Legislator Case Law & Legislation
2000/2019 AI generated

2000/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2000/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2000/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης. 4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο.

Keywords

AI generated
unlawful procurement of personal data third-party payment illicit financial flows official data transmission customs tax fraud exchange of tax information
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2000 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2000/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Π. του Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ.1408/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Μαρτίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 3579/2019,. η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 577/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή κρινόμενη αίτηση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προκειμένου να τεθεί στο αρχείο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 362 του ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης της δυσφήμησης και κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή.

Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή φυλάκισης". Ήδη για την πράξη αυτή, με το αντίστοιχο άρθρο 362 του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από 1-7-2019, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως ένα έτος ή χρηματική ποινή, εκτός αν η πράξη της δυσφήμησης τελέστηκε δημόσια ή μέσο διαδικτύου (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω) οπότε επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 4411/2016 "1. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι και τις 31.3.2016: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. 2.

Εάν, στην περίπτωση των πλημμελημάτων της παραγράφου 1, ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών, συνεχίζεται η κατ` αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης, ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. 3.

Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης. 4. Οι αστικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πράξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο.

Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. 5. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τα εγκλήματα: α) ως προς τον ποινικό κώδικα, των άρθρων 8ΙΑ, 142, 149, 154, 155, 157 παρ. 3 εδάφιο β' 158 παράγραφοι 1 και 2, 162, 163, 164 παρ. 1, 165 παράγραφοι 1 και 2, 166, 173 παρ. 1, 175, 177, 178, 181, 182, 192, 193 παρ. 1, 200, 201, 215, 218 παρ. 3, 220, 221 παράγραφοι 1 και 2, 222, 228 παρ. 1, 230, 234, 241, 251 παράγραφοι 1 και 2, 255, 259, 261, 286 παρ. 2, 334 παρ. 1, 337, 345 παρ. 1 περιπτώσεις β` και γ` 346 παρ. 1, 352 Β, 358, 359, 360 παρ. 3, 362 για τις περιπτώσεις που τελείται δια του τύπου, 375 παρ. 1 εδάφιο α', 377 για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, 389 παρ. 1, 397 παράγραφοι 1 και 2, 398 (απλή χρεοκοπία), 399 παράγραφοι 1 και 2, 403 παράγραφοι 1 και 2, 406, β) του άρθρου 2 παρ. 11 περίπτωση β` του Ν. 2168/1993, γ) του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 1650/1986, δ) του άρθρου πέμπτου του Ν. 2803/2000, ε) του άρθρου 45 παρ. 1 περιπτώσεις δ` και θ` εδάφιο α` του Ν. 3691/2008, στ) του άρθρου 6 παρ. 4 και παρ. 6 του Ν.3213/2003, ζ) του άρθρου μόνου παρ. 1 του Ν.690/1945, η) του άρθρου 28 του Ν.3996/2011, θ) του άρθρου 29 του Ν.703/1977 και του άρθρου 44 του Ν.3959/2011, ι) του άρθρου 6 του Ν. 456/1976, ια) του άρθρου 41 ΣΤ του Ν.2725/1999, ιβ) του άρθρου 59 εδάφιο α` του Ν. 3028/2002, ιγ) του άρθρου 13 του Ν.3402/2005, ιδ) του άρθρου 9 παράγραφοι 1 και 3 του Ν.3500/2006, ιε) του άρθρου 31 παράγραφοι 4 και 6 του Ν.3904/ 2010, ιστ) του άρθρου τρίτου του Ν. 1788/1988, ιζ) του Ν.927/1979".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του, κυρωθέντος, με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019), νέου ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το (ποινικό) Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Υπέρβαση εξουσίας, που εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, καίτοι συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση και όφειλε να παύσει υπό όρο τη δίωξη, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης, κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 8 παρ. 1 του νόμου 4411/2016, προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 1408/2018 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, Α. Π. του Μ., για τις αξιόποινες πράξεις α) της παραβίασης προσωπικών δεδομένων (άρθρο 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997) και β) της δυσφήμησης (άρθρο 362 ΠΚ) και της επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για τη δεύτερη πράξη, καθόρισε δε τη συνολική ποινή φυλάκισης σε είκοσι ένα (21) μήνες, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία και τη συνολική χρηματική ποινή σε τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ.

Ειδικότερα, όσον αφορά την πράξη της δυσφήμησης, η ήδη αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για το ότι: "Στη Βέροια, στις 31-3-2015, με πρόθεση ενώπιον τρίτων διέδωσε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, τα ξημερώματα της ως άνω ημέρας διαμοίρασε σε μορφή φέιγ-βολάν στους εμπορικούς δρόμους της Βέροιας αντίγραφο του με αριθμ.

πρωτ. .../23-3-2011 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε. στο οποίο αναφερόταν ότι στην εταιρεία του εγκαλούντος Γ. Κ. με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." είχαν καταλογιστεί πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις, με αποτέλεσμα το επόμενο πρωί οι καταστηματάρχες της Βέροιας να βρουν στα μαγαζιά τους το ανωτέρω έγγραφο. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη διέδωσε για τον εγκαλούντα γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του".

Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, εφόσον το ως άνω πλημμέλημα της δυσφήμησης, για το οποίο ο νόμος κατά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης απειλούσε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή χρηματική ποινή, φέρεται, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τελέστηκε πριν από την 31η.3.2016 (31-3-2015) και δεν υπάγεται σε κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 4411/2016, το αξιόποινο αυτού, κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε ήδη εξαλειφθεί το δε δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να παύσει την ποινική δίωξη για το εν λόγω αδίκημα, υπό τον ανωτέρω όρο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του νόμου 4411/2016 και η δικογραφία να τεθεί στο Αρχείο από τον αρμόδιο εισαγγελέα, κατ' άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου νόμου.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, παραλείποντας να πράξει τούτο και προχωρώντας στην καταδίκη της ήδη αναιρεσείουσας για το παραπάνω αδίκημα, υπέπεσε, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ, σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας και πρέπει, κατά παραδοχή του οικείου πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την πράξη της δυσφήμησης, ως προς την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης. Ακολούθως, επειδή, λόγω της εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης αυτής, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης, πρέπει να παύσει η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ανωτέρω πράξη της δυσφήμησης, υπό τον όρο ότι αυτή δεν θα υποπέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του Ν. 4411/2016 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και δεν θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών και να διαβιβαστεί η δικογραφία στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας, για τις δικές του κατά νόμο (άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 4411/2016) ενέργειες.

Κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α'του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4620/2019) νέου ΚΠοινΔ, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, όταν πρόκειται για πλημμέλημα λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω πράξης παραβίασης προσωπικών δεδομένων, μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.

Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του νόμου αυτού, "Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις".

Ήδη, με το άρθρο 38 παρ. 1 και 2 του Ν. 4624/2019, που ισχύει, κατ' άρθρο 87 αυτού, από 29-8-2019, ορίζεται ότι "1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 2.

Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη".

Οι διατάξεις αυτές του Ν. 4624/2019, ως επιεικέστερες έναντι εκείνης του άρθρου 22 παρ. 4 περ. α' του ν. 2472/1997, η οποία προέβλεπε ποινή φυλάκισης και σωρευτικά επιβαλλόμενη χρηματική ποινή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, είναι εφαρμοστέες αυτεπαγγέλτως στην προκείμενη περίπτωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ.

δ' του ΚΠοινΔ, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α', β', γ', δ', ε' και ι' του Ν. 2472/1997, το οποίο, ως προς τους ορισμούς του, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την κατάργηση του νόμου αυτού από τον ως άνω Ν. 4624/2019 (άρθρο 84 Ν. 4624/2019), για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως:

α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή).

γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ["αρχείο"], κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια"...

και ι) "αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/1997 και ήδη στο Ν. 4624/2019, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις.

Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων".

Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται, κατ' άρθρο 2 περ. ε', το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις.

Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες, των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου, ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης.

Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επέμβασης, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.

Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν.

Τέτοια έλλειψη υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία είναι τελείως τυπική και εξαντλείται στην παραπομπή στο διατακτικό, το οποίο περιέχει μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1408/2018 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, όσον αφορά το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων (άρθρο 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997), ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία της κατηγορουμένης), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, περιστατικά: "Η κατηγορουμένη στη Βέροια .....στις 20-2-2015, με πρόθεση έλαβε γνώση σε αρχεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και στη συνέχεια τα μετέδωσε, ανακοίνωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επέτρεψε στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επισκέφθηκε με τον σύζυγο της Θ.

Ν. το φροντιστήριο ξένων γλωσσών "..." επί της οδού ... στη Βέροια και συναντήθηκε με τον Γ. Α., συνεργάτη του εγκαλούντος Γ. Κ. στα προαναφερθέντα φροντιστήρια, όπου του παρέδωσε α) το με αριθμ. πρωτ. .../23-3-2011 έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας που απευθυνόταν προς το Πταισματοδικείο Βέροιας και αφορούσε συνοπτική περιγραφή του αποτελέσματος φορολογικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στην εταιρεία του εγκαλούντος και β) την 76σέλιδη έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε.

επί της υποθέσεως με αριθμό .../2011. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη, αφού έλαβε αντίγραφα των ως άνω εγγράφων που αφορούσαν τον Γ. Κ. από τα αρχεία του Πρωτοδικείου Βέροιας, καθώς τα έγγραφα αυτά ήταν συνημμένα και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό Β.Μ. ... δικογραφίας, στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτά χωρίς τη συγκατάθεση του Γ.

Κ. και δίχως να προηγηθεί παραγγελία εισαγγελικής ή ανακριτικής πράξης, που να επέτρεπε την επεξεργασία των δεδομένων αυτών, καθόσον στα έγγραφα αυτά αναφέρονταν το ονοματεπώνυμο του ως άνω εγκαλούντος, καθώς και το αντικείμενο του ελέγχου και λοιπά φορολογικά στοιχεία και έτσι έλαβε, μετέδωσε, ανακοίνωσε και χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα έγγραφα που περιείχαν τα προσωπικά δεδομένα του Γ.

