Legislator Case Law & Legislation
2000/2013 AI generated

2000/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2000/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2000 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2013

Legislator headnote

AI generated
2000/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2000 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2013 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
road traffic violation traffic violation traffic violations qualified traffic violation conviction for traffic offence conviction for traffic law violation

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2000 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2000/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθόντος ex lege στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της στην Αθήνα εδρεύουσας και νόμιμα εκπροσωπούμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕURO STAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μπιμπλή ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Θεοδώρα Πετρούλα-Πέτρου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-3-2004 και 29-4-2004 αγωγές αμφοτέρων των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 556/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2008 και 2877/2010 μη οριστικές και 2829/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 21-12-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 18-12-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των τριών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Τα δε διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ. 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ. 559 αριθ. 1) (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ.1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεως τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 17.1.2003 και περί ώρα 1.30' ο ενάγων με την από 9.3.2004 αγωγή και πρώτος των εναγόμενων με την από 29.4.2004 αντίθετη αγωγή, Ι. Κ., οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα της κυριότητας και κατοχής του, η οποία ήταν ασφαλισμένη στην συνεναγόμενη του ασφαλιστική εταιρία ("ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΕΓΑ"), στη θέση της οποίας μετά την διοικητική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της (Κ3-1 1966/19.10.06 απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης) υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο, εκινείτο επί της προοριζόμενης αποκλειστικώς για τα μέσα μαζικής μεταφοράς (οχήματα αστικών συγκοινωνιών [τρόλλευ και λεωφορεία]) μονής λωρίδας κυκλοφορίας της ενταύθα οδού Πατησίων, επισημαινόμενης προς τούτο με αλλεπάλληλες σχετικές πινακίδες [Ρ-7 και Ρ-28] στην είσοδο της οδού Πατησίων από την οδό Πανεπιστημίου, καθώς επίσης στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Σολωμού, έχοντας κατεύθυνση από την οδό Πανεπιστημίου προς την λεωφ. Αλεξάνδρας. Στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Σολωμού ο Ι. Κ. με τη μοτοσυκλέτα του συνέχισε να κινείται με την ως άνω κατεύθυνση, του επί της πορείας του και επί της συγκεκριμένης οδικής συμβολής υπάρχοντος φωτεινού σηματοδότη έχοντας πράσινο φως. Ενώ, η ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα εισερχόταν στην παραπάνω διασταύρωση προσέκρουσε υπό τις ευθύς στη συνέχεια εκτιθέμενες συνθήκες με το εμπρόσθιο τμήμα της, στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του επί του αντιθέτου ρεύματος της οδού Πατησίων (δηλαδή από την λεωφ. Αλεξάνδρας προς την οδό Πανεπιστημίου) και επί της αριστερής λωρίδας κινούμενου ... 1ΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ιδιοκτήτης και κάτοχος Ι. Τ., ενάγων με την από 29.4.04 αγωγή και πρώτος των εναγόμενων με την από 9.3.04 αντίθετη αγωγή, το οποίο (όχημα) κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο ήταν σφαλισμένο για τις από την κυκλοφορία του σε τρίτους προξενούμενες υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην συνεναγόμενη του ασφαλιστική εταιρία ("ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕΑΕΑΖ"). Συνυπαίτιοι της προπεριγραφόμενης συγκρούσεως οχημάτων και των εξ αυτής επιζήμιων συνεπειών τυγχάνουν αμφότεροι οι προαναφερόμενοι οδηγοί και ήδη διάδικοι, διότι δεν επέδειξαν στη κρινόμενη περίπτωση την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλαν και μπορούσαν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να καταβάλουν και κατά την ακόλουθη έκταση, αντίστοιχη του βαθμού του πταίσματος τους και τον βαθμό αιτιώδους συμβολής τους στην επέλευση του ζημιογόνου της συγκρούσεως αποτελέσματος. Συγκεκριμένως, ο μεν ενάγων και εναγόμενος Ι. Τ., οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι συνυπαίτιος του ατυχήματος σε ποσοστό 80%, διότι, κινούμενος στην αριστερή των τριών του παραπάνω ρεύματος κυκλοφορίας λωρίδα και προτιθέμενος να εισέλθει με αριστερή στροφή στην (μονής κατευθύνσεως) οδό Σολωμού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ασκούσε την δέουσα επί του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας οπτική επιτήρηση, όσον αφορά την κίνηση οχημάτων, εφ' όσον θα επιχειρούσε ελιγμό κάθετης διελεύσεως εξ αυτού, λαμβάνοντας υπόψη του και μη συμμορφούμενος με τον επί της πορείας του και την δεδομένη χρονική στιγμή κίτρινου χρώματος με μορφή βέλους παλλόμενο φωτεινό σηματοδότη, δηλαδή εκείνου που υπήρχε στη διασταύρωση της οδού Πατησίων με την οδό Σολωμού σε σχέση με τα από την λεωφ. Αλεξάνδρας προς την οδό Πανεπιστημίου βαίνοντα οχήματα, ο οποίος (φωτεινός σηματοδότης), τον υποχρέωνε να ανακόψει ταχύτητα, να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρήσει προτεραιότητα (και) στα αντιθέτως βαίνοντα οχήματα, μεταξύ των οποίων και στη ... μοτοσυκλέτα (άρθρα 6 παρ. 1 περ. δ', θ, 12 παρ. 1, 19 παρ.1, 21 παρ.1 και 26 παρ. παρ. 1 και 4 ν. 2696/97 περί ΚΟΚ), η οποία είχε επί της πορείας της φωτεινό σηματοδότη που έδειχνε πράσινο φως. Ο δε οδηγός της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ι. Κ. είναι συνυπαίτιος του ίδιου επίμαχου τροχαίου συμβάντος σε ποσοστό 20%, διότι επίσης δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του, δεν ασκούσε τον πλήρη επί του οχήματος του έλεγχο και δεν ερρύθμισε καταλλήλως την ταχύτητα του, η οποία ήταν υπερβολική, λαμβανομένων υπόψη των εν γένει συνθηκών της οδού, της ώρας και της κατοικημένης περιοχής από όπου διερχόταν και πάντως υπερέβαινε το όριο ταχύτητας των 50 χλμ, παραδοχή συναγόμενη από την σφοδρότητα με την οποία η μοτοσυκλέτα προσέκρουσε επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου το οποίο υπέστη στρέβλωση του πλαισίου του, η δε μοτοσυκλέτα κόπηκε στα δυο, ο δε οδηγός της (Ι.Κ.) εκτινάχθηκε επί του οδοστρώματος της οδού Πατησίων σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως (άρθρα 12 παρ.1, και 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 22 ν. 2696/97 περί ΚΟΚ). Το γεγονός ότι, ο ενάγων-εναγόμενος και οδηγός της ... μοτοσυκλέτας Ι.Κ. τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή επέλεξε να εισέλθει και όντως κινήθηκε εντός της λωρίδας της οδού Πατησίων και του από την οδό Πανεπιστημίου προς τη λεωφ. Αλεξάνδρας εκτεινόμενου ρεύματος κυκλοφορίας, που ήταν κατά την υπάρχουσα ευκρινή και αλλεπάλληλη οδική σήμανση (πινακίδες Ρ-7 και Ρ-28, άρθρο 4 ΚΟΚ), αποκλειστικώς προορισμένη για την κίνηση λεωφορείων και τρόλλεϋ, ουδόλως κατά την κρίση του Εφετείου ενδιαφέρει, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αποδιδόμενη σε βάρος του παραπάνω οδηγού παράβαση του ΚΟΚ (άρθρο 16 παρ. 2), δεν αποτέλεσε ικανό και πρόσφορο όρο στη πραγμάτωση της επίμαχης συγκρούσεως και δεν συναρτάται αιτιωδώς με το επίμαχο τροχαίο συμβάν και την οποιαδήποτε επελθούσα επιζήμια από το σκοπούμενο ατύχημα, συνέπεια (ΑΚ 914, 297, 298) εφ'όσον στη θέση της παραπάνω μοτοσυκλέτας, μπορούσε να βρισκόταν κάποιο από τα προαναφερόμενα οχήματα αστικών συγκοινωνιών. Επομένως η προεκτιθέμενη ενέργεια του οδηγού Ι.Κ. δεν ενέχει ουσιώδη στην έκβαση της προκειμένης πολιτικής δίκης επιρροή και ιδία όσον αφορά την θεμελίωση συντρέχοντος αυτού πταίσματος στην επέλευση του επίμαχου τροχαίου ατυχήματος και των επιβλαβών για τον ίδιο συνεπειών, δεδομένου ότι και λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα τούτο, κατά την κρίση του δικαστηρίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά του παραπάνω ενάγοντος και εναγόμενου οδηγού δεν αποτέλεσε ικανό και πρόσφορο όρο στη πραγμάτωση του ενδίκου συμβάντος και επομένως αδυνατεί να στηρίξει την κατά το άρθρο 298 ΑΚ απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ως άνω ενέργειας του και του ζημιογόνου για τον ίδιο αποτελέσματος (ΑΠ 132/2010 ΕφΑστΔ 2010. 561 ...). Απότοκη συνέπεια της μη επιδείξεως εκ μέρους των προαναφερομένων οδηγών της οφειλόμενης κατά τα ανωτέρω επιμέλειας και προσοχής, η οποία κατ1 αντικειμενική κρίση ήταν επιβεβλημένη με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, σε συνδυασμό με τους ανωτέρω νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που τηρούνται στις συναλλαγές, τη κοινή λογική και πείρα και την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός στη θέση των παραπάνω οδηγών θα κατέβαλε (ΑΚ 330, ΠΚ 15,28), ήταν από την κατά τα ανωτέρω κρινόμενη και καθοριζόμενη συγκλίνουσα των ιδίων αμελή συμπεριφορά να προκληθεί το επίδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο θα μπορούσαν να προβλέψουν και να αποφύγουν αν επιδείκνυαν την παραπάνω επιμέλεια".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αρ. 556/2005 απόφαση του είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα ήταν ο Ι. Κ., του οποίου είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 9-3-2004 ένδικη αγωγή του, ενώ αντίθετα είχε δεχθεί κατ'ουσίαν κατά ένα μέρος την αντίθετη αγωγή του Ι. Τ., εξαφάνισε την παραπάνω πρωτοβάθμια απόφαση και εκδικάζοντας εξαρχής τις παραπάνω αγωγές δέχθηκε αυτές εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες, με βάση το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός των οδηγών των οχημάτων που εμπλάκησαν στο επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα.

To Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος που είχε τότε κηρυχθεί αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του τραυματισμού του αφού τελικά από το Εφετείο ο τραυματισθείς αναιρεσίβλητου κρίθηκε συνυπαίτιος της ένδικης σύγκρουση και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20% και ο Ι. Τ. οδηγός του άλλου συγκρουσθέντος αυτοκινήτου που καλύπτεται ασφαλιστικά από το αναιρεσείων Επικουργικό Κεφάλαιο κατά ποσοστό 80% ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ καθόσον από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του οδηγού Ι. Τ. καλυπτομένου ασφαλιστικά από το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο και η συνυπαιτιότητα του τραυματισθέντος αναιρεσίβλητου ενάγοντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαιτιότητας και παράνομης συμπεριφοράς του πρώτου οδηγού Ι.Τ. με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με την μεσολαβήσασα συνυπαιτιότητα του παθόντος αναιρεσίβλητου. Η υπαγωγή δε των προαναφερθέντων στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ.559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο αναιρεσίβλητος αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τραυματισμού του και τελικά δέχθηκε κατά ένα μέρος την ίδια αγωγή αφού κρίθηκε ο αναιρεσίβλητος συνυπαίτιος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20% ο δε οδηγός Ι. Τ. του οποίου η ευθύνη καλύπτεται ασφαλιστικά από το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ συνυπαίτιο κατά ποσοστό 80% προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 33, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συντρέχουσα υπαιτιότητα του οδηγού Ι. Τ. και του αναιρεσιβλήτου, που αιτιωδώς οδήγησε στην ένδικη σύγκρουση και στον με αυτήν αμέσως συνδεόμενο τραυματισμό του αναιρεσίβλητου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή συνέτρεξε πράγματι υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού Ι. Τ. που αιτιωδώς οδήγησε στον ένδικο ατύχημα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά το αναιρεσείον σε αντίθεση με το ότι: α) η προσβαλλόμενη συμπεριέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραβάσεων του ΚΟΚ εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και της επέλευσης του τροχαίου ατυχήματος β)η προσβαλλόμενη υπέπεσε σε αντίφαση ως προς τον καταλογισμό υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο οδηγών γ)δεν προσδιόρισε η προσβαλλόμενη την απόσταση στην οποία βρισκόταν η μοτ/τα του αναιρεσίβλητου όταν ο οδηγός Ι. Τ. πραγματοποίησε τη στροφή αριστερά επί της οδού Πατησίων, ούτε το πλάτος του οδοστρώματος ούτε τη ταχύτητα της μοτ/τας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι: ο οδηγός Ι. Τ. πριν από το ατύχημα δεν ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματός του, ούτε προχώρησε με ιδιαίτερη προσοχή για να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα από εκείνο στο οποίο εκινείτο της οδού Πατησίων και να εισέλθει στην οδό Σολωμού. Με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξ άλλου με τον δεύτερο κατά το άλλο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του αρθρ.559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας συνυπαιτιότητας των δύο εμπλακέντων οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτούς, του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η κίνηση της μοτοσυκ/τας παρά τις ρητές απαγορευτικές πινακίδες στην οδό Πατησίων και στο ρεύμα πορείας προς το Πολυτεχνείο κατέστησε συνυπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης και τον οδηγό Ι. Τ. όταν κινούμενος ο τελευταίος στην οδό Πατησίων με κατεύθυνση προς Ομόνοια πραγματοποίησε αριστερή στροφή κατά την πορεία του για να εισέλθει στην οδό Σολωμού διασχίζοντας κάθετα το αντίθετο ρεύμα πορείας όπου αντικανονικά εκινείτο η μοτ/τα του αναιρεσίβλητου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το αναιρεσείον υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, ιδιαίτερα ως προς τον καθορισμό της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών και το ποσοστό που αποδόθηκε σε καθένα από αυτούς.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τον καθορισμό της υπαίτιας συμπεριφοράς των 2 εμπλεκομένων οδηγών α)την από 25-7-2003 έκθεση ανάλυσης συνθηκών τροχαίου ατυχήματος του πραγ/να Δ. Κ. και β) την υπ' αρ. 418/4-7908/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδοθείσα μετ' αναίρεση προηγουμένης αθωωτικής απόφασης για τον οδηγό Ι. Τ., με την οποία τελεσίδικα ο τελευταίος κρίθηκε ένοχος του ένδικου τραυματισμού με συγκλίνουσα ευθύνη του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 60% τουλάχιστον. Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προστάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος. Πρέπει επομένως ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.2829/2011 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