Supreme Court dismisses appeal on false deposition due to adequate reasoning and admissible evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for false deposition, finding the lower court's reasoning sufficient and its evidence evaluation lawful. The appellant argued for procedural flaws and inadequate justification regarding guilt and intent, but the court rejected these as mere challenges to the substantive judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 473, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal against a criminal judgment is admissible only if it raises specific grounds such as procedural nullity or lack of reasoned judgment, and is rejected if the lower court's reasoning is adequate and its assessment of evidence is lawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1 / 2026 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Β. του Ε. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 181/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ιωαννίνων.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Κ. του Η. , κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματελάτο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1-9-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 01-09-2025, αίτηση του Δ. Β. του Ε. και της Π. , κατοίκου ... , για αναίρεση της με αριθμ. 181/2025 απόφασης του Δ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων, που τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα, με την επιδοθείσα, στις 03-09-2025, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αριθμ. πρωτ. ...2015) δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του [Θεοδώρου Παναγόπουλου Α.Μ.Δ.Σ.Α. ...], ο οποίος παραστάθηκε με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο, και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας (αναστελλομένης κατά το διάστημα από 1η έως 31η Αυγούστου (άρθρ. 473 παρ. 4 ΚΠοινΔ), από την καταχώρηση, στις 18-07-2025, με αύξ. αριθμ. .../2025, της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω Εφετείου (άρθρο 466 παρ. 2, 473 παρ. 2, 3 ΚΠοινΔ, 474 παρ. 1, 2Α και άρθρο 168 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα) και περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, συνιστάμενοι σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, στην παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην έλλειψη από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α, Γ και Δ ΚΠοινΔ, αντίστοιχα).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί για το βάσιμο των λόγων της. Σημειώνεται ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στο Δικαστήριο αυτό, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ο Γ. Κ. του Η. , ο οποίος δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και, μετά από την άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων, επανέλαβε την υποστήριξη της κατηγορίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙ. [1] Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 362 παρ. 1 και 367 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, επάγεται δε και παραβίαση της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, από την οποία δημιουργείται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 884/2024), όπως π.χ.
από κατάθεση μάρτυρα (ΑΠ 915/2024, ΑΠ 814/2024) ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 684/2024), όπως από τα αναγνωσθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οπότε τα αναφερόμενα σ' αυτά έγγραφα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 502 παρ. 1γ ΚΠοινΔ, θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 251/2025, ΑΠ 489/2024), ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη (ΑΠ 728/2025, ΑΠ 884/2024), διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής και, κατ' ακολουθία, μέσω των αναγνωσθέντων εγγράφων γνωρίζει και το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων ομοίων τους, και θα μπορούσε, αν το ήθελε, να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ υπερασπιστικά δικαιώματά του (ΑΠ 844/2024, ΑΠ 747/2024).
Η καταχώριση στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου του "δικονομικού γεγονότος" ότι αναγνώστηκε ένα έγγραφο, παρέχουσα πλήρη απόδειξη, κατ` άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠοινΔ. , δεν γίνεται με καταγραφή του περιεχομένου του εγγράφου. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία, που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, με τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφ` όσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο (ΑΠ 8/2025, ΑΠ 747/2024).
[2] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής : Στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία παρέστη ο κατηγορούμενος με τους συνηγόρους υπεράσπισής του, μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, που αναγνώστηκαν διαλαμβάνεται στη σελίδα -60-, ότι αναγνώστηκε και το με αύξοντα αριθμό -21- έγγραφο , με τίτλο "το από 05-06-2015 Σημείωμα Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας", από την επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι είναι αυτό το "το από 12-06-2015 σημείωμα της "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ ΑΕ" και της Α.
Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας κατά του Δ. Β. και του Α. Π.", με αντικείμενο δίκη μεταξύ των εταίρων της εταιρίας "ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε.", στο οποίο, μεταξύ άλλων, γίνεται επίκληση του δοσοληπτικού λογαριασμού της εταιρίας, σχετικά με τον δανεισμό των 83.000,00 ευρώ από τον Γ.
