2000/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-12-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και δήλωσε ότι η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Legislator headnote
AI generated2000/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθ. 65§1περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθ. 13§1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθ. 4α του ν. 1806/1988.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2000 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-12-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και δήλωσε ότι η αίτηση αναίρεσης δεν εισάγεται ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., 2. Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 3. Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 4. Ε. Ε. του Τ., κατοίκου ..., 5. Ν. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 6. Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 7. Μ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 8. Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., 9. Ζ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Ζ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 11. Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 12. Ο. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 13.
Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 14. Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 15. Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., 14. Τ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 15. Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., 16. Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 17. Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 18. Λ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 19. Ε. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 20. Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 21. Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 23. Δ. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 24.
Μ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 25. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 26. Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 27. Δ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 28. Π. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 29. Σ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 30. Χ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 32. Λ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 33. Α. Β. του Σ., κατοίκου ..., 31 Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., 32. Π. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 33. Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 34. Κ.
Γ. του Π., κατοίκου ..., 35. Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 36. Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 37. Δ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 38. Κ. - Α. Π., κατοίκου ..., 39. Κ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 40. Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 41. Π. Β. του Γ., κατοίκου ..., 42. Π. Η. του Γ., κατοίκου ..., 43. Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 44. Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 45. Ζ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 46. Μ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 47.
Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 49. Σ. Β. του Λ., κατοίκου ..., 50. Κ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 51. Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 52. Α. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 53. Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουμέττη
και
Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 4.Α. Β. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παλάζη.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-12-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τη με ημερομηνία κατάθεσης 2-12-2008 αγωγή των ήδη Α. αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3712/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4985/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1306/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4985/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 6385/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 10-1-2020 και 10-01-2019 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 10.1.2020 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία 'ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' κατά των αναφερόμενων σ' αυτή εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων και β] η από 10.1.2019 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 319/2020 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων: Κ. Θ., Κ. Α., Κ. Α. και Β. Α. κατά του εναγομένου αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία 'ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο το διάδικο, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (άρθρ. 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 ΚΠολΔ). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση σχετικής απόφασης. [ΑΠ 553/2018]
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία 'ΣΥΝΕΓΓΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ' Ν. Τ., ο οποίος τον εκπροσώπησε στη δίκη αυτή δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2024 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 10.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτησης του για αναίρεση της με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Λ. Ρ. Επομένως, ως προς αυτόν, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτόν.
3. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Εβδομήντα δυο ενάγοντες ,μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης και αναιρεσείοντες της δευτέρας αίτησης αναίρεσης, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 2.12.2008 αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι η υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ'' (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσίβλητο της δευτέρας αναίρεσης), να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτή ποσά αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λόγω των παράνομων ενεργειών της πρώτης εναγομένης στο πλαίσιο των επενδυτικών συμβάσεων, που είχαν συνάψει με αυτήν οι ενάγοντες, της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης στηριζόμενης στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 61 επ.
του Ν. 2533/1997, σε συνδ. με την Οδηγία 97/9/ΕΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3712/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως προς τους ενάγοντες αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης, έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά της εταιρείας ΓΕΝΕΣΙΣ, με εξαίρεση τους Α. Ε. 52° αναιρεσίβλητο της πρώτης αναίρεσης, Θ.
Κ., Κ. Α. και Β. Α. 1ος, 2α και 3ης αναιρεσείοντες της δευτέρας αναίρεσης, ως προς τους οποίους απερρίφθη και κατά της εταιρείας 'ΓΕΝΕΣΙΣ'. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις α] η από 30.8.2011 έφεση της εταιρείας 'ΓΕΝΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' και β] η από 4.10.2013 έφεση απάντων των εναγόντων.
