2000/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2020 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2000/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 987/2022, Α1584/2021, ΑΠ 1316/2018).
Full text
Απόφαση 2000 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Α. Μ., 2) Χ. συζ. Γ. Κ. το γένος Ζ., 3) Γ. Ζ. του Α., 4) Ο. Ζ. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Ευσταθίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 583/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 299/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της κυριότητας αυτών και των ειδικότερα αναφερομένων προσώπων, επί δύο ακινήτων και για αναγνώρισή τους ως συνδικαιούχων αποζημίωσης από την απαλλοτρίωσή τους. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με αυτήν του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι α προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν, προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 987/2022, Α1584/2021, ΑΠ 1316/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιό δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 825/2020, 1199/2018, ΑΠ 69/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον λόγο αυτό, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ενώ δέχεται ότι το αναιρεσείον ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με κάποιον από τους τρόπους που αυτό επικαλείτο (είτε ως ανταλλάξιμα είτε ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου είτε λόγω του χορτολιβαδικού τους χαρακτήρα), ταυτόχρονα αποδέχεται, προκειμένου να κάνει δεκτούς τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι το ίδιο μεταβίβασε τα επίδικα ως κληροτεμάχια στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, προφανώς ως κύριος, με τη διανομή του Υπουργείου Γεωργίας 1939-1945. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά μόνο αποσπασματικά και με επιλεκτική αναφορά, οι ουσιαστικές παραδοχές του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει την φερόμενη ως εσφαλμένη (αντιφατική) κρίση του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με αυτόν του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής, δηλαδή για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο έφεσης (ΑΠ 12/2019, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1126/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την διάγνωση της ύπαρξης, επιπλέον των αναφερομένων στον κτηματολογικό πίνακα, επικειμένων για το απαλλοτριωθέν ακίνητο με αριθμό 4, με αποτέλεσμα την προσθήκη επιπλέον, μη αναγραφομένων σ' αυτόν, επικειμένων και την προσαύξηση του ύψους της λήφθησομένης από τους αναιρεσίβλητους αποζημίωσης για την οικεία αναγκαστική απαλλοτρίωση, που όμως αποτελεί αρνητικό και όχι αυτοτελή ισχυρισμό κατά της αγωγής.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα, με τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεν αποτελεί "πράγμα", ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής. Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 583/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