Legislator Case Law & Legislation
2001/2017 AI generated

2001/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2001/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2001 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2001/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2001 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2001 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2001/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 4475/2010 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23-6-2011 (νέα) αγωγή του και επανέφερε με κλήση για συζήτηση την ως άνω από 27-12-2009 αρχική αγωγή του, οι οποίες και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1499/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6647/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 7-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου, κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 7-9-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 6647/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., και το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 42/2002, ΑΠ 1911/2006), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Δεν αποκλείεται όμως να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του), από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού του ισχυρισμού ότι "αφ’ ενός μεν υπέστη σημαντικότατη αποθετική ζημία, συνισταμένη σε απώλεια εισοδημάτων, τα οποία με μαθηματική βεβαιότητα θα κέρδιζε από την εργασία του, αφ’ ετέρου δε ότι τα μελλοντικά αυτά εισοδήματά του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 391.756,80 ευρώ". Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: α) αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματος, από το οποίο προκύπτει η διαδρομή του στον χώρο της καλαθοσφαίρισης και οι ομάδες στις οποίες έχει αγωνιστεί, β) δημοσιεύματα από εφημερίδες του περιστατικού του τραυματισμού του, γ) αντίγραφο του από 19.08.2009 φαξ, μεταφρασμένου στην ελληνική γλώσσα, από το οποίο προκύπτει η προσφορά της ... ομάδας ... να αγωνιστεί τις περιόδους 2009-2010 και 2010-2011, δ) την ένορκη βεβαίωση του Κ. Π., από την οποία προκύπτει ότι η συνεργασία με την ... ακυρώθηκε λόγω του ατυχήματος, ε) συμβόλαια που είχε υπογράψει προ του χρόνου του ατυχήματος, από τα οποία προκύπτει η συνεχώς αυξανόμενη αμοιβή του, στ) τα συμβόλαια που υπέγραψε με τις ομάδες του ... και του ..., στις οποίες αγωνίστηκε μετά το ατύχημα, από το οποίο προκύπτει η ραγδαία πτώση των απολαβών του και ζ) την από 20.02.2013 βεβαίωση της ... ομάδας ..., από την οποία προκύπτει τόσο η προσφορά της να αγωνιστεί τις περιόδους 2009-2010 και 2010-2011, όσο και το γεγονός ότι η συμφωνία δεν έκλεισε λόγω της μη έγκαιρης απαντήσεώς του. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών αξιώσεων, έλαβε υπόψη, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, στις 27-9-2010 και 30-9-2012, "τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της σχηματισθείσης σχετικής ποινικής δικογραφίας και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, την υπ’ αριθμ. .../21-9-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος Κ. Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Γ. Ρ., την από 28-2-2011 και με αριθμό κατάθεσης ...-2-2011 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Α. Δ. Π., ορθοπεδικού - χειρουργού" σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Eφετείο ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, τα υπό στοιχ. ε’ και ζ’ δε έγγραφα, όπως και η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Π., υπό στοιχ. δ’ μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δεν απαιτείται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των υπολοίπων υπό στοιχ. α’ , β’ , γ’ και στ’ εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από το περιεχόμενο των ως άνω αποδεικτικών μέσων συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών αυτών μέσων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Oλ.ΑΠ 7/2006, Oλ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 940/2010). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1295/2014, ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 625/2008). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για την μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΑΠ 125/2017), ενώ οι λόγοι της αναιρέσεως που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι αλυσιτελείς (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 1008/2007). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει το μεν ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, το δε δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 601/2010).

