Legislator Case Law & Legislation
2001/2006 AI generated

2001/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2001/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2001 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2001/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2001 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2001 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2001/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δούκα Καλογήρου.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ) με την επωνυμία "Δήμος Νέας Κούταλης", που εδρεύει στον Κοντιά Λήμνου, νομίμως εκπροσωπουμένου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμπογιά.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, διότι, όπως δήλωσε, υπάρχει λόγος συμβιβασμού. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος του αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 333/2004 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 333/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο σαφώς εκτίθεται. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τη διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσιβλήτου με τις ακόλουθες αιτιολογίες: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 217 τ.μ. με την εντός αυτού κτισμένη οικία, που βρίσκεται στη θέση ..... . Τούτο ανήκε αρχικώς στη ..... και μετά το θάνατο αυτής στις 19 Αυγούστου 1945 περιήλθε στις θυγατέρες της Χ1 και Χ2 κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Μετά από συμφωνία των δύο αδελφών καθολική χρήση του επίκοινου επιδίκου έκανε η δεύτερη από αυτές Χ2 , η οποία διέμενε στην εκεί υπάρχουσα οικία με τον σύζυγό της Φ1. Τον Ιανουάριο του 1954 απεβίωσε η Χ2 και το ποσοστό της επί του επιδίκου (2/4) περιήλθε κατά το 1/4 στην αδελφή της Χ1 και κατά το άλλο 1/4 στον σύζυγό της. Η Χ1 αποδέχθηκε την κληρονομία και μετέγραψε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη. Ετσι αυτή έγινε συγκυρία του επιδίκου κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου. Το Μάϊο του 1962 απεβίωσε και ο Φ1 και το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου που είχε κληρονομήσει από την προαποβιώσασα σύζυγό του Χ2 περιήλθε στη δεύτερη σύζυγό του Ψ2 . Το έτος 1962 με το 12438/20-11-1962 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λήμνου Ιωάννη Παπουτσιδάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε, η Χ1 μεταβίβασε το ποσοστό της επί του επιδίκου δηλαδή τα 3/4 εξ αδιαιρέτου στη Σχολική Εφορεία του Δημοτικού Σχολείου Κοντιάς. Η Σχολική Εφορεία ζήτησε αμέσως από την Ψ2 , η οποία συνέχιζε να κάνει χρήση του επιδίκου, ενώ ήταν κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της Φ1 μόνο κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, να της αποδώσει το κοινό ακίνητο. Η τελευταία αρνήθηκε την απόδοση της συννομής στη Σχολική Εφορεία οπότε η τελευταία άσκησε αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής η οποία μετά από έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή με την 372/1962 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλίνης, με την οποία αναγνωρίστηκε η Σχολική Εφορεία συννομέας του επιδίκου κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου και διατάχθηκε η αποβολή της ανωτέρω Ψ2 από το επίκοινο κατά το άνω ποσοστό. Η Σχολική Εφορεία όμως, λαμβάνοντας υπόψη τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της Ψ2 , δεν προχώρησε σε αναγκαστική εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης και επέτρεψε αυτήν να κάνει χρήση όλου του επίκοινου επιδίκου. Το 1964 η τελευταία μετοίκησε από τη Λήμνο στον Πειραιά, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Το 1967 έλαβε χώρα σεισμός και το Δημοτικό Σχολείο υπέστη βλάβες και κρίθηκε ακατάλληλο. Γι αυτό πολλά υλικά του Σχολείου, όπως θρανία, υδρόγειος σφαίρα κλπ μεταφέρθηκαν στην παλαιά οικία που υπήρχε στο επίδικο, η οποία ήταν ακατάλληλη για κατοικία. Το έτος 1986 η Ψ2 , με επίκληση άτυπης δωρεάς από τον σύζυγό της Φ1 κατά το έτος 1962 και κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία μεταβίβασε