Κ.....Επομένως θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη των παραπάνω πράξεων". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, για την οποία της επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ανασταλείσα επί τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη του ότι στη Βέροια ......στις 20-2-2015, με πρόθεση έλαβε γνώση σε αρχεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και στη συνέχεια τα μετέδωσε, ανακοίνωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επέτρεψε στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, επισκέφθηκε με τον σύζυγο της Θ.

Ν. το φροντιστήριο ξένων γλωσσών "..." επί της οδού ... στη Βέροια και συναντήθηκε με τον Γ. Α., συνεργάτη του εγκαλούντος Γ. Κ. στα προαναφερθέντα φροντιστήρια, όπου του παρέδωσε α) το με αριθμ. πρωτ. .../23-3-2011 έγγραφο του Σ.Δ.Ο.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας που απευθυνόταν προς το Πταισματοδικείο Βέροιας και αφορούσε συνοπτική περιγραφή του αποτελέσματος φορολογικών ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στην εταιρεία του εγκαλούντος και β) την 76σέλιδη έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε.

επί της υποθέσεως με αριθμό .../2011. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη, αφού έλαβε αντίγραφα των ως άνω εγγράφων που αφορούσαν τον Γ. Κ. από τα αρχεία του Πρωτοδικείου Βέροιας, καθώς τα έγγραφα αυτά ήταν συνημμένα και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό Β.Μ. ... δικογραφίας, στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτά χωρίς τη συγκατάθεση του Γ.

Κ. και δίχως να προηγηθεί παραγγελία εισαγγελικής ή ανακριτικής πράξης, που να επέτρεπε την επεξεργασία των δεδομένων αυτών, καθόσον στα έγγραφα αυτά αναφέρονταν το ονοματεπώνυμο του ως άνω εγκαλούντος, καθώς και το αντικείμενο του ελέγχου και λοιπά φορολογικά στοιχεία και έτσι έλαβε, μετέδωσε, ανακοίνωσε και χρησιμοποίησε τα προαναφερθέντα έγγραφα που περιείχαν τα προσωπικά δεδομένα του Γ.

Κ.".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες εκτίθενται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, το οποίο επίσης αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, χωρίς να παρατίθενται σ' αυτό πρόσθετα στοιχεία, που είναι αναγκαία εν προκειμένω για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος, αφού το διατακτικό δεν είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ή κάποιος τρίτος επενέβη στο Αρχείο του Πρωτοδικείου Βέροιας προκειμένου να λάβει αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρονται στο σκεπτικό από τη σχετική δικογραφία ούτε εάν αυτή (αναιρεσείουσα) είχε ή όχι δικαίωμα να λάβει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων (σε περίπτωση που ήταν διάδικος ή όχι στη δικογραφία, αντίστοιχα) ή, σε περίπτωση που κάποιος τρίτος έλαβε τα παραπάνω αντίγραφα, δεν αιτιολογείται ο τρόπος, με τον οποίο τα έγγραφα αυτά περιήλθαν στην κατοχή της.

Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 2 και 22 παρ. 4 του Ν. 2472/1997, οι οποίες έτσι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προβλεπόμενων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ συναφών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε σχέση με το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αδίκημα αυτό και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την υπ' αριθμ. 1408/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας.

Παύει την ασκηθείσα κατά της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, Α. Π. του Μ., κατοίκου ... την ποινική δίωξη για το ότι: "Στη Βέροια, στις 31-3-2015, με πρόθεση ενώπιον τρίτων διέδωσε για κάποιον άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του και συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, τα ξημερώματα της ως άνω ημέρας διαμοίρασε σε μορφή φεϊγ-βολάν στους εμπορικούς δρόμους της Βέροιας αντίγραφο του με αριθμ. πρωτ. .../23-3-2011 εγγράφου του Σ.Δ.Ο.Ε., στο οποίο αναφερόταν ότι στην εταιρεία του εγκαλούντος Γ. Κ. με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." είχαν καταλογιστεί πρόστιμα για φορολογικές παραβάσεις, με αποτέλεσμα το επόμενο πρωί οι καταστηματάρχες της Βέροιας να βρουν στα μαγαζιά τους το ανωτέρω έγγραφο. Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη διέδωσε για τον εγκαλούντα γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του", υπό τον όρο (υπό τον οποίο τελεί η παύση της ως άνω ποινικής δίωξης), ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη δεν θα υποπέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του Ν. 4411/2016 σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και δεν θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών.

Διαβιβάζει τη δικογραφία, ως προς την ανωτέρω πράξη της δυσφήμησης, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας για τις δικές του κατά νόμο ενέργειες.

Παραπέμπει κατά τα λοιπά την υπόθεση, ως προς το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΜΜΑΤΕΑΣ