2000/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2000 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2000/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του ΑρεÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 2000 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2000/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Κ. του Κ., κατοίκου Νέου Σκοπού Σερρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Παπαδηλέρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 984/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ..09/6.7.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 937/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμόν …09/2018, από 5 Ιουλίου 2018 αίτηση του Χ. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 984/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 19-6-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6-7-2018 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 242§1 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σύμφωνα δε με την § 2 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΠΚ, με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος, ο οποίος με πρόθεση, εκτός άλλων, νοθεύει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή που είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, που εντάσσεται από το νόμο στα εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσία, απαιτείται, αντικειμενικά: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι μόνο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α` και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ` ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί (έστω και προσωρινά ή προς αναπλήρωση άλλου), ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως, το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία " Έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννοµη σηµασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Επειδή δε η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται στον ΠΚ, έχει εφαρμογή και στο Ποινικό Δίκαιο το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ`ύλη και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία (και όχι για εσωτερική υπηρεσία, όπως εκείνο με το οποίο παρέχονται πληροφορίες ή γίνονται αξιολογήσεις) προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό, ενώ για τη συγκρότηση της συγκεκριμένης πράξης, δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, αλλά ούτε η καθ'ολοκληρίαν και εξ αρχής σύνταξη και ολοκλήρωσή του, καθόσον το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του από άλλα πρόσωπα, εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, δηλαδή, το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και τούτο ανεξάρτητα αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής κατάστασης. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ` ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε δηλαδή το αναφερόμενο στο έγγραφο δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό που έπρεπε να αναφερθεί, εφ` όσον στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και υπέπεσε στην αντίληψή του. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός και δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτές έχουν έννομες συνέπειες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 εδ. α` του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό, και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση (και τούτο διότι κατά το άρθρο 48 του ΠΚ το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω ελλείψεως δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη). Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή, ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, πράγμα που δεν συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, αφού όπως προαναφέρθηκε, για τη στοιχειοθέτησή του υποκειμενικά αρκεί και ενδεχόμενος δόλος του δράστη. Από τα παραπάνω συνάγεται σαφώς ότι για να χαρακτηρισθεί κάποιος και να τιμωρηθεί ως ηθικός αυτουργός αρκεί ότι από πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση, για τέλεση άδικης πράξης, η οποία συνιστά την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος και είναι αδιάφορο αν υπάρχουν λόγοι, οι οποίοι εξαλείφουν το αξιόποινο του φυσικού αυτουργού. Επομένως είναι δυνατή η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας και όταν ο φυσικός αυτουργός δεν υπέχει ποινική ευθύνη, γιατί ενήργησε χωρίς δόλο ή τελούσε σε πραγματική ή νομική πλάνη, ή ακόμα και όταν δεν ασκήθηκε εναντίον του η σχετική ποινική δίωξη, αν και λόγω της αρχής της in rem άσκησης αυτής ή της αρχής του αδιαιρέτου της έγκλησης η δίωξη θα έπρεπε να είχε επεκταθεί και σε αυτόν. Περαιτέρω, μεταβολή της κατηγορίας, που συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταδικαστικής απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την ποινική δίωξη (άρθρα 27, 43 και 171 § 1 περ. β' ΚΠΔ), η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, υπάρχει όταν με τη σχετική απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε πράξη ουσιωδώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις από εκείνη για την οποίαν ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 371 § 3 ΚΠΔ, με την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, βάσει των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον αυτού, τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνονται ή συμπληρώνονται και βελτιώνονται κάποια ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της σχετικής πράξης ή όταν απλώς δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός σ' αυτή από το δικάζον Δικαστήριο, το οποίο οφείλει, κατά την άσκηση της εξουσίας του, να εξετάζει την πράξη υπό όλες τις μορφές που καλύπτει το δεδικασμένο της απόφασής του και να προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο νέα και διαφορετική πράξη από εκείνη που έχει αποδοθεί σ' αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται, η διάταξη για άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, ούτε βλάπτονται, ούτε εμποδίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να έχει χρονικά τη δυνατότητα για προετοιμασία της υπεράσπισης του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της ως άνω καταδικαστικής σε βάρος του υπ' αριθμόν 984/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, ισχυριζόμενος ότι το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση ,μετά από µετατροπή της αρχικής κατηγορίας για την οποία είχε παραπεµφθεί για να δικαστεί και συγκεκριµένα της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση δηµοσίου εγγράφου. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τις ανάγκες του ελέγχου της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών για ηθική αυτουργία σε νόθευση δημοσίου εγγράφου, με φυσικό αυτουργό τον Ι. Β. του Η., ο οποίος επίσης, παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του ίδιου ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για τις πράξεις :α) της νόθευσης δηµοσίου εγγράφου κατ' εξακολούθηση και β) της υπεξαγωγής δηµοσίου εγγράφου. Κατά του σχετικού κλητηρίου θεσπίσµατος ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθµ. 2/19-6-2015 προσφυγή του, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθµόν 186/2015 βούλευµα του Συµβουλίου Πημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο παραπέµφθηκε ενώπιον του Τριµελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση δηµοσίου εγγράφου, με φυσικό αυτουργό τον Ι. Β., ο οποίος παραπέμφθηκε: α) για νόθευση δηµοσίου εγγράφου και β)για υπεξαγωγή δημοσίου εγγράφου. Ακολούθως, με την υπ' αριθµόν 1494/2015 απόφαση του ως άνω Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μεν Ι. Β. κηρύχθηκε ένοχος για τις προαναφερθείσες πράξεις και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) µηνών για την α' πράξη και ενός (1) έτους για τη β' πράξη και συνολικά ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) µηνών, ο δε αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, μετά από µεταβολή της κατηγορίας από την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση δηµοσίου εγγράφου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ενώ για αμφότερους τους ως άνω κατηγορούμενους ανεστάλη η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον καθένα για µία τριετία. Ωσαύτως, με την υπ' αριθμόν 104/2-2-2017 απόφαση του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Σερρών ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της χρήσης δημοσίου εγγράφου που περιείχε ψευδή βεβαίωση (διανοητική πλαστού) κατ' εκακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας επίσης ανεστάλη για τρία (3) έτη. Κατά των ανωτέρω υπ' αριθµούς 1494/2015 και 104/2017 αποφάσεων του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Σερρών άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι ως άνω καταδικασθέντες κατηγορούμενοι, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση υπ' αριθμόν 984/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος έκρινε αυτόν ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και β) της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση, (άρθρα 46§1 περ. α ,98, 242 §§ 1, 4 του ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) µηνών για κάθε πράξη και συνολικά ποινή φυλάκισης δώδεκα (12)µηνών, η οποία ανεστάλη για τρία (3) έτη, ενώ κήρυξε τον συγκατηγορούμενό του Ι. Β., αθώο της υπεξαγωγής δημοσίου εγγράφου και ένοχο της νόθευσης δημοσίου εγγράφου κατ' εξακολούθηση, για την οποίαν, μετά από αναγνώριση των κατά το άρθρο 84 §2 εδ. α' και β', του ΠΚ ελαφρυντικών του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) µηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3)έτη. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 984/2018 απόφασης το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτή, δέχθηκε ότι απεδείχθηκαν, κατά λέξη, τα εξής: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ. Κ. είναι καθηγητής φυσικής αγωγής και υπηρετεί από του έτους•2006 ως μόνιμος εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επειδή η οργανική του θέση ήταν μακράν του τόπου της μονίμου εγκαταστάσεως της οικογένειας του, ήτοι του Σκοπού Σερρών {σημειωτέον ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, η οργανική του θέση ήταν σε σχολική μονάδα του ….), επεδίωκε,, και ευλόγως" την απόσπασή του σε πλησιέστερες, στον τόπο κατοικίας της οικογενείας του, σχολικές μονάδες αλλά και στα ΤΕΦΑΑ … του ΑΠΘ. Έτσι, κατά τα ακαδημαϊκά έτη …. εργάσθηκε στα ΤΕΦΑΑ …. του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ως αποσπασμένος καθηγητής, ενώ, παράλληλα, κατά τα έτη ….και …, ως έχων και την ιδιότητα του οικονομολόγου, εργαζόταν τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως στο Τμήμα Λογιστικής του ΤΕΙ …, έχοντας άδεια πρόσθετου διδακτικού έργου από την Υπηρεσία του. Στα αυτά πλαίσια. Και ενώ η οργανική του θέση ήταν στο 1ο Επαγγελματικό Λύκειο (ΕΠΜ) …., κατέθεσε αρμοδίως, στις 23.4.2010, αίτηση απόσπασης εκπαιδευτικού και για το εκπαιδευτικό έτος 2010-2011, με την οποία ζητούσε την απόσπαση του από το πιο πάνω επαγγελματικό λύκειο, όπου υπηρετούσε, στα ΤΕΦΑΑ … (Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Εξ άλλου, αρχομένου του μηνός Μαΐου 2010 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. …0/6.5.2010 προκήρυξη πρόσληψης επιστημονικών συνεργατών, εργαστηριακών συνεργατών και εκπαιδευτικών ειδικών μαθημάτων για το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011 του ΤΕΙ .., ανταποκρινόμενος δε στην προκήρυξη αυτή ο προαναφερόμενος - δεύτερος κατηγορούμενος και εν όψει της αναμενόμενης αποσπάσεώς του στα ΤΕΦΑΑ …, την οποία, του ότι ανάλογη αίτησή του ικανοποιείτο επί σειρά ετών, την θεωρούσε βεβαία κατέθεσε, στις 25.5.2010, στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ … τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την ανάθεση σε αυτόν διδακτικού έργου μέχρι τεσσάρων ωρών εβδομαδιαίως. Με δεδομένο δε ότι επρόκειτο για παροχή, με αμοιβή, προσθέτου διδακτικού έργου, είχε φροντίσει να υποβάλει προς τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. … την από 19.5.2010 αίτησή του, με την οποία ζητούσε την απαιτούμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 3528/2007 άδεια παροχής πρόσθετου διδακτικού έργου στο Τ.Ε.Ι. … για το χρονικό διάστημα από 1.9.2010 έως 9.7.2011, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 8394/6.8.2010 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. … και του χορηγήθηκε η αιτηθείσα άδεια, υπό την προϋπόθεση όμως της ανανέωσης της απόσπασής του στο ΤΕΦΑΑ … για το εκπαιδευτικό έτος 2010-2011. Κατ' ακολουθίαν της άνω προκηρύξεως και των υποβληθεισών αιτήσεων, η Γενική Συνέλευση του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ …, αποφάσισε, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. …1/13.9.2010 πρακτικό της να εισηγηθεί στο Συμβούλιο του ΤΕΙ την ανάθεση της διδασκαλίας του μαθήματος του ποδοσφαίρου, για τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως, στον προαναφερόμενο, δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος είχε λάβει την πρώτη θέση στον πίνακα αξιολόγησης (με πλήρη προσόντα), ενώ στον ίδιο πίνακα είχε καταταγεί δεύτερος (με ελλιπή προσόντα), ο Σ. Γ., ομοίως για τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως. Ακολούθως, στις 30.9.2010, συνεδρίασε το Συμβούλιο του ΤΕΙ …. και με την υπ' αριθμ. 