τούτο με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 7286/1986 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιω. Μίχου στον γιο της ... . Αυτός στις 7-6-1987 απεβίωσε και ο ανήλικος γιος του Ζ1 αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του και μετέγραψε τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη με τη νόμιμη αντιπρόσωπό του μητέρα του. Στη συνέχεια η Ψ2 ενεργώντας για λογαριασμό του εγγονού της τοποθέτησε στο σπίτι του επιδίκου καινούργια παράθυρα και πόρτα σε αντικατάσταση των παλαιών που είχαν καταστραφεί. Αργότερα ο Ζ1 , που είχε ενηλικιωθεί, με το 3972/93 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γαρυφαλιάς Μαυροφόρου που νόμιμα μεταγράφηκε μεταβίβασε όλο το επίδικο στην αναιρεσείουσα .... , η οποία αμέσως κατέλαβε το επίδικο και έκτοτε το κατέχει και νέμεται, χρησιμοποιώντας τούτο ως αποθηκευτικό χώρο. Στο μεταξύ με βάση το άρθρο 5 του Ν. 1894/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του Ν.2009/1992 άρθρο 1 παρ.2 τη ΥΑΔ 4/162/28-3-1989 των Υπουργών Εσωτερικών Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Χωροταξίας σε συνδυασμό με την 709/28-2-2001 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λέσβου, που νόμιμα μεταγράφηκε και άρθρο 1 παρ. Α 33,2 παρ.4 και 11 του Ν.2539/1997 ο αναιρεσίβλητος Δήμος Νέας Κούταλης έγινε καθολικός διάδοχος της Σχολικής Εφορείας του Δημοτικού Σχολείου Κοντιά Λήμνου και όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία αυτής περιήλθε στον εν λόγω Δήμο. Ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι το 1963, μεταξύ της Ψ2 και της ανωτέρω Σχολικής Εφορείας έλαβε χώρα άτυπη διανομή όλων των κοινών ακινήτων και ότι κατ' αυτήν συμφωνήθηκε να περιέλθει στην Ψ2 το επίδικο οικόπεδο με την παλαιά οικία και ότι έκτοτε αυτή νεμόταν τούτο με διάνοι κυρίου και απέκτησε έτσι την κυριότητα του ποσοστού της Εφορείας με έκτακτη χρησικτησία. Όμως από την εκτίμηση των στοιχείων που προσκομίζονται δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα τέτοιου είδους άτυπη διανομή. Η ίδια η Ψ2 , όταν μεταβίβασε με γονική παροχή το επίδικο στο γιό της .... δεν επικαλέστηκε άτυπη διανομή ως αιτία κτήσης του ακινήτου, αλλά άτυπη δωρεά του συζύγου της κατά το έτος 1962. Το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο και οι δικαιοδόχοι της Ψ2 δεν είναι πλέον συγκύριοι στα αγροτικά ακίνητα που παλαιά τους ανήκαν εξ αδιαιρέτου, οφείλεται στον αναδασμό που έγινε κατά τα έτη 1975-1978 στη Λήμνο και όχι σε συμφωνία για άτυπη διανομή τούτων. Ενόψει τούτων αποδεικνύεται ότι η Ψ2 ουδέποτε άρχισε να νέμεται όλο το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της ούτε γνωστοποίησε τέτοια πρόθεσή της στον αναιρεσείοντα Δήμο και στη δικαιοπάροχό του Σχολική Εφορεία. Ακόμη και αν είχε τα κλειδιά της οικίας ή επισκεπτόταν αυτήν κατά διαστήματα ή είχε αφήσει μέσα άχρηστα πράγματά της, έπραττε τούτο ως συγκοινωνός και όχι ως κυρία του όλου που εκδήλωνε βούληση να νέμεται αυτό μόνο για τον εαυτό της. Έτσι κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από την Ψ2 δεν έλαβε χώρα. Ισχυρίζεται τέλος η αναιρεσείουσα α) ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι όροι κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία αφού η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της νεμήθηκαν τούτο με νόμιμους τίτλους και καλή πίστη. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν η κακή πίστη των δικαιοπαρόχων της είναι δεδομένη. Επομένως και αν ακόμη υποτεθεί ότι η ίδια κατά το χρόνο μεταγραφής του συμβολαίου (1993) διατελούσε σε καλή πίστη μέχρι το 2001 που ασκήθηκε η αγωγή δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη 10ετία. β) ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου έχει υποκύψει στην 20ετή παραγραφή. Όμως και αν θεωρηθεί ότι η δικαιοπάροχός της εκδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεσή της να αντιποιηθεί τη νομή του συγκοινωνού της στο επίκοινο ακίνητο το 1986 με την κατάρτιση του 7286/1986 γονικής παροχής, από τότε μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν παρήλθε 20ετία.

