Legislator Case Law & Legislation
2000/2017 AI generated

2000/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2000/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2000 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2017

Legislator headnote

AI generated

2000/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2000 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2000 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., ως μόνου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Β. χας Α. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σκεύα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2008 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Β. χας Α. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 845/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-2-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού. Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει, να εγείρουν αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία, και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 1128/2012, ΑΠ 320/2004). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν. 2882/ 2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β)..., γ)... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αιτήσεως που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά την ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8 παρ. 1 εδ. τελ. του ν. 1539/1938 (ΑΠ 1054/2013). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αρχικώς ενάγουσα Β. χα Α. Π., στην θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον θάνατό της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο αναιρεσίβλητος Ε. Α., με την από 22.9.2008 αγωγή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εξέθετε ότι είναι αποκλειστική κυρία του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά θέση και όρια αγρού, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού, στην παράκαμψη Ασπροβάλτας - Κερδυλλίων για την δημιουργία χώρου Σ.Ε.Α., συνολικού εμβαδού 31.356,16 τ.μ., και βρίσκεται στην περιοχή της…. Ότι κατόπιν αιτήσεώς της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, προκειμένου να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημιώσεως που καθορίστηκε για το ως άνω ακίνητο, εκδόθηκε η 57/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία τούτο απείχε από την αναγνώρισή της (τότε αιτούσας) ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημιώσεως, επειδή το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί του εν λόγω ακινήτου. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, όπως το αίτημα παραδεκτά διευκρινίστηκε με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του ανωτέρω ακινήτου, προκειμένου να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί με την 2428/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο και για τα επικείμενά του, ύψους 410.965 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 97/2012 οριστική απόφαση, με την οποία το δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, αφού έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι "για το παραδεκτό της αγωγής δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων", διότι εν προκειμένω η ενάγουσα επιδιώκει την αναγνώριση του δικαιώματός της ότι είναι δικαιούχος της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και παρεμπιπτόντως ζητεί, για να στηρίξει το δικαίωμά της αυτό, να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του ακινήτου κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης", έκρινε αυτήν ως νόμιμη, απορρίπτοντας τον σχετικό περί απαραδέκτου ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, και στην συνέχεια δέχθηκε αυτήν ως και κατ' ουσία βάσιμη, δεχθέν ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και την αναγνώρισε δικαιούχο της αποζημιώσεως που καθορίστηκε οριστικά με την 2428/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για το ως άνω ακίνητο, ιδιοκτησίας της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 25.9.2012 έφεσή του, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τον πρώτο λόγο της οποίας προέβαλε ως παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως από την ενάγουσα της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 2732/ 1999, πριν από την άσκησή της. Επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 845/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (Εφετείου Θεσσαλονίκης), με την οποία, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του παραδεκτού της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, αφορά δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση δικαιούχου της αποζημιώσεως, λόγω προβολής δικαιωμάτων κυριότητας στο απαλλοτριωμένο ακίνητο από το Ελληνικό Δημόσιο και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής της ενδιαφερομένης, έγιναν δεκτά τα εξής: "Η προδικασία του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 πρέπει να τηρείται από εκείνον που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο του Δημοσίου όχι δε και από εκείνον που επιδιώκει την αναγνώριση άλλου δικαιώματος, όπως του δικαιώματος ότι είναι δικαιούχος της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος παρεμπιπτόντως ζητεί για να υποστηρίξει αυτό το δικαίωμά του και την αναγνώριση κυριότητάς του στο ακίνητο αυτό κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως (...). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται παραπάνω (...) η αρχική ενάγουσα, Β. χήρα Α. Π., με την κρινόμενη αγωγή, ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί με την 2428/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, το οποίο ανήκει στην κυριότητά της, καθώς και για τα επικείμενά του, ύψους 410.965 ευρώ, η οποία παρεμπιπτόντως ζήτησε για να υποστηρίξει αυτό το δικαίωμά της και την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον η κρινόμενη αγωγή δεν πρόκειται για αναγνωριστική κυριότητας, αλλά για αγωγή αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης απαλλοτριούμενου ακινήτου, δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας (αίτηση θεραπείας), που καθορίζεται από το άρθρο 8 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων", και, κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και δη, ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, εξ αιτίας μη τηρήσεως της προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1539/1938, δεχθέν ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη στα πλαίσια των δικών των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων ούτε στην περίπτωση που απέχει το Δικαστήριο όταν προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο το Ελληνικό Δημόσιο και παραπέμπει την υπόθεση να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, στην δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι και η ένδικη αγωγή, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στην δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα και επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 § 1 του ν. 1539/1938, όπως ισχύει. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι κατ' ουσίαν βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 183 του Κ.Πολ.Δικ.) μειωμένων όμως κατά το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 845/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