Οι ως άνω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η με αριθμό 4985/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α] κατήργησε την συνεπεία της υπό στοιχείο β εφέσεως δίκη ως προς τα πρόσωπα που δεν ήταν διάδικοι στην τότε δίκη, β] απέρριψε την έφεση της εταιρείας 'ΓΕΝΕΣΙΣ' ως απαραδέκτως ασκηθείσα κατά των προσώπων έναντι των οποίων η εταιρεία είχε νικήσει πρωτοδίκως, γ] δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εταιρείας 'ΓΕΝΕΣΙΣ κατά των λοιπών εναγόντων, εξαφάνισε ως προς αυτούς την προσβαλλόμενη και κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της εφέσεως αυτής και δ] απέρριψε την από 4.10.2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος της πρώτης αναίρεσης και αναιρεσίβλητου της δευτέρας ως ασκηθείσα εκπροθέσμως.
Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκε η από 28.9.2017 αίτηση αναίρεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1306/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι η από 4.10.2013 έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς, ανήρεσε την εκεί προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Συζητήσεως γενομένης, κατόπιν της από 26.9.2018 κλήσης των εκκαλούντων και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων εξ' αυτών, που συνέχισαν τη δίκη στη θέση τους, εκδόθηκε η με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ασκηθείσα έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τους αναιρεσείοντες της δευτέρας αναίρεσης Κ.
Θ., Κ. Α. και Β. Α. ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Και υποχρεώθηκε το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο να καταβάλλει σε έκαστο εξ' αυτών τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά αποζημίωσης.
Α] Επί της πρώτης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 274/2020 αίτησης Αναίρεσης Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου. Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995).
Περαιτέρω προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28§1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1998). Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994). Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Επομένως, το Εθνικό δικαστήριο υποχρεούνται να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: Ια) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "Ια) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως,..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2§6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε...την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών". Ειδικότερα, με το άρθ. 61 ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά την λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθ. 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθ. 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β ((β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθ. 1§§2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθ. 2§1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθ. 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθ.2§2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθ. 2§4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθ. 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθ. 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθ. 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (I)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2§6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2§1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης, β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθ. 1§4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης, θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθ. 63 του ως άνω νόμου σκοπός του αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθ. 65§1περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθ. 13§1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθ. 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1§12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)ΐ, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.(".Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθ. 2§1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθ. 2§1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ί) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθ. 2§6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθ. 1§12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθ. 2§1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12§1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 347/2022, ΑΠ 470/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού, δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή αν συνέτρεχαν, οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της πρώτης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία 'ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' επικαλούμενο πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ του ν. 2396/1996,1 παρ. 4, 2 παρ. 2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κρίνοντας την ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων ως ουσία βάσιμη Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία " ΓΕΝΕΣΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή, κύριων και παρεπόμενων, επενδυτικών υπηρεσιών και την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Στις 8-2-2005, κατόπιν καταγγελιών επενδυτών, η "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" ξεκίνησε τη διενέργεια ελέγχου, στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και μετά τη διαπίστωση παραβάσεων, από αυτήν, της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, η εκτελεστική επιτροπή της "Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς", θεωρώντας ότι η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας είναι επικίνδυνη για το επενδυτικό κοινό και την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, προέβη, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2015 απόφασής της στην προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας, στη συνέχεια δε, επειδή επακολούθησαν νέες δυσμενείς διαπιστώσεις σε βάρος της και κρίθηκε ότι αυτή είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, με την υπ' αριθμ. ...-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της "Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς" ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α του ν. 1806/1998.
Επόπτης της εκκαθάρισης ορίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών, Δημήτριος Βαλάσης, ενώ με την υπ' αριθμ. 1949/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκκαθαριστής της εταιρείας ορίστηκε ο ορκωτός λογιστής, Ι. Π. Ακολούθως, ο Επόπτης Εκκαθάρισης κάλεσε τους δικαιούχους λήψης αποζημίωσης από το "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο", λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους σ' αυτόν, προσκομίζοντας και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία των απαιτήσεών τους.
