2001/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2000 μη οριστική, 227/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-2-2008 αίτησή του και με τους από 3-4-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2001/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2001 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2001/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2000 μη οριστική, 227/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-2-2008 αίτησή του και με τους από 3-4-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990).
Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 227/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η έφεση κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 271/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 795, 798 και 799 ΑΚ, 478 επ., 118 αριθ. 4, 216 παρ. 1α και 224 εδάφ. β Κ.Πολ.Δ , προκύπτει, ότι τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία της βάσης της αγωγής με την οποία ζητείται η διανομή κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και του εναγομένου κοινωνία, η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου, η μη συμφωνία του εναγομένου για εξώδικη διανομή και σχετικό αίτημα.
Ειδικότερα, βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντα με τους καθ' ων απευθύνεται αυτή, το στοιχείο δε αυτό αρκεί να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται σ' αυτή και ο τρόπος με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου πράγματος.
Η έρευνα ως προς αυτό γίνεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως, μόνο εφόσον αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο, οπότε και υποχρεούται ο ενάγων, με τις προτάσεις του της πρώτης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτός -εναγόμενος - συγκύριος, αλλιώς η αγωγή καθίσταται επιγενομένως αόριστη και απορρίπτεται.
Ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε η από την κοινωνία δημιουργούμενη σχέση, εάν δηλαδή προέκυψε αυτή από σύμβαση ή οποιοδήποτε άλλο δικαιογόνο γεγονός, είναι εντελώς αδιάφορος, εφόσον στην κοινωνία δεν υπάρχει δεσμός που να συνδέει τα περισσότερα πρόσωπα στα οποία ανήκει το δικαίωμα, αλλά απλή συμμετοχή στο τελευταίο.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου μεταβιβάζεται με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195 και 1199 ΑΚ προκύπτει, ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο, είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 14-11-1999, αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυριζόμενος ότι είναι συγκύριος με το αντίδικό του του επίδικου ακινήτου - οικοπέδου με λαμαρινοσκεπές, από τσιμεντόλιθους, κτίσμα-με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με βάση τη 16.026/15-7-1995 δημόσια διαθήκη του παππού τους Ζ, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Βασ.
Δημητρούλα - Παππά και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 286/1995 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε ο ίδιος μεν ρητά με την 26.265/1997 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικ. Παπαγεωργίου - Τσικνιά, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο αντίδικός του δε δεν αποποιήθηκε αυτήν - κληρονομία -, ζήτησε, ενόψει της άρνησής του - αντιδίκου του - να συναινέσει στην εξώδικη διανομή του εν λόγω ακινήτου, να διαταχθεί η διανομή του τελευταίου με πλειστηριασμό λόγω του ανεφίκτου της αυτούσιας διανομής του.
Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τις από 4-10-2000 προτάσεις του της πρώτης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, συνομολόγησε ρητά τη συγκυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, υποστηρίζοντας, ειδικότερα, ότι: "Πράγματι από κληρονομιά του πάππου μου Ζ που απεβίωσε στις 14-7-1995, κατοίκου εν ζωή ... και δυνάμει της υπ' αριθ. 16.026/1995 δημοσίας διαθήκης της συμ/φου Ιωαννίνων Βασιλικής Δημητρούλα - Παππά που δημοσιεύθηκε με τα αριθ. 286/1995 πρακτικά του Δικαστηρίου Σας, αντίγραφο της οποίας προσκομίζω και επικαλούμαι εκτός των άλλων ακινήτων απέκτησα την ψιλή κυριότητά οικοπέδου 600 τμ καθώς και την εντός αυτού αποθήκη που βρίσκεται στη θέση "..." περιοχής πρώην κοινότητος ...
και ήδη δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου .... Την επικαρπία αυτού του ακινήτου ο πάππος μου κατέλιπε στη σύζυγό του και μάμμη μου ... η οποία απεβίωσε στις 7-4-97 χρονικό σημείο κατά το οποίο συνενώθη η ψιλή κυριότητα με την επικαρπία και από το οποίο απέκτησα την πλήρη κυριότητα του καταληφθέντος εις εμέ οικοπέδου και της αποθήκης.
Επί λέξει στο σχετικό σημείο της άνω διαθήκης από τον διαθέτη πάππο μου αναγράφεται: ".....Στον εγγονό μου Χ αφήνω...........οπό το οικόπεδο στη θέση ... τμήμα 600 τ.μ. γύρω από την αποθήκη συμπεριλαμβανομένη......." (βλ. 4η σελίδα της άνω διαθήκης) ενώ για τον αντίδικό μου στην ίδια διαθήκη (από τον διαθέτη) αναγράφεται (βλ. 5η σελ.
διαθήκης) επί λέξει: "Στον γυιό του και εγγονό μου Χ αφήνω το μισό..............ως και το υπόλοιπο οικόπεδο όσης εκτάσεως και αν είναι στη θέση ...". Έτσι με τον αντίδικο δυνάμει του ιδίου τίτλου δηλ. εκ κληρονομιάς του πάππου μας κατέστημεν συγκύριοι του οικοπέδου του διαθέτη και συγκεκριμένα, ενός οικοπέδου και πρώην αγρού, εκτάσεως μετά από ακριβή καταμέτρηση 1586 και όχι 1650 τετρ.
μέτρων." Ακολούθως, ο εναγόμενος ζήτησε την αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του τελευταίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 298/2000 προδικαστική του μεν απόφαση, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί του εφικτού και συμφέροντος της αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου, με σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του εν λόγω ακινήτου ώστε καθένας από τους συγκύριους διαδίκους να λάβει κατ' αποκλειστική χρήση τμήμα του ακινήτου αυτού, με τη δε 227/2004 οριστική του απόφαση, αφού έκρινε, ότι ο προτεινόμενος από τον εναγόμενο τρόπος αυτούσιας διανομής με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας είναι ασύμφορος για τον ενάγοντα, ο οποίος και τον αποκρούει, επιπλέον δε τελεί υπό αίρεση, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή και διέταξε τη με πλειστηριασμό πώληση του επίκοινου ακινήτου.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης παραπονέθηκε, ειδικότερα, ο εναγόμενος: "ΔΙΟΤΙ, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση του συνολικού αποδεικτικού υλικού, το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την, περί απαραδέκτου της ασκηθείσης αγωγής διανομής, ένστασή μου, ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε τον νόμο και εκτιμούσε το συνολικό αποδεικτικό υλικό, έπρεπε να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι, με την υπ' αριθ. 16056/95 δημόσια διαθήκη του δικαιοπαρόχου παππού μας, ο διαθέτης (παππούς μας) είχε ήδη συστήσει κάθετη ιδιοκτησία στο επίδικο και, με την εκπεφρασμένη στη διαθήκη βούλησή του, είχε δημιουργήσει δύο ανεξάρτητες και αυτοτελείς στην έννοια του ν. 3741/29 των άρθ. 1002 και 1117 του Α.Κ.
του ν.δ. 1024/74 ιδιοκτησίες, σαφώς εξατομικευμένες κατά θέση άρα και όριο, εμβαδό και ποσοστό συγκυριότητας στο ενιαίο οικόπεδο και σε καθένα από μας τους διαδίκους κατέλιπε "εξατομικευμένο" και χωριστό στη χρήση τμήμα από το ενιαίο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα ....". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, σε σχέση με τη βασιμότητα του αμέσως πιο πάνω λόγου έφεσης, τα ακόλουθα: "Κατά τα άρθρα 2 ν.δ 1024/1971 για την κάθετη συνιδιοκτησία και 14 ν. 3741/1929 για την οριζόντια ιδιοκτησία, συνιστάται χωριστή ιδιοκτησία και με διάταξη τελευταίας βούλησης, ήτοι με διαθήκη του κληρονομούμενου.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, που έχει εφαρμογή κατά τα ανωτέρω και για τις περιπτώσεις της κάθετης συνιδιοκτησίας, κάθε συστατική πράξη υπόκειται σε μεταγραφή. Έτσι για τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας, οριζόντιας και κάθετης, με δήλωση τελευταίας βούλησης, απαιτείται η σύνταξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτής ή του κληρονομητηρίου κατά τα άρθρα 1193 και 1195 ΑΚ, χωρίς την οποία είναι άκυρη η συστατική πράξη.
Ο όρος της διαθήκης για τη χωριστή ιδιοκτησία, οριζόντια και κάθετη, πρέπει να είναι σαφής, ως προς τη βούληση του διαθέτη, χωρίς να απαιτείται και το περιερχόμενο σε κάθε κληρονόμο μερίδιο στα κοινά μέρη, εφόσον τα ποσοστά αυτά καθορίζονται από το νόμο ανάλογα προς την αξία της χωριστής ιδιοκτησίας ή και από το δικαστήριο και αρκεί το περιεχόμενο της διαθήκης να μην αντίκειται στις διατάξεις του ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971, του ν. 1562/1985 και των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ.