393/27/30.9.2010 απόφαση του, μεταξύ άλλων, ενέκρινε την ως άνω, από 13.9.2010, εισήγηση της Γενικής Συνέλευσης του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής για ανάθεση διδακτικού έργου για το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011 στον δεύτερο κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου, ο τελευταίος κλήθηκε με το από 4.10.2010 έγγραφο της Ε. Κ., Διευθύντριας του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ …, να υπογράψει τη σύμβαση περί ανάθεσης διδακτικού έργου για το ποδόσφαιρο, για 4 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ ακολούθως υπογράφηκε και η σχεπκή σύμβαση μεταξύ του προαναφερομένου και του Αντιπροέδρου του ΤΕΙ …, ως εκπροσώπου του, Α. Μ.. Η σύμβαση αυτή φέρει ημερομηνία υπογραφής της;την 4.10.2010, πλην όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία κατέστη απολύτως σαφές για το Δικαστήριο, ότι σε όλες τις συμβάσεις ανάθεσης έργου σε καθηγητές ειδικών μαθημάτων, όπως και η εν προκειμένω καταρτισθείσα με τον δεύτερο κατηγορούμενο, τίθετο ως ημερομηνία σύναψης της σύμβασης η ημέρα έναρξης του χειμερινού εξαμήνου, και εν προκειμένω η 4-10-2010, προκειμένου το σχετικό διάστημα να καλύπτεται, ώστε να αμειφθούν οι ωρομίσθιοι καθηγητές, στην πραγματικότητα όμως όλες οι συμβάσεις των ωρομισθίων καθηγητών υπογράφονταν περί τα τέλη Οκτωβρίου, αφού μέχρι τότε δεν είχε ετοιμασθεί ο σχετικός φάκελος. Εν όψει τούτων είναι απορριπτέος από τούδε ο, εξ υστεροβουλίας, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, προβαλλόμενος ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι η άνω σύμβαση, αλλά και το ανωτέρω με ημερομηνία 4.10.2010 έγγραφο της Διευθύντριας του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής Ε. Κ. περί ανάθεσης διδακτικού έργου σε αυτόν, καταρτίσθηκαν και υπεγράφησαν κατά μήνα Σεπτέμβριο 2010 ή την 1.10 2010. Ειδικότερα, αρχικά ο άνω κατηγορούμενος υποστήριξε, υπό την ομοία μαρτυρία της μάρτυρος συζύγου του, ότι η σύμβαση και το προαναφερόμενο έγγραφο υπεγράφησαν κατά μήνα Σεπτέμβριο 2010. Χαρακτηριστική προς τούτο είναι, κατ' αρχάς, η μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του, Β. Π.. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία "Τον Σεπτέμβρη είχε υπογραφεί η σύμβαση. Γύρω στις 20 με 24 Σεπτέμβρη ο ίδιος υπέγραψε τη σύμβαση. Το ξέρω από τον ίδιο". Τα αυτά υποστήριξε και ο κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπου κατέθεσε ότι "τη σύμβαση με το ΤΕΙ την υπέγραψα στις 24-9-2010". Όταν:όμως αντελήφθη ότι η θέση αυτή αντιστρατεύεται τη λογική φορά των πραγμάτων, αφού το Συμβούλιο του ΤΕΙ συνεδρίασε, για να εγκρίνει την ανάθεση διδακτικού έργου σε ωρομίσθιους καθηγητές, στις 30.9.2010 και η σχετική σύμβαση δεν θα μπορούσε να είχε υπογραφεί πριν από την ημερομηνία αυτή, μετέβαλε ισχυρισμό και, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "Εμένα ή σύμβαση μού είχε υπογραφεί την 1η Οκτωβρίου". Συντασσόμενη στη θέση αυτή και η σύζυγος του κατέθεσε πλέον, εξεταζόμενη ως πρώτη μάρτυρας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος σύζυγος της "την 1η Οκτωβρίου υπέγραψε σύμβαση με το Τμήμα Φυσικής Αγωγής των ΤΕΙ". Αλλά είναι προφανές, πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, ότι και για λόγους αντικειμενικούς δεν μπορούσε η σύμβαση του δευτέρου κατηγορουμένου να υπογραφεί την επομένη της άνω συνεδριάσεως του Συμβουλίου του ΤΕΙ, αφού "θα ήταν πρακτικώς αδύνατον να ετοιμασθεί και υπογραφεί η σωρεία των συμβάσεων των ωρομισθίων διδασκόντων του ΤΕΙ, ενώ προδήλως δεν θα μπορούσε να γίνει εξαίρεση για τον δεύτερο κατηγορούμενο. Εδώ να σημειωθεί ότι και στο από 4.10.2010 έγγραφο περί ανάθεσης διδακτικού έργου στον δεύτερο κατηγορούμενο, όπου αυτός έθεσε την υπογραφή του ιδιοχείρως, αποδεχόμενος την τοιαύτη ανάθεση, γίνεται ρητή αναφορά στην ως άνω με αριθμό 393/27/30,9.2010 απόφαση του Συμβουλίου του ΤΕΙ …. περί πρόσληψης εκπαιδευτικών ειδικών μαθημάτων για το χειμερινό εξάμηνο 2010-2011. Μετά ταύτα ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχοντας προθεσμία δύο μηνών από την αναγραφόμενη ημερομηνία υπογραφής της σχετικής σύμβασης, προκειμένου να προσκομίσει την άδεια πρόσθετου διδακτικού έργου από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηλείας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 6 του Ν. 1404/1983, όπως τότε ίσχυε και θεωρώντας πως στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα θα εγκριθεί η απόσπαση του στα ΤΕΦΑΑ …, έθεσε εαυτόν στη διάθεση του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ …, και προχώρησε σε ενέργειες για τη διδασκαλία του μαθήματος του ποδοσφαίρου, που του είχε ανατεθεί ως ωρομισθίου, κατά τα ανωτέρω, διδάσκοντα, καθώς εκείνο το διάστημα το ΤΕΙ … δε διέθετε γήπεδο κατάλληλο για τη διδασκαλία ποδοσφαίρου. Για να υπερκεράσει δε το πρόβλημα της, εκ των πραγμάτων, απουσίας του από την οργανική του θέση στο 1° Επαγγελματικό Λύκειο (ΕΠΑΛ) …., ζήτησε και έλαβε κανονική άδεια από 13.9.2010 έως 24.9.2010, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 11.10.2010 έως 12.12.2010 λάμβανε διαδοχικές αναρρωτικές άδειας, επικαλούμενος, βάσει ιατρικών γνωματεύσεων, σοβαρό πρόβλημα στη μέση του και δη "ανάπτυξη κεντρικής κήλης στο μεσοσπονδύλιο δίσκο σε οξεία φάση". Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος δεύτερος κατηγορούμενος, ενεργών για λογαριασμό του ΤΕΙ …, απέστειλε προς τον πρόεδρο του Αθλητικού Οργανισμού του Δήμου … το από 11.10.2010 έγγραφο - αίτηση (που έλαβε αριθ. πρωτ. από τον Αθλητικό Οργανισμό του Δήμου .. 771/13.10.2010), υπογεγραμμένη από τον ίδιο, στο οποίο ανέφερε τα κάτωθι: "Θέμα: Χορήγηση χρήσης γηπέδου. Κύριε Γούνα, μετά την τηλεφωνική μας επικοινωνία από την 11.10.2010, παρακαλούμε δια της παρούσης επιστολής μας, να χορηγήσετε έγκριση χρήσης του γηπέδου της "...", δύο φορές την εβδομάδα, κατά προτίμηση από 17.00 έως 18.30 μ.μ. Σημειώνουμε ακόμη ότι τα προηγούμενα χρόνια το Ίδρυμά μας χρησιμοποιούσε το εν λόγω γήπεδο για τις ανάγκες του τμήματος ποδοσφαίρου. Πα τυχόν συνεννοήσεις σχετικά με τις μέρες και ώρες που μπορεί να διατεθεί το γήπεδο, παρακαλούμε να επικοινωνήσετε με τον κ. Κ., κιν: 69……7. Για το ΓΦΑ του ΤΕΙ … (Χ. Κ.)". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση του εξετασθέντος τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος, Χ. Ο., Υπεύθυνου του Τμήματος Φυσικής Αγωγής του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ …, ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος συνεργάσθηκε μαζί του κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2010 και όποτε τον καλούσε ήταν στη διάθεσή του, προκειμένου να προετοιμασθεί το μάθημα του ποδοσφαίρου. Ο Δήμος Σερρών διέθεσε, κατ' ακολουθίαν του άνω αιτήματος, στο ΤΕΙ Σερρών το γήπεδο της "..." στις 20-10-2010, ωστόσο οι γηπεδικές συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες για τη διεξαγωγή του μαθήματος του ποδοσφαίρου, για το λόγο δε αυτό, ο Χ. Ο. πρότεινε στον κατηγορούμενο να σχεδιάσουν το πρωτάθλημα 5X5, προκειμένου να καλυφθεί το εκπαιδευτικό έργο του τελευταίου.