Κ. προς την εταιρία "ΙΚΤΕΟ Α.Ε.". Από προφανή παραδρομή το προαναφερθέν έγγραφο αναφέρθηκε στα αναγνωστέα της προσβαλλόμενης απόφασης ως έχον ημερομηνία 05-06-2015, η οποία είναι ημεροχρονολογία της σχετικής δίκης ασφαλιστικών μέτρων, και όχι η ημεροχρονολογία της υπογραφής και κατάθεσης του εν λόγω σημειώματος, που ήταν η 12η-06-2015, χωρίς όμως από την εσφαλμένη, από προφανή παραδρομή, αναγραφή της ημεροχρονολογίας στα πρακτικά να γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου αυτού με αυτό που αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία στη σελίδα -84- αυτής, διότι η ταυτότητα αυτού προκύπτει από τα λοιπά αναγραφόμενα στοιχεία του ανωτέρω σημειώματος που προσδιορίζονται στην ανωτέρω σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης [σημείωμα της εταιρίας "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ ΑΕ" και της Α.
Κ. , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά του Δ. Β. (κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος) και του Α. Π. , όπου γίνεται επίκληση του δοσοληπτικού λογαριασμού της εταιρίας από την οποία προκύπτει ο δανεισμός του ποσού των 83.000,00 ευρώ].
Περαιτέρω, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στη σελίδα -57- με στοιχείο -70- διαλαμβάνεται ότι αναγνώστηκε έγγραφο, προσκομισθέν από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία, με τον τίτλο "οι από 18-12-2015 προτάσεις του Γ. Κ. κ.λ.π. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας", το οποίο αναγνώστηκε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως συμπεριλαμβανόμενο στα αναγνωστέα έγγραφα [σελίδα 40 με στοιχείο -5- της εκκαλούμενης απόφασης], στο οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων παραστάθηκε μετά των συνηγόρων υπεράσπισής του.
Από την επισκόπηση των ανωτέρω προτάσεων, οι οποίες κατατέθηκαν, στις 18-12-2015, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας, από τους Γ. Κ. , υποστηρίζοντα την κατηγορία, Α. Κ. , Ε. Κ. , Η. Κ. και "ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε." με τον διακριτικό τίτλο "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε.", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, κατά των Δ. Β. και Α. Π.", για τη συζήτηση της αγωγής των τελευταίων κατά των πρώτων, στη δικάσιμο της 08-01-2016, προκύπτει ότι στη σελίδα -8- αυτής γίνεται επίκληση από τον υποστηρίζοντα δανεισμού από αυτόν προς την παραπάνω εταιρία του ποσού των 83.000,00 ευρώ και επίκληση, ως σχετικού -7- γενικού ημερολογίου της εταιρίας, για την πορεία του ανωτέρω δανεισμού.
Από προφανή παραδρομή το προαναφερθέν έγγραφο αναφέρθηκε στα αναγνωσθέντα έγγραφα τόσο της εκκαλούμενης απόφασης όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης το έγγραφο αυτό ως έχον ημερομηνία 20-01-2016, που είναι η ημεροχρονολογία κατάθεσης αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων της ανωτέρω δίκης και όχι η ημεροχρονολογία κατάθεσης των προτάσεων που είναι η 18-12-2015, ενώ η ημερομηνία κατάθεσης της προσθήκης - αντίκρουσης ήταν 23-12-2015 και η ημερομηνία κατάθεσης της αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων ήταν η 20-01-2016, και όλα τα ανωτέρω έγγραφα προτάσεων - προσθήκης - αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων αποτελούν συραμμένο ενιαίο σώμα, με άπαξ αναφορά των διαδίκων και του δικαστηρίου στο οποίο κατατέθηκαν, χωρίς να προκύπτει αμφιβολία για την ταυτότητα για το έγγραφο αυτό που αναγνώστηκε αφού προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα λοιπά στοιχεία αυτού [διάδικοι, αντικείμενο της δίκης εταιρικές διαφορές μεταξύ των αναφερόμενων διαδίκων, και δικαστήριο που κατατέθηκαν].
Σε κάθε περίπτωση, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις αναγνωστέων εγγράφων, δεν ήταν προφανής η παραδρομή, τα ανωτέρω αναφερόμενα [ισχυρισμός του υποστηρίζοντος την κατηγορία για τον απ' αυτόν δανεισμό της εταιρίας "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αντίστοιχα αποδεικτικά έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, ήτοι "το από 05-06-2015 Σημείωμα Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας", και τις από 20-01-2016 προτάσεις του υποστηρίζοντος την κατηγορία, και το τελευταίο, όπως προκύπτει από τη σελίδα -55- της προσβαλλόμενης απόφασης, και ως εμπεριεχόμενο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αναγνώστηκε ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος και οι συνήγοροι υπεράσπισης αυτού, που γνώριζαν το περιεχόμενό τους, είχαν την ευχέρεια να εκθέσουν τις απόψεις τους και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους, σχετικές με το περιεχόμενο τους, ασκώντας τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία ουδόλως παραβιάστηκαν, ενώ δεν υποβλήθηκε οιοδήποτε αίτημα ή παρατηρήσεις, σχετικά με την ανάγνωση των εγγράφων, από τον κατηγορούμενο ή τους συνηγόρους υπεράσπισής του.
Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα ούτε παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Γ ΚΠοινΔ), και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (ψευδής κατάθεση) "1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή." Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, η οποία είναι ευμενέστερη, εκτός από την προβλεπόμενη αθροιστικά χρηματική ποινή, οπότε είναι εφαρμοστέες, ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2-1) του προηγούμενου ΠΚ απαιτείται:
α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέτει.
Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.
Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση (ΑΠ 900/2024, ΑΠ 771/2024).
Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 286/2025, ΑΠ 775/2020).
Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών (ΑΠ 286/2025, ΑΠ 289/2024). [2] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 100/2024).
Αναφορικά με το δόλο δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (ΑΠ 1199/2023, ΑΠ 1324/2023). [3] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν [στο προοίμνιο του σκεπτικού :ανωμοτί κατάθεση του υποστηρίζοντος της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ανάγνωση πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης, ανάγνωση όλων των εγγράφων, απολογίες (σελ. 85) των παρισταμένων κατηγορουμένων], δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής κατά λέξη πραγματικά περιστατικά : "Ο εγκαλών (ήδη υποστηρίζων την κατηγορία) και η τρίτη κατηγορουμένη υπήρξαν σύζυγοι, ωστόσο με την υπ' αριθμ. 34/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους.
Συγκεκριμένα, οι δυο τους γνωρίστηκαν το έτος 2001 στην Αθήνα, συνδέθηκαν ερωτικά το έτος 2002 και, στη συνέχεια, τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 29.05.2008 και θρησκευτικό γάμο στις 07.06.2009. Το έτος 2002 ο εγκαλών αποφάσισε από κοινού με τους ήδη γνωστούς του Δ. Β. (ήδη αναιρεσείοντα) και Γ. Σ. να ιδρύσουν στα Ιωάννινα εταιρεία παροχής υπηρεσιών τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Ιδιωτικό ΚΤΕΟ).
Προς τον σκοπό αυτό, με το υπ' αριθμ. ...2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ. συστάθηκε η εταιρεία, υπό την αρχική της επωνυμία "ΝΤΕΛΛΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με διακριτικό τίτλο "ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε.".
Στο μετοχικό της κεφάλαιο, ποσού 60.000,00 ευρώ, συμμετείχε ο εγκαλών με ποσοστό 30%, έχοντας καταβάλει το ποσό των 18.000,00 ευρώ για την κάλυψη της αξίας 6.000 μετοχών, η Ε. Ν. (σύζυγος του δεύτερου κατηγορουμένου - ήδη αναιρεσείοντα) με ποσοστό 30% και τον ίδιο αριθμό μετοχών και ο Γ. Σ. με ποσοστό 40%, έχοντας καταβάλει το ποσό των 24.000,00 ευρώ για την κάλυψη της αξίας 8.000 μετοχών.
Ακολούθως, οι άνω σύζυγοι, εξαιτίας της σοβαρότητας της σχέσης τους και της επιχειρηματικής κίνησης του εγκαλούντος, αποφάσισαν να μετοικήσουν από την Αθήνα στα Ιωάννινα, προκειμένου να "στηθεί" και να λειτουργήσει η επιχείρηση, όπως και έγινε. Το ΙΚΤΕΟ άρχισε να λειτουργεί το έτος 2007 και παρουσίασε επικερδή πορεία, με αποτέλεσμα ο εγκαλών, ο δεύτερος κατηγορούμενος και ο Γ.
Σ. να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους και στην Άρτα, συστήνοντας την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και ήδη "ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΗΠΕΙΡΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε.". Στο μετοχικό κεφάλαιο της τελευταίας, ύψους 100.000,00 ευρώ, συμμετείχε ο εγκαλών με την καταβολή ποσού 33.250,00 ευρώ και 13.300 μετοχές (ποσοστό 33,25%), ο δεύτερος κατηγορούμενος με την καταβολή ποσού 33.250,00 ευρώ και 13.300 μετοχές (ποσοστό 33,25%) και ο Γ.