Συνεπώς η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, που αφορά στα απορριφθέντα κατ’ έφεση αγωγικά κονδύλια (αμφοτέρων των αγωγών) των διαφυγόντων εισοδημάτων του ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "....αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, 29 ετών (γεννήθηκε την 1.1.1980) ήταν επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής, κατά την έννοια του άρθρου 113 παρ. 5 του νόμου 2725/1999 και μέχρι το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος είχε συμμετάσχει στις παρακάτω ανδρικές ομάδες και πρωταθλήματα καλαθοσφαίρισης κατά τις ακόλουθες αγωνιστικές περιόδους: α) 1996-1997, στο πρωτάθλημα της ... Κατηγορίας Καλαθοσφαίρισης με την ομάδα του ..., β) 1997-1997, της ... με την ομάδα του ..., γ) 1998-1998, της ... Κατηγορίας με την ομάδα του ..., δ) 1999-2003, της ... Κατηγορίας με την ομάδα του ...., ε) 2004-2005, της ... Κατηγορίας με την ομάδα ..., στ) 2004-2005, της ... Κατηγορίας με την ομάδα του ...., ζ) 2006-2007, της ... Κατηγορίας με την ομάδα του .... και η) 2007-2009, της ... Κατηγορίας με την ομάδα του ..., ενώ συμμετείχε και στην κατάκτηση δύο αργυρών μεταλλίων με την Εθνική Ομάδα ... το 1996 και με την Εθνική Ομάδα ... το 1999. Από τα παραπάνω, όμως, αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψαν τα συγκεκριμένα περιστατικά που ο ενάγων επικαλέστηκε με τις αγωγές του, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία των αναφερομένων σ’ αυτές (αγωγές) κερδών, με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ούτε άλλωστε κάποιες ειδικές περιστάσεις ή προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε τυχόν λάβει ο ενάγων επί των οποίων βασιζόταν η πιθανότητα αποκτήσεως των παραπάνω αμοιβών. Ειδικότερα, δεν πιθανολογήθηκαν τα αναφερόμενα στις δύο ως άνω αγωγές του περιστατικά ήτοι ότι ο ενάγων πριν από το ένδικο ατύχημα, στις 17-8-2009, είχε συμφωνήσει να αγωνιστεί στο Πρωτάθλημα Ισπανίας με την ομάδα καλαθοσφαίρισης (Μπάσκετ) ... αντί ετησίων αποδοχών 180.000 ευρώ για την αγωνιστικό έτος 2009 -2010 και 220.000 ευρώ για το αγωνιστικό έτος 2010-2011, με επιπλέον παροχές την ενοικίαση διαμερίσματος, τη χρήση αυτοκινήτου, τη λήψη δύο αεροπορικών εισιτηρίων μετ’ επιστροφής και την πληρωμή προμήθειας 10% στο manager του, ούτε ότι είχε συμφωνήσει να λάβει extra bonus, το οποίο θα συμφωνούσε με τον Αθλητικό Διευθυντή της ομάδας, σε περίπτωση επίτευξης των στόχων της. Εξάλλου, δεν πιθανολογήθηκαν ούτε τα περιστατικά που ο ενάγων, επιχειρώντας να συμπληρώσει τις ως άνω αγωγές, επικαλέστηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών, δηλαδή ο ισχυρισμός του ότι είχαν συμφωνήσει κατόπιν διαπραγματεύσεων με την ... τις αποδοχές και τη διάρκεια, είχε αποσταλεί από εκείνη το ΦΑΞ, που αποτυπωνόταν η προσφορά της κατά τα συμφωνημένα και απόμενε το τυπικό σκέλος της συμφωνίας, ήτοι η αποστολή του απαντητικού ΦΑΞ υπογεγραμμένου, το οποίο δεν έγινε, αφού συνέβη ο τραυματισμός του. Ειδικότερα, όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες του ενάγοντος α) ο Κ. Α., αδελφός του, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ήτοι ότι "γύρισε (ο ενάγων) για να υπογράψει το συμβόλαιο με την ..." "είχε αποδεχτεί την πρόταση (της ... ομάδας), ο ίδιος (ο ενάγων) και ο μάνατζέρ του", χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο υπογραφής του συμβολαίου και αποδοχής της πρότασης από τον ενάγοντα, καθώς και με ποίο τρόπο είχε αποδεχθεί ο ενάγων την πρόταση, εφόσον ο τελευταίος επικαλείται ότι θα αποδεχόταν την πρόταση με αποστολή απαντητικού ΦΑΞ και β) ο Κ. Π., μάνατζερ του ενάγοντος, στην ως άνω ένορκη βεβαίωσή του, ήτοι αρχικά, ότι ο ενάγων είχε αποδεχτεί προσφορά κατόπιν δικών του διαπραγματεύσεων της ομάδας της Ισπανίας, (ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι θα αποδεχόταν την πρόταση, όπως προαναφέρθηκε), χωρίς να προσδιορίζει τον χρόνο και τον τρόπο αποδοχής της προσφοράς και στη συνέχεια καταθέτει όσα εκθέτει κατά λέξη και ο ενάγων στις προτάσεις του, ήτοι ότι είχαν συμφωνήσει με την ... τις αποδοχές και τη διάρκεια, αυτή είχε αποστείλει το ΦΑΞ με την προσφορά και απόμενε το τυπικό σκέλος της συμφωνίας δηλαδή η αποστολή του απαντητικού ΦΑΞ υπογεγραμμένου, δεν κρίνονται πειστικά. Εξάλλου, ο ενάγων με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον αυτού και του παρόντος Δικαστηρίου απλό αντίγραφο του ως άνω ΦΑΞ, ενώ επικαλέστηκε, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις του στο παρόν Δικαστήριο την από 20-2-2013 έγγραφη βεβαίωση της ... ομάδας, που ισχυρίζεται