Με βάση την ανακοίνωση αυτή του Επόπτη, η τελευταία ημερομηνία για την υποβολή των εμπρόθεσμων αναγγελιών, εκ μέρους των πελατών της πρώτης εναγομένης, ήταν η 12-6-2005. Μετά την αναγγελία από τους πιστωτές, των απαιτήσεών τους, κατά της εταιρίας και την επαλήθευση αυτών, ο Επόπτης Εκκαθάρισης με το υπ' αριθμ ....2006 έγγραφο του, απέστειλε 'Κατάσταση επαλήθευσης των απαιτήσεων επενδυτών' στο δεύτερο εναγόμενο [Συνεγγυητικό Κεφάλαιο], το οποίο, μετά τη διαπίστωση των απαιτήσεων που προέρχονταν από επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες υποχρεώνουν αυτό προς καταβολή αποζημίωσης, ενέκρινε την καταβολή αποζημιώσεων στα κατά την κρίση του δικαιούμενα πρόσωπα, δεχόμενο ότι "1.
Αποζημιώνονται οι απαιτήσεις των επενδυτών στο αδιαμφισβήτητο διαμορφούμενο πιστωτικό υπόλοιπο. Υπό την μελλοντική κρίση της επιτροπής ως δυνητικά αποζημιωτέο ποσό τέθηκε εκείνο το ποσό, το οποίο ο επόπτης έχει επαληθεύσει υπό την αίρεση της αναγνώρισης της πλαστότητας των παραστατικών από τα αρμόδια Δικαστήρια, στα οποία έχουν απευθυνθεί με μηνυτήριες αναφορές τα όργανα εκκαθάρισης. 2.
Αποζημιώνεται, οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και εν προκειμένω από την χρηματική καρτέλα του επενδυτή, εφόσον προέρχεται από χρηματιστηριακές συναλλαγές και μερίσματα, που έχουν πιστωθεί σε χρηματιστηριακό λογαριασμό και επαληθεύεται ανεπιφύλακτα από τα όργανα της εκκαθάρισης. 3.
Σε περιπτώσεις απαιτήσεων πελατών για αγορά μετοχών, που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία ημερομηνία λειτουργίας της εταιρείας και δεν εκκαθαρίστηκαν, αποζημιώνεται το υπόλοιπο της χρηματικής καρτέλας πριν την αξία της μη εκκαθαρισμένης αγοράς συμψηφιζομένων τυχόν καταβολών μετρητών ή πωλήσεων. 4.
Αποζημιώνεται, εντός του προβλεπόμενου για το Συνεγγυητικό ύψους αποζημίωσης, οποιοδήποτε ποσό, το οποίο προέρχεται από καταθέσεις μετρητών, που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά για πρώτη φορά από 1-1-2005 μέχρι την ημερομηνία της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας της εταιρείας, για τα οποία δεν έχουν πραγματοποιηθεί χρηματιστηριακές συναλλαγές και επαληθεύονται από τα όργανα της εκκαθάρισης. 'Ετσι κρίθηκε ότι από τους 1984 επενδυτές, που είχαν καταθέσει αιτήσεις εδικαιούντο αποζημίωσης 1137 επενδυτές, στους οποίους περιλαμβάνονταν και 20 επενδυτές, που είχαν υποβάλει εκπρόθεσμα [μέχρι 30 ημέρες αργότερα από την ημερομηνία λήξης της τρίμηνης προθεσμίας από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης του Επόπτη], καθόσον έγινε δεκτό ότι η καθυστέρηση υποβολής των αναγγελιών ήταν δικαιολογημένη.
Τα ανωτέρω γνωστοποίησε το δεύτερο εναγόμενο προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης με την υπ' αριθμ. ....2007 επιστολή του, στην οποία επισυνάφθηκε και πίνακας, με τους δικαιούχους αποζημίωσης επενδυτές και τα ποσά που ο καθένας δικαιούται, καθώς και οι επενδυτές δεν αποζημιώνονται.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες- εκκαλούντες είχαν συνάψει ατομικά ο καθένας, με την ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία 'ΓΕΝΕΣΙΣ Χρηματιστηριακή ΑΕ' ισάριθμες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, που είναι μεταξύ τους πανομοιότητες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους.