Ωστόσο, αφενός λόγω των τεχνικών προβλημάτων που υπήρξαν (ακατάλληλες γηπεδικές εγκαταστάσεις) και αφετέρου λόγω της παραίτησης του πολιτικώς ενάγοντος στις αρχές Δεκεμβρίου 2010 και της προηγηθείσης, από 19 Οκτωβρίου 2010, παραιτήσεως του δευτέρου επιλεγέντος καθηγητή, Σ. Γ., τελικά το μάθημα του ποδοσφαίρου παρέμεινε στο σχεδιασμό, την προετοιμασία και κάποια προκαταρκτικά μαθήματα με λίγους φοιτητές και δεν διεξήχθη πραγματικά. Το κρίσιμο όμως, και αδιαμφισβήτητο, εν προκειμένω γεγονός ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εμπλακεί με το εκπαιδευτικό έργο στο ΤΕΙ …, στα πλαίσια της, ως ανωτέρω, συμβάσεως που είχε υπογράψει μαζί του και η οποία ήταν καθ' όλα ενεργής μέχρι της, αρχομένου του μηνός Δεκεμβρίου 2010, παραιτήσεως του, προέκυψε άνευ ετέρου από τα εν προκειμένω αποδεικτικά στοιχεία, μερικά των οποίων επισημάνθηκαν ήδη ανωτέρω, ενώ κρίσιμο είναι να επισημανθεί, εντελώς ενδεικτικά, και η κατάθεση του μάρτυρα Α. Π., αναπληρωτή καθηγητή του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών ΤΕ της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ …, ο οποίος είχε λάβει εντολή διενέργειας ΕΔΕ σε βάρος του προαναφερομένου κατηγορουμένου για τη διερεύνηση πειθαρχικού παραπτώματος και ο οποίος ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με φοιτητές που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στο μάθημα του ποδοσφαίρου, οι οποίοι επιβεβαίωσαν πως πράγματι είχε ξεκινήσει αλλά δεν ολοκληρώθηκε η διδασκαλία του μαθήματος με τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ό τελευταίος αρνείται πάντα τ' ανωτέρω, διατεινόμενος ότι είχε παραιτηθεί ήδη από της 4 - 10 - 2010, ισχυρισμός που όμως, όπως και κατωτέρω θ' αναφερθεί; παρίσταται, με βάση^τα ανωτέρω αναφερόμενα, αναληθής, ο δε, προς επιστήριξη της θέσεως του, ισχυρισμός Του ότι την μη εμπλοκή του με το ένδικο εκπαιδευπκό έργο αποδεικνύει η μη αναφορά του ονόματος του στα παρουσιολόγια που υπέγραφαν οι καθηγητές του ΤΕΙ, δεν κρίνεται βάσιμος, διότι όπως εκ των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε, όταν τα μαθήματα διεξάγονταν εκτός των εγκαταστάσεων του ΤΕΙ, όπως συνέβαινε και με τη διδασκαλία του ποδοσφαίρου, σι καθηγητές δεν υπέγραφαν τα παρουσιολόγια, για να μην μεταβαίνουν μόνο για το λόγο αυτό στους χώρους του ΤΕΙ. Εν τω μεταξύ ο χρόνος παρήρχετο, χωρίς να έχει χορηγηθεί στον άνω κατηγορούμενο η απόσπασή του στα ΤΕΦΑΑ …. Αντιλαμβανόμενος, μετά ταύτα, ότι δεν θα του χορηγείτο εμπρόθεσμα (εντός διμήνου από τη φερομένη ημερομηνία σύναψης της σύμβασης με το ΤΕΙ) η απόσπαση από την οργανική του θέση στον Ν. … στα ΤΕΦΑΑ … και ότι κινδύνευε να ευρεθεί εκτεθειμένος, αφού ενώ εμφαινόταν να λαμβάνει αναρρωτικές άδειες από την Υπηρεσία του στον Ν. …, παράλληλα παρείχε έργο στο ΤΕΙ …, καθώς και τον κίνδυνο να κινηθεί σε βάρος του πειθαρχική διαδικασία για το παράπτωμα της άσκησης εργασίας χωρίς προηγούμενη άδεια της Υπηρεσίας, αφού η χορηγηθείσα, ως άνω, τοιαύτη, τελούσε υπό την αίρεση της προηγουμένης εγκρίσεως της αποσπάσεως του στα ΤΕΦΑΑ …, εν όψει, μάλιστα και των πληροφοριών που είχε ότι ο εξετασθείς ως μάρτυρας, Ν. Γ., επίσης εκπαιδευτικός - καθηγητής φυσικής αγωγής, με τον οποίο δεν είχε αρμονικές σχέσεις και ο οποίος τότε συμμετείχε στο ΠΥΣΔΕ Ν. …, ερευνούσε εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις αυτός παρείχε έργο στο ΤΕΙ …, έστειλε στις 3 Δεκεμβρίου 2010, επειδή ο ίδιος ευρίσκετο εκτός …, τη σύζυγο του Β. Π. στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, Ι. Β.υ, γραμματέα του ΤΕΙ …, στα καθήκοντα του οποίου ανήκε η παραλαβή και τήρηση πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων, προκειμένου να καταθέσει για λογαριασμό του έγγραφο, υπογεγραμμένο κατ' εντολή του και για λογαριασμό του από τη σύζυγο του, με θέμα τη "μη αποδοχή ανάθεσης διδακτικού έργου στο ΤΕΙ …", το οποίο όμως έφερε ημερομηνία σύνταξης την 4.10.2010. Όταν η σύζυγος του έφθασε στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου, ο δεύτερος κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και με φορτικότητα και συνεχείς παρακλήσεις του ζήτησε να λάβει το ως άνω, κομιζόμενο από τη σύζυγο του, έγγραφο, προχρονολογημένο αριθμό πρωτοκόλλου και δη με ημερομηνία 4.10.2010, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα κινδύνευε να τεθεί σε αργία ή ακόμα και με απόλυση, γεγονός που θα τον κατέστρεφε ηθικά και οικονομικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Β., αντιμετωπίζοντας, ως μη έδει, ως εκ της υπευθύνου θέσεώς του, με αδικαιολόγητη ελαφρότητα την κατάσταση, υπέκυψε στις φορτικές πιέσεις και παρακλήσεις του δευτέρου κατηγορουμένου και έθεσε, τόσο στο πρωτότυπο του ανωτέρω εγγράφου όσο και στο αντίγραφο που παρέδωσε στη σύζυγο του κατηγορουμένου, Β. Π., ως αριθμό πρωτοκόλλου τον αριθμό 83 και ως ημερομηνία κατάθεσης την 4.10.2010. Ακολούθως, ο προαναφερόμενος, και ως μάρτυρας εξετασθείς, Ν. Γ., προέβη, κατά μήνα Δεκέμβριο του 2010 σε καταγγελία κατά του δευτέρου κατηγορουμένου προς διάφορές Αρχές (Εισαγγελία Σερρών, Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, Υφυπουργού Παιδείας κ.