ότι επιβεβαιώνει την επίσημη προσφορά αυτής της ομάδας για σύναψη συνεργασίας και προσκόμισε στο παρόν Δικαστήριο απλό αντίγραφο του ως άνω εγγράφου. Πλην όμως, από τα ως άνω έγγραφα δεν προκύπτουν τα παρακάτω στοιχεία: α) το είδος της νομικής προσωπικότητας της ... ομάδας, β) το όνομα του συντάκτη και υπογράφοντος τα παραπάνω έγγραφα, γ) ότι, σύμφωνα με το ισπανικό δίκαιο, ο τελευταίος εκπροσωπούσε νόμιμα κατά τους παραπάνω χρόνους (17-8-2009 και 20-2-2013) την ως άνω ... υπό τη νομική μορφή με την οποίαν λειτουργούσε αυτή τότε, σύμφωνα με το καταστατικό ή εταιρικό ή ιδρυτική πράξη ή οργανισμό αυτής ή σύμφωνα με άλλο νόμιμο κατά το ισπανικό δίκαιο τρόπο ή ότι ενεργούσε για λογαριασμό του νομίμου εκπροσώπου αυτής της ομάδας, δ) ότι κατά τον χρόνο συντάξεως του πρώτου εγγράφου (17-8-2009), αυτός, κατά το ίδιο δίκαιο, είχε αρμοδιότητα και δικαίωμα υποβολής της αναφερομένης σ’ αυτό το έγγραφο προσφοράς προς τον ενάγοντα περί διεθνούς μεταγραφής του στην ..., με τους αναφερόμενους όρους και ε) ότι κατά το χρόνο συντάξεως του δευτέρου ως άνω εγγράφου (20-2-2013) αυτός, κατά το παραπάνω δίκαιο, είχε αρμοδιότητα και δικαίωμα να επιβεβαιώσει την κατά τον ως άνω χρόνο (17-8-2009) γενομένη προσφορά προς τον ενάγοντα και την ακύρωση της συμφωνίας (που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό).

Συνεπώς, ούτε από τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο κατά το άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται στη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρ. 681Α’ Κ.Πολ.Δικ.) πιθανολογήθηκε ότι η ... είχε υποβάλει προσφορά προς τον ενάγοντα για παροχή των αθλητικών υπηρεσιών του σ’ αυτή, αντί των προαναφερθεισών αμοιβών. Επιπλέον, δεν προέκυψε ότι ο ενάγων έλαβε τις αμοιβές που επικαλείται από την κάθε ομάδα καλαθοσφαίρισης για την παροχή των αθλητικών υπηρεσιών του κατά τις προηγούμενες του ενδίκου ατυχήματος αγωνιστικές περιόδους, έτσι ώστε να προσδοκά με πιθανότητα τις ως άνω αναφερόμενες στις αγωγές του μεγαλύτερες αμοιβές για την παροχή των αθλητικών υπηρεσιών του στην .... Ειδικότερα, ο ενάγων, προς απόδειξη των προηγουμένων αμοιβών του επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Δικαστηρίου, τα παρακάτω έγγραφα: α) την από 8-7-2004 σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών μεταξύ αυτού και της ... που συντάχθηκε στο με αριθμό ... έντυπο συμβολαίου ... (στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα) και το προσάρτημα αυτής, τα οποία αφορούν την αγωνιστική περίοδο 8-7-2004 έως και 30-5-2006, αντί τακτικών μηνιαίων αποδοχών 650 ευρώ, με "πριμ" υπογραφής συμβολαίου για την αγωνιστική περίοδο 2004-2005 "καθαρό", ήτοι απαλλαγμένο από κάθε είδους φόρο, κρατήσεις και τέλη χαρτοσήμου, ποσό 152.189,84 ευρώ και για την αγωνιστική περίοδο 2005-2006 ποσό (καθαρό) 191.449,80 ευρώ, β) τη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών μεταξύ αυτού και της ... που συντάχτηκε στο με αριθμό ... έντυπο συμβολαίου (στην ελληνική και αγγλική γλώσσα) και το προσάρτημα αυτής, τα οποία αφορούν την αγωνιστική περίοδο 25-9-2006 έως 30-6-2007, αντί τακτικών μηνιαίων αποδοχών 700 ευρώ, με "πριμ" υπογραφής συμβολαίου για την αγωνιστική περίοδο 2006-2007, ποσό (καθαρό) 173.308,55 ευρώ και γ) το από 26-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της ΚΑΕ με την επωνυμία "...", στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγων θα λάβει για την αγωνιστική περίοδο 2007-2008, το ποσό (καθαρό) των 190.000 ευρώ. Από τα παραπάνω έγγραφα, όμως, προκύπτει μόνο η συμφωνία για την παροχή από τον ενάγοντα των αθλητικών υπηρεσιών του προς τις παραπάνω ομάδες καλαθοσφαίρισης αντί των αναφερομένων σ’ αυτά "πριμ" και λοιπών οικονομικών παροχών, τα οποία μάλιστα (πριμ) ήταν καταβλητέα σε δέκα ισόποσες δόσεις, κατά τους καθορισμένους επόμενους της υπογραφής των ως άνω συμβάσεων μήνες, αλλά δεν προκύπτει αν και ποίες ακριβώς αμοιβές (πριμ κλπ) έλαβε αυτός από τις ως άνω ομάδες για την παροχή των αθλητικών υπηρεσιών του κατά τις αντίστοιχες αγωνιστικές περιόδους, εφόσον δεν προσκομίζει αυτός οποιαδήποτε έγγραφη απόδειξη είσπραξης των ως άνω οικονομικών παροχών.