Οι εν λόγω συμβάσεις οι οποίες έφεραν τον τίτλο 'ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ' διέπονταν από τους ειδικότερα προβλεπόμενους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών, οι οποίοι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος τους. Συγκεκριμένα στον όρο 2 οριζόταν, ότι με τις συμβάσεις ρυθμίζονταν οι συναλλακτικές σχέσεις του πελάτη με την εταιρία και ιδίως εκείνες, που αφορούσαν α] τη λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών [παραγγελιών] του πελάτη για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.
α [ι] του ν 2396/1996 για απόκτηση και διάθεση [εξαγορά] για λογαριασμό του πελάτη μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες, για κτήση μετοχών και ομολογιών για λογαριασμό του πελάτη σε δημόσια εγγραφή ή με συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών, για διάθεση του δικαιώματος προτιμήσεως μετοχών, για είσπραξη μερισμάτων και β] την αγορά ή και πώληση εξωχρηματιστηριακώς, ομολόγων και εντόκων γραμματίων του δημοσίου, καθώς και ομολογιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο.
Το ύψος της προμήθειας ή αμοιβής της εταιρίας [άρθρο 10.1] συμφωνήθηκε σε ποσοστό μέχρι 1,5% επί της αξίας της συναλλαγής προκειμένου για μετοχές, σε ποσοστό μέχρι 0,5% επί της αξίας της συναλλαγής, προκειμένου για τίτλους σταθερού εισοδήματος και, κατά περίπτωση στις λοιπές υπηρεσίες, που δεν αφορούσαν αγοραπωλησία μετοχών και τίτλων σταθερού εισοδήματος, όπως έντοκα γραμμάτια, ομόλογα του ελληνικού δημοσίου κ.λ.π.
Επίσης με τον όρο 15 συμφωνήθηκε, ότι η σύμβαση έχει αόριστη διάρκεια και λήγει την ημέρα της γραπτής γνωστοποίησης της καταγγελίας της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη στο άλλο. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι, κατά τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, οι ως άνω πελάτες της εξουσιοδοτούσαν την αντισυμβαλλόμενη τους να καταθέσει στους οριζόμενους από τους ίδιους τραπεζικούς λογαριασμούς τα χρηματικά υπόλοιπα, που προέκυπταν από αγοραπωλησίες μετοχών και λοιπών κινητών αξιών ή χρηματιστηριακών πραγμάτων γενικότερα.
Επίσης παρείχαν εξουσιοδότηση στην εταιρία, όπως, μέσω των οργάνων της ή των χρηματιστηριακών της εκπροσώπων ή μέσω των υπαλλήλων της, εξουσιοδοτημένων αρμοδίως, οπισθογραφεί για λογαριασμό τους τις ονομαστικές μετοχές κυριότητάς τους, τις οποίες πωλούν μέσω της εταιρίας, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα, στα οποία αφορούν οι ονομαστικές τους μετοχές, που πωλούνται και γενικώς, να ενεργούν και να υπογράφουν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους κάθε πράξη και έγγραφο, που είναι αναγκαία για την πώληση και μεταβίβαση των μετοχών τους.
Τέλος, παρείχαν την εξουσιοδότηση στο ειδικό γραφείο τύπου ή στο υποκατάστημα, κατά περίπτωση, της αντισυμβαλλομένης τους εταιρίας, ενεργώντας για λογαριασμό τους, να διαβιβάζει είτε προφορικώς είτε δια τηλεφώνου, είτε γραπτώς και με fax ή με mail, εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών και λοιπών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο κινητών αξιών, καθώς και Ομολόγων και Εντόκων γραμματίων Δημοσίου και μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων και λοιπών χρηματιστηριακών πραγμάτων για την εκτέλεση αντίστοιχων συναλλαγών στο όνομά τους.
Από τα ανωτέρω, και σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων, συνάγεται ότι, μεταξύ εκάστου των ως άνω εναγόντων και της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία 'ΓΕΝΕΣΙΣ Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ' είχε συναφθεί σύμβαση λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό τους σε ένα ή περισσότερα χρηματιστηριακά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.