α.), αποδίδοντας σε αυτόν ποινικά και πειθαρχικά ελεγκτέες πράξεις και δη ότι, ενώ λαμβάνει αναρρωτικές άδειες από την Υπηρεσία του στο ..., παράλληλα εμφανίζεται ως διδάσκων στους χώρους του ΤΕΙ …, χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως άδεια από την Υπηρεσία του. Κατόπιν των καταγγελιών αυτών, ασκήθηκε αρμοδίως πειθαρχική δίωξη εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου για το παράπτωμα της "άσκησης ιδιωτικού έργου χωρίς άδεια της Υπηρεσίας του", στα πλαίσια δε της πειθαρχικής διαδικασίας ζητήθηκε από το ΤΕΙ … το έγγραφο παραίτησης που είχε υποβάλει ο εγκαλούμενος - δεύτερος κατηγορούμενος. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Γραμματέας του Κέντρου Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ …, αντιληφθείς ότι τα πράγματα πλέον περιπλέκονται, απέστειλε στις 13.12.2011 στο ΠΥΣΔΕ … αντίγραφο του ως άνω εγγράφου παραίτησης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού όμως προηγουμένως προέβη σε νόθευση αυτού. Ειδικότερα, αφού κάλυψε τη σφραγίδα του ο ίδιος είχε θέσει, το φωτοτύπησε εκ νέου και έθεσε στη συνέχεια σε άλλο σημείο του εγγράφου ως αριθμό πρωτοκόλλου το "94" και ως ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου την "3.12.2010". Ο δεύτερος όμως κατηγορούμενος, κατά την χωρήσασα στις 13.12.2011 ανωμοτί εξέταση του ενώπιον της Διευθύντριας του Εσπερινού Γυμνασίου ..., Ε. Σ., στα πλαίσια της διενεργούμενης, ως άνω, πειθαρχικής του εξέτασης, σε εκτέλεση της με αριθ. £Π 57/11-10-2011 εντολής του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ..., προκειμένου ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε παρείχε έργο στο ΤΕΙ …, προσκόμισε το αντίγραφο του ως άνω εγγράφου παραίτησης του, που είχε κρατήσει η σύζυγος του, με ημερομηνία 4.10,2010 και αριθμό πρωτοκόλλου …3, εν γνώσει του ότι επρόκειτο για (διανοητικά) πλαστό δημόσιο έγγραφο, ήτοι τοιούτο περιέχον ψευδή βεβαίωση, και, μετά ταύτα, απαλλάχθηκε εν τέλει για το ανωτέρω πειθαρχικό αδίκημα. Ακολούθως όμως ο Ν. Γ. επανήλθε με νέα καταγγελία εναντίον του, ισχυριζόμενος ότι το ως άνω έγγραφο που προσκόμισε ο δεύτερος κατηγορούμενος στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο ήταν πλαστό, καθόσον αυτός δεν παραιτήθηκε στις 4.10^1(3, αλλά στις 3.12.2010. Εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου κινήθηκε νέα πειθαρχική δίωξη, στα πλαίσια της οποίας ζητήθηκε και πάλι από το Κέντρο Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ … το έγγραφο παραίτησής του. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Β., υπό την ως άνω ιδιότητά του απέστειλε στις 10.1.2013 στην αιτούσα αρχή άλλο αντίγραφο της δήλωσης παραίτησης του δευτέρου κατηγορουμένου, προβαίνοντας εκ νέου σε νόθευση αυτού, κατά τον ίδιο, ως άνω, αναφερόμενο τρόπο. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι πρώτα τέθηκε ο αριθμός πρωτ. 83/4.10.2010 επί δύο αντιτύπων του εγγράφου αυτού και ^ακολούθως επήλθε διαδοχική νόθευσή του και τέθηκε ο νέος αριθμός πρωτοκόλλου …4/3.12.2010, προκύπτει από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ποϋ διενήργησε η Χ. Τ., ειδική δικαστική γραφολόγος, κατόπιν σχετικής διάταξης της Πταισματοδίκου Σερρών, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης. Η πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι τα δύο διαφορετικά φωτοαντίγραφα που φέρουν αριθ. πρωτ. 94/3.12.2010 προέρχονται από πολλαπλή φωτοτύπιση του εγγράφου παραίτησης του δευτέρου κατηγορουμένου, που κατέθεσε η σύζυγος του Β. Π. στον πρώτο κατηγορούμενο υπό την άνω ιδιότητά του. Συγκεκριμένα, το έγγραφο που κατείχε η σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου με αριθμό πρωτ. …3/4.10.2010, ήταν φωτοτυπία του αρχικού εγγράφου που εξήχθη από τον προσωπικό εκτυπωτή του συζύγου της, με μόνο πρωτότυπο στοιχείο τη σφραγίδα του ΤΕΙ …, η οποία ήταν γνήσια και είχε τεθεί στο άνω μέρος του εγγράφου και περίπου στο κέντρο αυτού, καθώς και τους αριθμούς επί της σφραγίδας (83 και 4-10-2010), που χαράχθηκαν ιδιοχείρως από τον πρώτο κατηγορούμενο, Ι. Β.. Ακολούθως η πραγματογνώμονας εξέτασε τα δύο φωτοαντίγραφα του εν λόγω εγγράφου που έφεραν στο αριστερό μέρος του τη σφραγίδα του ΤΕΙ …με αριθμ. Πρωτ. ..4 και ημερομηνία την 3.12.2010. Η πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αμφότερα τα έγγραφα αυτά προήλθαν ύστερα από πολλαπλή φωτοτύπιση του ως άνω εγγράφου παραίτησης με αριθ. Πρωτ., …3/4.10.2010, καθώς σε αυτά υπάρχει διακοπή της σκουρόχρωμης κατακόρυφης συνεχόμενης γραμμής στο αριστερό μέρος του εγγράφου (που υπάρχει αδιάλειπτη