Συνεπώς, δεν πιθανολογήθηκε ότι είχε καταρτιστεί η επικαλούμενη στις ένδικες αγωγές συμφωνία του ενάγοντος με την ως άνω ... ή ότι η συνεργασία του με την ... ήταν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε ότι κατά τον επικαλούμενο χρόνο συνάψεως της συμφωνίας του με την ... (17-8-2009) κατά την αγωγή του, ή διενέργειας των διαπραγματεύσεων, κατά τις προτάσεις του, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις και τηρήθηκε η σχετική διαδικασία που αφορά τις διαπραγματεύσεις και τη συμφωνία για τη διεθνή μεταγραφή παίκτη καλαθοσφαίρισης, όπως προβλέπονταν κατά τον ως άνω χρόνο από τις διατάξεις του ν. 2725/1999, της ΥΑ 144//2001 ("Σχέσεις καλαθοσφαιριστών με καλαθοσφαιρικά σωματεία ή Α.Ε.") και του Εσωτερικού Κανονισμού της Διεθνούς Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης (FIBA), ούτε εξάλλου προέκυψαν τα ως άνω στοιχεία από τις αποδείξεις....". Με βάση δε τα δεκτά γενόμενα υπ’ αυτού, το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην κρίση ότι "οι αγωγές ως προς τα σχετικά αιτήματά τους (περί απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων κατά τις προαναφερόμενες αγωνιστικές περιόδους) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες" και ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με τις εκκαλούμενες αποφάσεις του, έκρινε τα παραπάνω αιτήματα των αγωγών ουσιαστικά βάσιμα, έσφαλε" και εν τέλει δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βασίμους τους σχετικούς λόγους εφέσεως της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και δικαιολογούν την κατ’ ουσίαν απόρριψη: α) της δεύτερης (από 23.6.2011) αγωγής στο σύνολό της, που αφορούσε (στο σύνολό της) απώλεια διαφυγόντων εισοδημάτων και β) του αξιούμενου με την πρώτη (από 27.12.2009) αγωγή κονδυλίου των διαφυγόντων εισοδημάτων στο σύνολό του. Οι περαιτέρω δε αιτιολογίες του Εφετείου περί του αν τηρήθηκε ή μη η νόμιμη διαδικασία μεταγραφής του αναιρεσείοντος στην ... είναι πλεοναστικές και διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου, ως επιχείρημα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Γι’ αυτό, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναιρέσεως. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά την σ’ αυτόν κατά το τρίτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της πιθανότητας δηλαδή ως στοιχείου του διαφυγόντος κέρδους της ζημίας του και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται, κατά τον αναιρεσείοντα, σε αντίθεση με το ότι η μελλοντική ζημία του ήταν πιθανή, με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος η ουσία αποκλειστικά της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β’ , 346 και 453 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στην διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 23/ 2008, ΑΠ 353/2011). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα (πολύ δε περισσότερο όταν δεν γίνεται ούτε τούτο), που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 9/2000, Ολ.ΑΠ 30/1997, ΑΠ 353/2011), δεν αρκεί δε προς τούτο η επικόλληση φωτοαντιγράφου ή η αντιγραφή στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου των πρωτόδικων προτάσεων. Πρέπει όμως η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίστηκαν νομίμως και παραδεκτώς ενώπιόν του να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/ 2011). Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 1620/ 2005). Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει την βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Έτσι απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων (ΑΠ 2106/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., διότι έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και συγκεκριμένα: α) δημοσιεύματα στον αθλητικό τύπο, β) το με αριθμό πρωτ. ...21.4.2010 πιστοποιητικό της ..., γ) την με αριθμό πρωτ. ....6.2010 βεβαίωση της Ε.Σ.Α.Κ.Ε. και δ) την ιατρική γνωμάτευση του τεχνικού συμβούλου της ήδη αναιρεσίβλητης, Γ. Κ., τα οποία όμως δεν είχαν προσκομισθεί, ενώπιον αυτού, νομίμως, καθ’ όσον στις, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς όμως παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεών της, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των προσκομιζομένων εγγράφων και ότι κατέληξε στην απόρριψη των ενδίκων αξιώσεών του για την αποκατάσταση της αποθετικής του ζημίας, επειδή έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα. Όπως προκύπτει όμως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (βλ. τρίτη και τέταρτη σελίδες αυτής) και δεν στηρίχθηκε μόνο στα ανωτέρω έγγραφα. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται και είναι απορριπτέος ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του. Εξ άλλου, ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1182/2012). Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από την βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013). Με τον ίδιο ως άνω λόγο (δεύτερο) της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος περί αποκαταστάσεως της αποθετικής του ζημίας, επειδή έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία απαραδέκτως πρότεινε ενώπιόν του η αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα τους ακόλουθους ισχυρισμούς της: α) ότι είχε συμφωνήσει να αγωνιστεί με την ομάδα καλαθοσφαιρίσεως του ... και όχι της ..., β) ότι ελάμβανε κατά το παρελθόν εισοδήματα που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 9.000 ευρώ, όταν αγωνιζόταν σε ομάδα της ... και γ) ότι μετά το τροχαίο ατύχημα ήταν σε θέση να αγωνιστεί κανονικά και με την ίδια απόδοση. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προαναπτυχθείσα έννοια, εφόσον δεν έχουν αυτοτέλεια, αποτελούν δε πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Με το τρίτο μέρος του αυτού ως άνω (δεύτερου) λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., διότι, αν και τα έγγραφα που αναφέρονται παραπάνω (κατά την έρευνα του πρώτου μέρους του αναιρετικού αυτού λόγου) δεν είχαν προσκομισθεί νομίμως ενώπιον αυτού, καθ’ όσον στις, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς όμως παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεών της, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των προσκομιζομένων εγγράφων, εν τούτοις δεν κήρυξε απαράδεκτη την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα έφεση. Ο λόγος αυτός, κατά το προεκτεθέν τρίτο μέρος του, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσκομίσει τα προαναφερόμενα έγγραφα, νομίμως, ενώπιον του Εφετείου, δεν συνεπάγεται, κατά νόμο, την εκ μέρους του δικαστηρίου υποχρέωση κηρύξεως (οριστικού) απαραδέκτου, λόγω παραβάσεως δικονομικής διατάξεως, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., προκειμένου να ιδρυθεί ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως (πρβλ. ΑΠ 1822/2006). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Τέτοιου είδους πλημμέλεια, εμπίπτουσα στην παραπάνω διάταξη, λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολογήσεως των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 499/2007, ΑΠ 437/2004). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 929 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση. Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 601/2010, ΑΠ 1306/2003). Κατ’ ακολουθίαν, αρκεί, κατά την διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, η οποία είναι η ελάχιστη αποδεικτική διαβάθμιση που απαιτεί ο νόμος για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ως προς την βασιμότητα των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 499/2007), σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 347 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο δεν έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα και την δύναμή τους, αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, αποφάνθηκε, κατά την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφασή του βεβαίωση, επί των αφορώντων στα διαφυγόντα εισοδήματα του ενάγοντος κεφαλαίων των εφέσεων, βάσει απλής πιθανολογήσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και, επομένως, ο συναφής τρίτος, κατά το υπό στοιχ. α’ μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εν λόγω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ. για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011). Η πρακτική δηλαδή σημασία του λόγου αυτού μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (ΑΠ 636/2011, ΑΠ 925/2011, ΑΠ 1504/2009, ΑΠ 1192/2009, ΑΠ 1194/2009, ΑΠ 1198/2009). Κατ’ ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ., κατά την παρ. 6 του οποίου η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί, εφόσον οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου και την κατάργηση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, όπως έχει αναφερθεί ήδη, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου, "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με τις εκκαλούμενες πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, στις 27-9-2010 και 30-9-2012, τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της σχηματισθείσης σχετικής ποινικής δικογραφίας και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, την υπ’ αριθμ. .../21-9-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος Κ. Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Γ. Ρ., την από 28-2-2011 και με αριθμό κατάθεσης ...-2-2011 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Α. Δ. Π., ορθοπεδικού - χειρουργού".