α[Ι] του ν 2396/1996. Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν δώσει την εντολή στην εταιρεία να προβαίνει για λογαριασμό τους σε αγορά και πώληση μετοχών, κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και λοιπών χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Συνεπώς, η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική υπηρεσία σχετική με χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1α του ν 2396/1996, τα χρηματικά δε ποσά που αναφέρονται κατωτέρω κατατέθηκαν από αυτούς [ενάγοντες] στην άνω ΑΕΠΕΥ σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, ήτοι προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων [κυρίως μετοχών] ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση και συνεπώς, καλύπτονται από την Οδηγία 97/9 , η οποία είναι σαφής και ορισμένη και υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου στο βαθμό που αυτές αντιτίθενται στην παρεχόμενη προστασία της παραπάνω Οδηγίας.
Τα χρήματα αυτά δεν ήταν απαραίτητο να έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί, για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, καθώς είναι νομικά αδιάφορο, αν οι επενδυτικές εργασίες είχαν όντως πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας είτε όχι, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι αυτά δόθηκαν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, χωρίς να τίθεται από το νόμο, ως όρος, η εκτέλεση μίας τουλάχιστον χρηματιστηριακής συναλλαγής ή η ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιο των τίτλων αυτής.
Άλλωστε , δεν έχει τεθεί χρονικό όριο για την επένδυση των εν λόγω χρηματικών ποσών από την πρώτη εναγομένη ΑΕΠΥ. Ο ισχυρισμός του δευτέρου εναγομένου [Συνεγγυητικό κεφάλαιο] ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν σε εκτέλεση σύμβασης με διάφορο περιεχόμενο δεν αποδείχθηκε από κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από τα προσκομιζόμενα από αυτά καταθετήρια -παραστατικά τραπεζών.
Μόνο δε το γεγονός ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν ένα σταθερό χρηματικό ποσό κατατεθειμένα σε λογαριασμό της εταιρείας, δεν είναι ικανό να καταδείξει την ύπαρξη άλλου είδους σχέσης, δεδομένου ότι οι ενάγοντες δυνάμει των συμβάσεων αυτών, η διάρκεια των οποίων ορίστηκε αορίστου χρόνου, ανέθεσαν στην αντισυμβαλλόμενη τους εταιρία, τη διαχείριση των χρηματικών αυτών ποσών και τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, έως ότου προβούν σε μια συμφέρουσα προς αυτούς επένδυση, με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνη, με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους.
Ήδη το εναγόμενο έχει αποζημιώσει επενδυτές, που είχαν καταθέσει μόνον χρήματα στην πρώτη εναγομένη από 1.1.2005 και εφεξής και ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να διαφοροποιηθεί η περίπτωση αυτών από τους άλλους επενδυτές, που είχαν καταθέσει χρήματα προ της ανωτέρω ημερομηνίας. Αποδείχθηκε, όμως, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2003 μέχρι της 17.2.2005, ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της πρώτης εναγομένης, τα αρμόδια όργανα της τελευταίας είτε ρευστοποιούσαν τίτλους [μετοχές] των χαρτοφυλακίων των εναγόντων εν αγνοία τους και, στη συνέχεια με την έκδοση πλαστών παραστατικών, προέβαιναν σε υπεξαίρεση του πιστωτικού υπολοίπου των επενδυτικών λογαριασμών τους ή υπεξαιρούσαν τα χρήματα, τα οποία υπήρχαν πιστωμένα στους επενδυτικούς λογαριασμούς τους και τα οποία οι τελευταίοι είχαν καταθέσει προς αγορά μετοχών και προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο πλαίσιο των προαναφερόμενων συμβάσεων τους, άλλοτε πάλι τα χρήματα που οι επενδυτές πελάτες της κατέθεταν σε τραπεζικό λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης υπεξαιρέθηκαν αυθημερόν με την ανάληψή τους από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης, καθόσον ουδέποτε πιστώθηκαν στους επενδυτικούς λογαριασμούς των εναγόντων.