Συνεπώς η ένσταση της αναιρεσείουσας ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με χρησικτησία είναι αβάσιμη. Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της και τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ.1, 1193, 1199 και 1846 ΑΚ, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του δικαιώματος της συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίκοινου ακινήτου. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ευσύνοπτο και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από όσους περιοριστικά αναφέρονται στο νόμο (άρθρα 599 και 560 ΚΠολΔ) θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, αφού δεν είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλιπών στοιχείων με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Ειδικότερα για να θεωρηθεί ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 ή 560 αρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και επί πλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της, κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου άρθρου 1042 σε συνδυασμό προς το άρθρο 1051 του ΑΚ, απόρριψης της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας και παραδοχής της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επικαλείται ακόμη η εναγομένη ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι όροι κτήσης κυριότητας του ακινήτου με τακτική χρησικτησία, εφόσον η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της νεμήθηκαν τούτο με νόμιμους τίτλους και καλή πίστη. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν η κακή πίστη των δικαιοπαρόχων της είναι δεδομένη. Ακόμα δε και αν υποτεθεί ότι η ίδια διατελούσε σε καλή πίστη κατά το χρόνο μεταγραφής του 3972/1993 πωλητηρίου συμβολαίου, ημερομηνία από την οποία αρχίζει ο υπολογισμός της δικής της τακτικής χρησικτησίας, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2001 δεν είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη δεκαετία". Ότι "με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε" τις ανωτέρω διατάξεις και ότι "το σφάλμα του δικαστηρίου έγκειται στο ότι παρέλειψε να εφαρμόσει την κρίσιμη αυτή διάταξη (ΑΚ 1042) ή ακόμη ν' αποδώσει σ' αυτή την προσήκουσα έννοια". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποια είναι η αληθής έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ και ποια εσφαλμένη έννοια αποδόθηκε σ' αυτές από το Εφετείο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο πριν την ισχύ του ν.2915/01), συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αν αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ εφόσον βέβαια το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης/Ολ.ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου και δη: α) την από 28-8-88 έγγραφα απόδειξη, β) την 400/6-3-2000 βεβαίωσης της Δ/νσης Εγγείων Βελτιώσεων, γ) την 401/6-3-200 βεβαίωση της ίδιας Δ/νσης, δ) τον 2319/77 τίτλο Αναδασμού της Δ/νσης Γεωργίας Λέσβου και ε) τους 1994/77 και 1180/77 τίτλους της ίδιας Δ/νσης Γεωργίας καθώς και τη μαρτυρική κατάθεση του ..... που περιέχεται στα 285/26-4-99 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (μεταβατική έδρα Λήμνου). Ό λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τ' ανωτέρω έγγραφα και μαρτυρική κατάθεση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.10 δεν αποτελεί λόγο αναίρεση η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά γεγονότα χωρίς απόδειξη εάν αυτά δεν είναι ουσιώδη ως αλυσιτελή. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετίο έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί διενέργεια αναδασμού των αναφερόμενων στο λόγο αυτό δύο αγρών χωρίς απόδειξη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού οι αγροί αυτοί δεν είναι επίδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2005 αίτηση της ....... για αναίρεση της 333/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