινε η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Κατόπιν αυτών πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης ως προς τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της πρώτης αναίρεσης , μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το ζήτημα αυτό από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 24.10.2023 αίτηση, τους από 3.1.2025 πρόσθετους λόγους και την από 1.11.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3317/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναβάλλει τη συζήτηση της από 24.10.2023 αίτησης, τους από 3.1.2025 πρόσθετους λόγους και της από 1.11.2023 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 3317/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την με αριθμό 432/2025 απόφαση του A3 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