στο με αριθ. πρωτ. …3/4.10.2010 έγγραφο), προφανώς με την επικόλληση κάποιου ορθογώνιου χαρτιού και την φωτοτύπιση αμέσως μετά, επάνω δε στο λευκό πλαίσιο που προέκυψε τέθηκε η σφραγίδα του ΤΕΙ …, ως αριθμός πρωτοκόλλου ο αριθμός …4 και ως ημερομηνία κατάθεσης η 3-12-2010, ενώ απεκρύβη κατά την φωτοτύπιση η αρχική σφραγίδα του ΤΕΙ … που είχε τεθεί με αρ. 83/4,10.2010. Εξ άλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ. Κ., υποκείμενος, εκ του άνω γεγονότος, δηλονότι της άσκησης ιδιωτικού έργου χωρίς άδεια της Υπηρεσίας του, σε διαδοχικούς πειθαρχικούς ελέγχους, έκανε χρήση του προαναφερθέντος αντιγράφου του ως άνω εγγράφου παραίτησής του, που είχε κρατήσει η σύζυγος του, με ημερομηνία 4.10.2010 και αριθμό πρωτοκόλλου …3, προκειμένου ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του όπ ουδέποτε παρείχε έργο στο ΤΕΙ …., εν γνώσει του ότι επρόκειτο για (διανοητικά) πλαστό δημόσιο έγγραφο, ήτοι τοιούτο περιέχον ψευδή βεβαίωση, όχι μόνο στην προαναφερθείσα εξέτασή του ενώπιον της Διευθύντριας του Εσπερινού Γυμνασίου ..., Ε. Σ., αλλά και σε κάθε περίπτωση που κλήθηκε, ως πειθαρχικά ελεγκτέος, να δώσει εξηγήσεις και συγκεκριμένα: α) Στις 6-2-2012, στον ..., στη συνεδρίαση του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (ΠΎ.Σ.Δ.Ε.) …, , απολογούμενος σε Ε.Δ Ε. εναντίον του, επικαλέστηκε το ανωτέρω έγγραφο, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό, β) Στην Πάτρα, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, στις 22-11-2013, σε συνεδρίαση μετά την παραπομπή του από το Διευθυντή Δ.Ε. …., σπολογούμενος, προσκόμισε την ανωτέρω δήλωση παραίτησης, γ) Στις …, στο Τ.Ε.Ι. Κεντρικής Μακεδονίας, στις 17-10-2014, στο από την ίδια ημέρα υπόμνημά του προς τον διενεργούντα Ε.Δ.Ε. Α. Π. επικαλέστηκε ως πραγματική ημερομηνία υποβολής και πρωτοκόλλησης της ανωτέρω δήλωσης παραίτησής του, την 4- 10-2010 και δ) στην Αθήνα, ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στις 11- 2-2015, όταν κλήθηκε σε απολογία, κατόπιν άσκησης ένστασης από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κατά της με αριθ. 10/22- 11-2013 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεο^αθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, κατέθεσε την ανωτέρω δήλωση παραίτησης. Με βάση την αναλυτική αυτή παράθεση των κρισίμων εν προκειμένω περιστατικών αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αποδοθείσης σ' αυτόν κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση δημοσίου εγγράφου, καθώς αποδείχθηκε ότι στις 3.12.2010 έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο, ως καθ' ύλην αρμόδιο υπάλληλο του ΤΕί …, να βεβαιώσει ψευδώς πως ο ίδιος (δεύτερος κατηγορούμενος) είχε υποβάλει το ως άνω έγγραφο παραίτησης προς το ΤΕΙ …. στις 4.10.2010, θέτοντας ως ημερομηνία κατάθεσης την 4η. 10.2010, με αριθμό πρωτοκόλλου …3, Αποδεικνύεται, επίσης, ότι ο ίδιος τέλεσε, και δη κατ7 εξακολούθηση και στις ανωτέρω αναφερθείσες περιπτώσεις, το αδίκημα της εν γνώσει του χρήσεως διανοητικώς πλαστού δημοσίου εγγράφου, ήτοι δημοσίου εγγράφου περιέχοντος ψευδή βεβαίωση και δη τοιούτου εγγράφου στο οποίο υπάλληλος, και εν προκειμένω ο σϋγκατηγορούμενός του, που στα καθήκοντά του ανήγετο η έκδοση και η σύνταξή του, βεβαίωσε σε αυτό με πρόθεση ψευδάκ το προαναφερθέν περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες...." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ.ο Κ., του ότι: "1) Στις Σέρρες, στις 3-12-2010, ενεργώντας µε πειθώ και φορτικότητα σε τηλεφωνική επικοινωνία, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο, Ι. Β. του Η., ο οποίος υπηρετούσε ως υπάλληλος της Γραµµατείας του Τ.Ε.Ι. … και στα καθήκοντά του ανήκε η παραλαβή και τήρηση πρωτοκόλλου εισερχοµένων εγγράφων, τα οποία κατέγραφε κατά τη χρονολογική σειρά υποβολής τους προς την υπηρεσία του, την απόφαση να βεβαιώσει ψευδώς, τόσο στο πρωτότυπο, όσο και στο φωτοαντίγραφο του εγγράφου µε θέµα "µη αποδοχή ανάθεσης διδακτικού έργου", το οποίο ο ίδιος (ο παρών κατηγορούμενος) υπέβαλε στο άνω ΤΕΙ µέσω της συζύγου του, ότι το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στις 4.10.2010, θέτοντας τη σφραγίδα του "Τ.Ε.Ι. …-Κέντρο Ξένων Γλωσσών Φυσικής Αγωγής" και αναγράφοντας ως αριθµό πρωτοκόλλου "83" και ημερομηνία "4-10-2010", ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω δήλωση παραίτησης του δεύτερου κατηγορουμένου κατατέθηκε στη Γραμματεία του Κέντρου Ξένων Γλωσσών Φυσικής Αγωγής του ΤΕΙ … από τη σύζυγό του, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, στις 3.12.2010, προκειμένου να µην φαίνεται ότι κατά το μεσοδιάστημα (από 4-10-2010 µέχρι 3-12-2010) αυτός παρείχε διδακτικό έργο στο Τ.Ε.Ι. Σερρών, χωρίς να έχει λάβει τη σχετική άδεια από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης …, γεγονός το οποίο αποτελούσε πειθαρχικό παράπτωµα.
2) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εν γνώσει του χρησιμοποίησε δημόσιο έγγραφο που είναι (διανοητικά) πλαστό (που περιέχει ψευδή βεβαίωση), ήτοι δημόσιο έγγραφο στο οποίο υπάλληλος, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση και η σύνταξη του εν λόγω δημοσίου εγγράφου, βεβαίωσε σε αυτό με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, στους παρακάτω τόπους και χρόνους κατέστησε προσιτό σε τρίτους, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου του, φωτοαντίγραφο του εγγράφου με θέμα: "μη αποδοχή ανάθεσης διδακτικού έργου", που αφορούσε τον ίδιο και στο οποίο στις …, στις 3.12.2010, ο Ι. Β. του Η., υπάλληλος στα Τ.Ε.Ι. …, στα καθήκοντα του οποίου ανήκε η παραλαβή και τήρηση πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων, τα οποία κατέγραφε κατά χρονολογική σειρά υποβολής τους προς την υπηρεσία του, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς ότι το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στις 4.10.2010, θέτοντας τη σφραγίδα του "Τ.Ε.Ι. … - Κέντρο Ξένων Γλωσσών Φυσικής Αγωγής" και αναγράφοντας ως αριθμό πρωτοκόλου "…3" και ημερομηνία "4.10.2010", ενώ στην πραγματικότητα η ως άνω δήλωση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Κέντρου Ξένων Γλωσσών Φυσικής Αγωγής. του Τ.Ε.Ι. …. στις 3-12-2010, προκειμένου να μην φαίνεται ότι κατά το μεσοδιάστημα (από 4-10-2010 μέχρι 3-12-2010) ο ίδιος παρείχε διδακτικό έργο στο Τ.Ε.Ι. …, χωρίς να έχει λάβει τη σχετική άδεια από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηλείας, γεγονός το οποίο αποτελούσε πειθαρχικό παράπτωμα και ειδικότερα:
α) Στον ..., στις 13-12-2011, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον της Διευθύντριας του Εσπερινού Γυμνασίου ... Ε. Σ., στα πλαίσια διενεργούμενης από την ίδια πειθαρχικής εξέτασης, σε εκτέλεση της με αρ. ΕΠ 57/11-10-2011 εντολής του Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ..., επικαλέστηκε και προσκόμισε την ως άνω δήλωση παραίτησης του με ψευδή ημερομηνία πρωτοκόλλησης στις 4-10-2010 (σελ. 8-11 της έκθεσης ανωμοτί εξέτασης διωκόμενου), β) Στον ..., στη συνεδρίαση του Περιφερειακού Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.Δ.Ε.) Ηλείας, στις 6-2-2012, απολογούμενος σε Ε.Δ.Ε. που διεξήχθη κατόπιν της με αρ. πρωτ. ….08/29-6-2011 εντολής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για το παράπτωμα της άσκησης εργασίας ή έργου με αμοιβή, χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας (άρθρα 31 παρ. 1 και 107 αρ. 1Θ του ν. 3528/2007) επικαλέστηκε (σελ. 6) το ανωτέρω έγγραφο, ισχυριζόμενος διά του συνηγόρου του ότι "... στις 4/10/2010 ... υπέβαλε από τον Πύργο Ηλίας αίτηση παραίτησης από την άσκηση ιδιωτικού έργου στο Τ,Ε.Ι, …... " (σελ. 6 της με αρ. 4/6-2-2012 πράξης), γ) Στην …, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, στις 22-11-2013, σε συνεδρίαση μετά την παραπομπή του κατηγορούμενου από το Διευθυντή Δ.Ε. …, με το με αρ. Ε.Π. 8/1-3-2013 έγγραφο του, απολογούμένος, προσκόμισε την ανωτέρω δήλωση παραίτησης (σελ. 9 της με αρ. 10/22-11 -2013 πράξης), δ) Στις Σέρρες, στο Τ.Ε.Ι. Κεντρικής Μακεδονίας, στις 17-10-2014, στο από την ίδια ημέρα υπόμνημά του προς τον διενεργούντα Ε.Δ.Ε. Α. Π. (σελ. 3, 6, 7) επικαλέστηκε ως πραγματική ημερομηνία υποβολής και πρωτοκόλλησης της ανωτέρω δήλωσης παραίτησής του, την 4-10-2010, ε) Στην Αθήνα, ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στις 11-2- 2015, όταν κλήθηκε σε απολογία, κατόπιν άσκησης της με αρ. κατάθεσης ΓΕΔΔ 950/14-1-2014 ένστασης από το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κατά της με αρ. 10/22-11-2013 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, κατέθεσε την ανωτέρω δήλωση παραίτησης (σελ. 18, 19, 23 κα 24 του αποσπάσματος πρακτικού - απόφασης με αρ. 511, Τμήματος Α' τοι Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου).
Στις παραπάνω χρήσεις του (διανοητικά) πλαστού δημοσίου εγγράφου ο κατηγορούμενος προέβη εν γνώσει του ότι επρόκειτο για δημόσιο έγγραφο που περιείχε ψευδή βεβαίωση, ενώ τα παραπάνω πρόσωπα (δημόσιοι υπάλληλοι) στα οποία ο κατηγορούμενος απευθύνθηκε και είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση του περιεχομένου του ανωτέρω δημοσίου εγγράφου δεν γνώριζαν την πλαστότητα του".
Από όλα τα προαναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, δεν προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση δημοσίου εγγράφου για την οποίαν αυτός παραπέμφθηκε να δικαστεί, καθόσον αξιολογώντας τα ίδια πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προέκυψαν από την ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, προσδιόρισε ακριβέστερα την αξιόποινη συμπεριφορά του φυσικού αυτουργού, πρώτου κατηγορούμενου Ι. Β., η οποία ήταν αποτέλεσμα των προτροπών και παραινέσεων του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στη βεβαίωση του ψευδούς γεγονότος ότι η έγγραφη δήλωση παραιτήσεώς του, με θέμα "Μη αποδοχή ανάθεσης διδακτικού έργου "είχε υποβληθεί στις 4-10-2010, ενώ το αληθές ήταν ότι αυτή κατετέθη στις 3-12-2010, συμπεριφορά δηλαδή που στοιχειοθετεί, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 242 §1 του ΠΚ, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε βαθμό πλημμελήματος. Αντίθετα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, από τα ίδια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυπτε ότι στην νόθευση στην οποία προέβη στη συνέχεια, κατά τα αναγραφόμενα παραπάνω ο ίδιος ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος, Ι. Β. ουδεμία συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή είχε ο αναιρεσείων. Επομένως στην κρινόμενη περίπτωση δεν σημειώθηκε απόλυτη ακυρότητα στη διαδικασία, καθόσον πρόκειται περί επιτρεπτής, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στην παραπάνω νομική σκέψη, μεταβολής της κατηγορίας, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ενεργώντας στα πλαίσια της οφειλόμενης έρευνας της πράξης ως προς όλες τις μορφές της, προέβη στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής, βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και εκτίθενται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ως συγκροτούντα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση. Κατ' ακολουθίαν τούτων ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 171§1 και 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγω μη επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την ως άνω απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόµιµης βάσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 510§1 περίπτ. Δ και Ε του ΚΠΔ, επικαλούμενος ότι κηρύχθηκε ένοχος από το δευτεροβάθµιο Δικαστήριο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, µε χρόνο τέλεσης αυτής στις 3-12-2010,ενώ ο συγκατηγορούμενός του, Ι. Β., µε την ίδια απόφαση, κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της νόθευσης δημοσίου εγγράφου, κατ' εξακολούθηση, µε χρόνους τέλεσης την 13-12-2011 και 10-1-2013, χωρίς, όπως κατά λέξη αναγράφει στη σχετική δήλωσή του ο αναιρεσείων ''να αναφέρεται στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το θεμελιώδες και αναγκαίο στοιχείο της τέλεσης από το φυσικό αυτουργό της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, γιατί για τέτοια πράξη ούτε διώχθηκε, ούτε καταδικάστηκε ποτέ ο Ι. Β. ή κάποιος τρίτος". Πλην όμως, κατά τις ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό αυτής που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η αξιόποινη πράξη του φυσικού αυτουργού Ι. Β. για την οποία καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός ο αναιρεσείων περιγράφεται με απόλυτη σαφήνεια και πληρότητα κατά τον τόπο, τον χρόνο (3-12-2010), τον τρόπο, τα μέσα και τις λοιπές περιστάσεις τέλεσής της, και ακόμη ποίο ήταν το ψευδές περιστατικό που βεβαιώθηκε και ποιο ήταν σε αντίθεση μ` αυτό το αληθές περιστατικό, ώστε να είναι σαφώς προσδιορισµένη και οριοθετηµένη και να προκύπτει αβίαστα η σχέση µεταξύ φυσικού αυτουργού, ηθικού αυτουργού και της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1 εδ. α`, 27§1, 242 § 1 και 46§1 του ΠΚ, τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Το γεγονός δε ότι ο φυσικός αυτουργός της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, που είναι ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Β., δεν κατηγορήθηκε και δεν καταδικάστηκε για την τέλεση της συγκεκριμένης πράξης, δεν ασκεί έννομη επιρροή και ουδόλως εμποδίζει την καταδίκη του αναιρεσείοντος ως ηθικού αυτουργού αυτής, ούτε αποτελεί αντίφαση στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού όπως αναπτύχθηκε αναλυτικά στην παραπάνω σχετική νομική σκέψη το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του φυσικού αυτουργού και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η ποινική δίωξη ή η καταδίκη του φυσικού αυτουργού αξιόποινης πράξης για την καταδίκη του ηθικού αυτουργού, έστω και αν θα έπρεπε να επεκταθεί και εναντίον του η ποινική δίωξη κατ' εφαρμογήν της αρχής του αδιαίρετου αυτής.
Συνεπώς ο ως άνω δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 46 § παρ. 1 του ΠΚ, αλλά και για έλλειψη νόμιμης βάσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, ως προς την ιδιότητα του εγγράφου που φέρεται ότι απετέλεσε το υλικό αντικείμενο αμφοτέρων των πράξεων για τις οποίες αυτός καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το έγγραφο µε θέµα "µη αποδοχή ανάθεσης διδακτικού έργου", το οποίο αυτός υπέβαλε στο ΤΕΙ …. - Κέντρο Ξένων Γλωσσών Φυσικής Αγωγής, µέσω της συζύγου του, περιείχε µονοµερή απευθυντέα δήλωση της δικαιοπρακτικής του βούλησης, περί µη ανάληψης καθηκόντων σχετικά με την σύμβαση εργασίας του στο ΤΕΙ … και συνεπώς δεν ήταν δηµόσιο έγγραφο, ούτε προοριζόταν για την εξυπηρέτηση της εξωτερικής λειτουργίας της συγκεκριμένης Υπηρεσίας, ''αλλά'' όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος αναφέρει ''είχε ιδιωτικό χαρακτήρα και αφορούσε απλώς υποχρέωσή του την οποίαν ήθελε να εκπληρώσει απέναντι στον παρ' ολίγο πιθανό εργοδότη του'', µε αποτέλεσµα να µην είναι δυνατόν να αποτελέσει το υλικό αντικείµενο του εγκλήµατος της ψευδούς βεβαίωσης, ενώ ως προς την πράξη της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης για την οποίαν επίσης ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, ισχυρίζεται ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ως δράστης της συγκεκριμένης πράξης, αφού λόγω της ιδιότητας του εγγράφου ως ιδιωτικού του οποίου ο ίδιος είναι συντάκτης, είναι και νόμιμος χρήστης αυτού. Ο λόγος όμως, αυτός της κρινόμενης αναίρεσης στηρίζεται σε νομικώς εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση, στοιχείο δεν είναι το ιδιωτικό έγγραφο της παραίτησης του αναιρεσείοντος, το οποίο υπέβαλε στη Γραµµατεία του ΤΕΙ …, αλλά η εκ µέρους του αρμοδίου υπαλλήλου, επισημείωση επί του συγκεκριμένου εγγράφου, δηλαδή, επί σταθερού υλικού φορέα, µε ιδιόχειρη ή μηχανική σημείωση της ημερομηνίας κατάθεσής του, η οποία προοριζόταν για εξωτερική λειτουργία και ήταν πρόσφορη να παράγει έννομες συνέπειες.
Συνεπώς, πρόκειται για "σημείο" που ρητά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 13 περίπτ. γ του ΠΚ, κατά την οποία "Έγγραφο είναι .... και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός" και υπάγεται στη νομική έννοια του "εγγράφου", με μόνη διαφορά μεταξύ τους ότι στο έγγραφο η διατύπωση του διανοητικού περιεχοµένου αυτού γίνεται με την γραφή με οποιοδήποτε τρόπο, ενώ στο σημείο χρησιμοποιείται κάθε άλλος τρόπος εκτός από τη γραφή, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η θέση της σφραγίδας και η επισημείωση του αριθμού πρωτοκόλλου και της ημερομηνίας κατάθεσης αυτού επί του "σώµατος" του εγγράφου, µε οποιονδήποτε τρόπο, από τον αρμόδιο προς τούτο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο προσέδωσαν σ' αυτό την ιδιότητα του δημοσίου εγγράφου και το χαρακτηριστικό στοιχείο του προορισμού του για εξωτερική κυκλοφορία προκειμένου να αποδείξει γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, τις οποίες και παρήγαγε και ως προς το αποδειχθέν γεγονός της κατάθεσης του συγκεκριμένου εγγράφου και ως προς την πειθαρχική ευθύνη του αναιρεσείοντος για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση της Υπηρεσίας του. Για το λόγο δε αυτόν άλλωστε και ο ίδιος ο αναιρεσείων ζήτησε να τεθεί ως ημερομηνία κατάθεσης του εγγράφου αυτού όχι η πραγματική, αλλά πλασματική. Επομένως και ο τρίτος ως άνω λόγος της κρινόμενης αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε'του ΚΠΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιουλίου και με αριθμό γεν. πρωτοκόλλου …09/6-7- 2018 αίτηση του Χ. Κ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 984/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ,
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