Αντίθετα η πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς είναι εκείνη που πρέπει να περιέχει πλήρη στοιχεία, ώστε να διακρίνονται τα κληρονομιαία κατά θέση, έκταση και όρια, για να μην υφίσταται καμιά αμφιβολία και αμφισβήτηση για την ταυτότητα του ακινήτου, κατά την αρχή της ειδικότητας. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, με τις από 4-10-2000 προτάσεις του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, ότι με την 16056/1995 δημόσια διαθήκη του κοινού δικαιοπαρόχου τους και παππού τους Ζ που προαναφέρθηκε, συνεστήθη κάθετη οροφοκτησία στο επίδικο οικόπεδο, με τα ποσοστά που προεκτέθηκαν και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτη η αγωγή διανομής για το ακίνητο που έχει ήδη διανεμηθεί ανάμεσα στους διαδίκους με το σύστημα της κάθετης συνιδιοκτησίας και σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Σε κανένα όμως σημείο των εν λόγω προτάσεων δεν αναφέρει ο εναγόμενος ότι αποδέχτηκε την κληρονομιά και ότι μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς ή σχετικό κληρονομητήριο. Έτσι, ο προβαλλόμενος κατά τα ανωτέρω ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού δεν μπορεί να συσταθεί και να αποκτηθεί χωριστή ιδιοκτησία (κάθετη συνιδιοκτησία) χωρίς τη μεταγραφή της σχετικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας.
Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό του εναγόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της έφεσης, ο οποίος διαλαμβάνει και πάλι τον παραπάνω ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγομένου, πρέπει να απορριφθεί και να αντικατασταθεί ως προς τούτο η αιτιολογία της εκκαλούμενης με το παραπάνω αιτιολογικό της παρούσας κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, δεδομένου μάλιστα ότι τούτο δεν απαγορεύεται από το άρθρο 536 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αφού με τον τρόπο αυτό δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος...".
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι "εφόσον δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του διανεμητέου επιδίκου οικοπέδου, ούτε με δημιουργία μερών αναλόγων προς τα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων συγκυρίων και επιδίκαση τούτων σ' αυτούς, ούτε και με τις ευχέρειες του άρθρου 480 Α' Κ.Πολ.Δ, της δημιουργίας οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας, απομένει η πώληση του διανεμητέου οικοπέδου με πλειστηριασμό και εκείθεν η διανομή του πλειστηριάσματος στους διαδίκους κατά τον προαναφερόμενο λόγο της συνιδιοκτησίας τους", απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και τον πρόσθετο λόγο αυτής, προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "την εν λόγω κληρονομία αποδέχθηκε σιωπηρά ο εναγόμενος, με την εγκατάστασή του στο οικόπεδο και την εκμετάλλευσή της ισόγειας αποθήκης που βρίσκεται σ' αυτό", και, παράλληλα, να δεχθεί, ότι "οι διάδικοι είναι συγκύριοι ενός οικοπέδου που...
περιήλθε σ' αυτούς εκ κληρονομίας", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, αφού ο αναιρεσείων λόγω μη ρητής αποδοχής της κληρονομίας του παππού του Ζ και μεταγραφής της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης ή έκδοσης του οικείου κληρονομητηρίου και μεταγραφής του τελευταίου δεν έχει καταστεί συγκύριος του επίδικου ακινήτου και, περαιτέρω, με αντιφατικές αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού, παράλληλα, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του ίδιου περί σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας στο επίκοινο ακίνητο με βάση τη δημόσια διαθήκη του παππού του λόγω της έλλειψης ρητής αποδοχής της κληρονομίας από μέρους του με συμβολαιογραφική δήλωση και μεταγραφή αυτής ή έκδοσης κληρονομητηρίου και μεταγραφής του.
Οι ερευνώμενοι αυτοί (αναιρετικός και πρόσθετος) λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, καθώς και στο δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα, ότι δεν είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου, που συνιστά άρνηση της παθητικής νομιμοποίησης της ένδικης περί διανομής κοινού ακινήτου αγωγής, προτάθηκε παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτοι, αφού στηρίζονται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τις προτάσεις του αναιρεσείοντα της πρώτης σ' αυτό συζήτησης της αγωγής, δεν εμπίπτουν δε σε καμιά από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 1/1999). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή περί διανομής του κοινού των διαδίκων ακινήτου, γιατί ο αναιρεσείων δεν είναι συγκύριος του πιο πάνω ακινήτου λόγω της μη ρητής αποδοχής από μέρους του της κληρονομιαίας περιουσίας του άμεσου δικαιοπαρόχου, παππού του, Ζ, στην οποία περιλαμβάνεται το πιο πάνω ακίνητο και μεταγραφής της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης ή της μη έκδοσης και μεταγραφής του οικείου κληρονομητηρίου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 227/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και της 271/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και τον από 2-4-2009 πρόσθετο λόγο αυτής. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