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε "πράγματα", που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τα προαναφερόμενα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος, εκ του αυτού αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος της αναιρέσεως (κατά το υπό στοιχ. β’ μέρος του), με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο ώφειλε να εκδώσει προδικαστική απόφαση, εφόσον οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου και την κατάργηση της υποχρεώσεως του δικαστηρίου να εκδώσει προδικαστική απόφαση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.). Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137/2014, ΑΠ 1226/ 2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011). Με τον τέταρτο, κατά το υπό στοιχ. β’ (δεύτερο) μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο για να καταλήξει στην απορριπτική κρίση επί της ουσίας, καθ’ όσον αφορά στα αγωγικά κονδύλια διαφυγόντων εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 929 και 298 του Α.Κ., με την μη υπαγωγή σ’ αυτούς των διδαγμάτων κοινής πείρας ότι: "α) οι επαγγελματίες καλαθοσφαιριστές, όπως, εξ άλλου, κάθε επαγγελματίας αθλητής, αγωνίζεται μέχρι το 35ο έτος της ηλικίας του, β) στο 29ο έτος της ηλικίας ενός επαγγελματία αθλητή συνδυάζονται στο μέγιστο βαθμό η σωματική ικανότητα με την αγωνιστική εμπειρία και τις αθλητικές παραστάσεις, γ) στην θέση του center (κεντρικός) αγωνίζεται, συγκριτικά με τις υπόλοιπες θέσεις, σημαντικά μικρότερος αριθμός Ελλήνων καλαθοσφαιριστών, με αποτέλεσμα να καθίστανται οι centers (κεντρικοί) πρακτικά δυσεύρετοι και, επομένως, σε καλύτερη διαπραγματευτική θέση από τους υπόλοιπους Έλληνες αθλητές, που αγωνίζονται σε άλλες θέσεις, δ) κανένας επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής δεν παρέχει τις υπηρεσίες του σε αθλητικές ομάδες δωρεάν, ώστε εάν δεν πληρώνεται τότε διακόπτει την συνεργασία και σε καμία περίπτωση δεν την ολοκληρώνει, ε) το μεγαλύτερο μέρος των αμοιβών ενός καλαθοσφαιριστή δεν συνίσταται από το πάγιο μηνιαίο ποσό (μισθός) που αναγράφεται στις συμβάσεις με τις αθλητικές ομάδες, αλλά προέρχεται κυρίως από συμφωνηθέντα "πριμ" που θα λαμβάνει εφόσον η ομάδα επιτυγχάνει τους στόχους που θέτει η διοίκηση (εταιρική ή και προπονητική) της ομάδας, και στ) ειδικά και επιπλέον από τα ανωτέρω συμφωνηθέντα "πριμ", οι καλαθοσφαιριστές λαμβάνουν και σε μεγάλες επιτυχίες της ομάδας τους (κατάκτηση ελληνικού πρωταθλήματος, συμμετοχή σε ευρωπαϊκούς τελικούς κ.λπ.) ακόμη μεγαλύτερα ποσά που προέρχονται από τις ίδιες τις αθλητικές ομοσπονδίες (εθνικές, ευρωπαϊκές ή διεθνείς), ώστε σε κάθε περίπτωση τα λεγόμενα "πριμ" δεν είναι καθόλου άγνωστα στον μέσο λογικό και μορφωμένο άνθρωπο, αντιθέτως όχι μόνο είναι δεδομένα, αλλά και σχολιάζονται σε όλα τα μέσα, κυρίως για το ύψος τους". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του σχετικού λόγου, οι επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν στην αποδεικτική στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας διαφόρων πραγματικών στοιχείων - κριτηρίων. Τα φερόμενα δηλαδή ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτές. Η πλημμέλεια δε αυτή, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετεί παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., παρεκτός του ότι, υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.9.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6647/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