Η πιο πάνω αδικαιοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης προκάλεσε ζημία στους αναφερόμενους κατωτέρω ενάγοντες, με αποτέλεσμα, εφόσον η εν λόγω εταιρία περιήλθε σε οριστική και μη αναστρέψιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς τους επενδυτές και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, να συντρέχει νόμιμη υποχρέωση του δευτέρου των εναγομένων Συνεγγυητικού Κεφαλαίου προς αποζημίωση των εναγόντων [μέχρι κατ' ανώτατο όριο, του ποσού των 30.000 ευρώ] εφόσον υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Ωστόσο το δεύτερο εναγόμενο αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι αυτών, με αποτέλεσμα την άσκηση της υπό κρίση αγωγής ' Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1 περ. α (I, ii) Ν. 2596/1996, 2 παρ. 12 περ. α, δ Ν. 2533/1997, 719 ΑΚ, 90 επ.
ΕμπΝ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα ότι, (α) καθένας από τους αναιρεσίβλητους είχε καταρτίσει με την εταιρεία σύμβαση λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, για κατάρτιση, για λογαριασμό τους, χρηματιστηριακών συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) ότι στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι είχαν δώσει εντολή στην ανωτέρω εταιρεία να προβαίνει για λογαριασμό τους, σε αγορά και πώληση μετοχών, κινητών αξιών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και χρηματιστηριακών πραγμάτων σε επενδυτικές εργασίες και (γ) ότι η κατάθεση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, γινόταν στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών, προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων, κυρίως μετοχών ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση, ενόψει της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, και της θέσης αυτής σε εκκαθάριση, ανακύπτει ευθύνη του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, χωρίς αυτή (υποχρέωση αποζημίωσης) να αναιρείται από το γεγονός ότι, μέχρι το χρόνο της άδειας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, δεν είχαν εκτελεστεί όλες οι σχετικές εντολές τους (των αναιρεσιβλήτων).
Συνεπώς, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ποιο ήταν το περιεχόμενο της ειδικής εντολής που έδωσαν οι αναιρεσίβλητοι προς την ΕΠΕΥ για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες σχετικά με την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών και το περιεχόμενο τους, που συνίσταται στη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών προς την ΕΠΕΥ για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό τους (των αναιρεσιβλήτων), ενώ προσδιορίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεταν οι τελευταίοι στην ΕΠΕΥ τα κατέθεταν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, δηλαδή προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση και με τον τρόπο αυτό καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εξειδικεύονται και να προσδιορίζονται οι επιμέρους εντολές των αναιρεσιβλήτων προς την χρηματιστηριακή εταιρεία, καθώς και όλες οι συναλλαγές και τα αποτελέσματα αυτών.
Περαιτέρω, η από τους αναιρεσίβλητους επικαλούμενη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ύπαρξη αντιφατικής αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εντολής επενδυτικών συναλλαγών , που κατ' αυτούς εντοπίζεται αφενός μεν στην κρίση του Εφετείου ότι δόθηκε από τους ενάγοντες εντολή για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και αντιφατικώς στην κρίση ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν ακέραια τα κεφάλαιά τους μέχρι να προβούν σε μία συμφέρουσα επένδυση, θεμελιώνεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο δέχθηκε αναμφίβολα ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση εντολής για επενδυτικές συναλλαγές, η δε αναφορά στο χωρίο της προσβαλλόμενης στο οποίο αναγράφεται ότι οι ενάγοντες δυνάμει των συμβάσεων αυτών [εντολής για επενδυτικές συναλλαγές], η διάρκεια των οποίων ορίστηκε αορίστου χρόνου, ανέθεταν στην αντισυμβαλλόμενη τους εταιρία τη διαχείριση των χρηματικών αυτών ποσών και τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, έως ότου προβούν σε μια συμφέρουσα προς αυτούς επένδυση, με τον τρόπο που θα επέλεγε εκείνη, με σκοπό την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού κέρδους', δεν συνιστά κρίση για κατάρτιση άλλης, πλην εκείνης της σύμβασης εντολής χρηματιστηριακών εντολών, με την διευκρίνηση ότι αυτή πρέπει να λάβει χώρα στην πλέον συμφέρουσα για αυτούς επένδυση, και επομένως η προσβαλλόμενη δεν έχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Μετά ταύτα και ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση η υπό κρίση από 10.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η απόδοση στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που το αναιρεσείον κατέβαλε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).
