Legislator Case Law & Legislation
2000/2009 AI generated

2000/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2000/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2000 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2000/2009

Legislator headnote

AI generated

2000/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2000 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2000/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2000 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2000/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου της ..., 2. ..., 3. ... και 4. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ στην οποία αναφέρει ότι ο ..., ενηλικιώθηκε και εκπροσωπείται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Οικονομίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/1996 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου λόγω αρμοδιότητας, 3/452/24/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και 288/2003 μη οριστική, 147/2005 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-2-2008 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, ειδικότερα ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις, από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), μόνο αν έχει συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση, αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα.

Γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει τις ένορκες βεβαιώσεις υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλητεύσεως του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση, χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η μνεία στην απόφαση της ένορκης βεβαιώσεως, όταν προσδιορίζονται τα στοιχεία της εκείνα, από τα οποία προκύπτει η ταυτότητά της. Η μη λήψη υπόψη τέτοιας ένορκης βεβαιώσεως ιδρύει τον εκ της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, εφόσον αυτή είχε προσκομιστεί και είχε γίνει επίκλησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφενός μεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη 5604/3-10-1997 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Παρασκευής Βενέτου - Κουρτέση που περιέχει τις καταθέσεις επτά μαρτύρων, αν και δεν υπήρξε νόμιμη κλήτευση αυτών πριν από δύο εργάσιμες ημέρες, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση από αυτούς 660/529/28-11-1997 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Προξένου Νέας Υόρκης, μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου τους εναγομένης.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 24380/1971 δήλωση αποδοχής κληρονομίας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου τους ... ενώπιον του συμβολαιογράφου Χίου Γεωργίου Νικολούδη, την οποία νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, διότι το πραγματικό αυτό γεγονός που επικαλούντο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του κατ' ουσίαν αβασίμου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσειόντων και του κατ' ουσίαν βασίμου της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγόμενης-αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και στο ακροατήριο του Εφετείου, τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... που περιέχονται στην 5604/3-10-1997 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Χίου Παρασκευής Βενέτου - Κουρτέση και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι". Έτσι, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω 5604/3-10-1997 ένορκη βεβαίωση, κάνοντας ειδικώς μνεία αυτής, ενώ από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη επίδοση της γνωστοποίησης-κλήσης προς την εναγομένη πριν δύο εργάσιμες ημέρες, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η γνωστοποίηση-κλήση της ημερομηνίας εξέτασης των ανωτέρω επτά μαρτύρων έγινε στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου στη 1-10-1997, οπότε και η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 3-12-1997, και η ένορκη βεβαίωση έλαβε χώρα στις 3-10-1997, ήτοι χωρίς να μεσολαβήσει η νόμιμη προθεσμία των δύο εργάσιμων ημερών, ενώ επίσης κατά τη λήψη της δεν παρέστησαν οι αντίδικοι ενάγοντες.

Έτσι, το Εφετείο που έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση που δόθηκε χωρίς προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των εναγόντων, ήτοι αποδεικτικό μέσο το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, είναι βάσιμος.

Επίσης, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν βεβαιώνει ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και την 660/529/28-11-1997 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., η οποία έγινε στο κατάστημα του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην πόλη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., ενώπιον της ..., που αναπληρώνει το Γενικό Πρόξενο ... και, όπως προκύπτει από την 6886/19-11-1997 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χίου, έχει ληφθεί, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατυπώσεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ με επίδοση κλήσης πριν από δύο εργάσιμες ημέρες, και την οποία ένορκη βεβαίωση μαζί με την έκθεση επίδοσης είχαν επικαλεσθεί οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη της διεκδικητικής αγωγής τους, καθώς και προς ανταπόδειξη της περί ιδίας κυριότητας ένστασης της αναιρεσίβλητης και είχαν προσκομίσει κατά την ενώπιόν του συζήτηση, αφού δεν βεβαιώνεται το αντίθετο στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Έτσι αναγκαίως πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση δεν έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, όπως βασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σχετικό μέρος του. Περαιτέρω, γεννώνται αμφιβολίες κατά πόσο το Εφετείο έλαβε υπόψη την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως άνω 24380/1971 δήλωση αποδοχή κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους ..., με την οποία αποδεχόταν την κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1968 πατέρα του και απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ..., ενώ κατά την παραδοχή του Εφετείου ο ανωτέρω ... "μέχρι του θανάτου του στις 15-3-1976 επαναλάμβανε στην εναγομένη ότι το σπίτι αυτό με ό,τι περιέχει της ανήκει".

Συνεπώς, κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη την 5604/3-10-1997 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Χίου Παρασκευής Βενέτου - Κουρτέση και δεν έλαβε υπόψη α) την ως άνω 660/529/28-11-1997 ένορκη βεβαίωση και β) την 24380/1971 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Χίου Γεωργίου Νικολούδη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α' και γ' ΚΠολΔ (και όχι και στους αριθμούς 14 και 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) και οι πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και αφού αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο δε από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 147/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