Β. Επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 319/2020 αίτησης αναίρεσης Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη αντιστοίχως την από τον αριθμό 1 και αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 65 και 66-78 του ν 2533/97, που συνίσταται στην λήψη μεν υπόψιν από το Εφετείο, πλην όμως στην εσφαλμένη εκτίμηση των αναγκαίων στοιχείων για την απόδειξη της αξίωσης αποζημίωσής τους, για χρηματικές απαιτήσεις τους που απέρρεαν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, κατά του αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο", λόγω της θέσης της Ε.Π.Ε.Υ. ΓΕΝΕΣΙΣ, με την οποία είχαν συμβληθεί ως επενδυτές, στην ειδική εκκαθάριση του άρθρου 4α του ν. 1809/1988, κρίση που οδήγησε στην απόρριψη ως ουσία αβάσιμης της έφεσής τους κατά της με αριθμό 3712/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή του πρώτου, δευτέρας και τετάρτης εξ ' αυτών και εν μέρει και δη κατά το ποσό των 9.630 ευρώ του τρίτου. Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον υπό την επίφαση των ανωτέρω πλημμελειών βάλλεται η ουσιαστική περί των αποδείξεων κρίση του Εφετείου, η οποία, όμως, είναι κατ' άρθρο 562 του ΚΠολΔ ανέλεγκτη.
Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος τυγχάνει και ο πρώτος λόγος ως προς δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των άρθρων 2 παρ. 1 και 2, 9 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 2 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ .Τούτο διότι στο λόγο αυτό δεν διαλαμβάνεται το συγκεκριμένο ερμηνευτικό υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο κατά την άποψή τους [αναίρεσειόντων] υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας και την επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 154/2023].
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος οι αναίρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των αναφερόμενων στην αγωγή τους ουσιωδών ισχυρισμών τους που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 281,173 και 200 του ΑΚ, 17, 20 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει το ακριβές περιεχόμενο αυτών [παρά μόνο αναγράφονται οι ανωτέρω νομικές διατάξεις] όπως δεν αναφέρεται και αν οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη.
Περαιτέρω κατά τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο του σκέλος οι αναίρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ουσιωδών ισχυρισμών τους που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 281, 173 και 200 του ΑΚ, 17 , 20 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ,και άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του καθώς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ουσιαστικό περιεχόμενο των ισχυρισμών που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιαστική επίδραση αυτών στο διατακτικό.
Επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους είναι οι αποδιδόμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ καθόσον α] ως προς τον μεν πρώτο δεν καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα, η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, η επίκληση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο λόγος αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1355/2023), β] ως προς τον δε δεύτερο, δεν διαλαμβάνεται ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου, σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος, και πού έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης [ΑΠ 101/2022].
Μετά ταύτα ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση , η υπό κρίση από 10.1.2019 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν για την άσκηση της [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του [άρθρα 106, 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτηση και την από 10.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 319/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 10.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτηση του για αναίρεση της με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Λ. Ρ., κηρύσσοντας καταργημένη η δίκη ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την από 10.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 274/2020 αίτηση και την από 10.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 319/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6385/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο του παραβόλου που έκαστος εκ των αναίρεσε ιόντων κατέθεσε για την αντιστοίχως κατατεθείσα από αυτόν αίτηση αναίρεσης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος της από 10.1.2020 αίτησης αναίρεσης τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων [πλήν του πρώτου εξ' αυτών Λ. Ρ.] το ύφος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων της από 10.1.2019 αναίρεσης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ύφος των οποίων ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