Σ. με την καταβολή ποσού 33.500,00 ευρώ και 33.500 μετοχές (ποσοστό 33,50%). Η καταβολή των ανωτέρω ποσών για την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε με κατάθεση στην Τράπεζα Ηπείρου (λογαριασμός ...) την 18η.03.2010 από τον δεύτερο κατηγορούμενο για λογαριασμό και των τριών μετόχων, όπως δεν αμφισβητείται.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών συμμετείχε στην επιγενόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του ΙΚΤΕΟ Άρτας, καταθέτοντας στον ίδιο λογαριασμό της Τράπεζας Ηπείρου στις 08.07.2011 το ποσό των 54.250,00 ευρώ και στις 29.12.2011 το ποσό των 11.500,00 ευρώ. Η εν λόγω εταιρεία άρχισε να λειτουργεί αρχές του έτους 2011 και το πρώτο διάστημα παρουσίαζε έλλειψη ρευστότητας.
Για τον λόγο αυτό από τη σύστασή της και μέχρι τον Μάιο 2012 ο εγκαλών, που ασχολείτο με την προσωπική του εργασία με την επιχείρηση, τη χρηματοδοτούσε δανείζοντάς της άτοκα διάφορα χρηματικά ποσά ως εξής: είτε πληρώνοντας με δικά του χρήματα εταιρικές υποχρεώσεις, όπως προμηθευτές, είτε προβαίνοντας σε ταμειακή της διευκόλυνση με διάφορα χρηματικά ποσά, με αποτέλεσμα το έτος 2013 η οφειλή της εταιρείας προς τον εγκαλούντα από το ανωτέρω δάνειο, μετά τις εκατέρωθεν χρεοπιστώσεις, να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 83.000,00 ευρώ.
Κατόπιν τούτων και αφού η εταιρεία εισέπραξε ως επιστροφή ΦΠΑ το ποσό των 84.000,00 ευρώ περίπου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, τότε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, επέστρεψε στον εγκαλούντα στις 08.07.2013 το σύνολο της διαφοράς της ταμειακής διευκόλυνσης, ύψους 83.000,00 ευρώ, που της είχε παράσχει, καταθέτοντας το ποσό αυτό στον υπ' αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο εγκαλών στην Τράπεζα Πειραιώς με τη σύζυγό του - τρίτη κατηγορουμένη. Οι εν λόγω καταβολές εκ μέρους του εγκαλούντος αποδεικνύονται αφενός από το γενικό ημερολόγιο της εταιρείας "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." και τον δοσοληπτικό λογαριασμό που διατηρούσε με τον εγκαλούντα, και αφετέρου από την αναγνωστέα από Απρίλιο 2024 έκθεση ευρημάτων της εταιρείας ορκωτών ελεγκτών με την επωνυμία "KMC ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.", που εκπονήθηκε κατόπιν ανάθεσης από τον εγκαλούντα του διαχειριστικού ελέγχου στα βιβλία της άνω εταιρείας για το χρονικό διάστημα από 18.03.2010 έως 08.07.2013 και δεν ανακρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο.
Ειδικότερα, ο πραγματοποιηθείς διαχειριστικός έλεγχος επιβεβαιώνει τις εγγραφές του γενικού ημερολογίου της εταιρείας και του δοσοληπτικού λογαριασμού της με τον εγκαλούντα, αφού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στο ταμείο της δεν υπήρχαν επαρκή ταμειακά διαθέσιμα για να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις της (που πράγματι εξοφλήθηκαν) ήτοι, με άλλα λόγια, εάν ο εγκαλών δεν είχε καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό διευκολύνοντας την εταιρεία, το ταμείο αυτής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα θα εμφάνιζε αρνητικό υπόλοιπο και δεν θα ήταν δυνατή η εξόφληση όλων των ως άνω οφειλών της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών και ο δεύτερος κατηγορούμενος διατηρούσαν στην Τράπεζα Πειραιώς τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό, στον οποίο μέχρι τον Μάρτιο 2011 είχαν καταθέσει από κοινού το ποσό των 44.000,00 ευρώ (22.000,00 ευρώ ο καθένας), ως εγγύηση προκειμένου η εταιρεία ΙΚΤΕΟ Άρτας να μισθώσει με σύμβαση leasing τον μηχανολογικό εξοπλισμό της.
Ο λογαριασμός αυτός την 14η.10.2013 εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο 47.440,73 ευρώ (44.000,00 ευρώ η αρχική κατάθεση + 3.440,73 ευρώ τόκοι), το οποίο μοιράστηκαν εξ ημισείας οι δύο συνδικαιούχοι την 15η.10.2013, οπότε ποσό 23.720 ευρώ έλαβε ο εγκαλών με μεταφορά στον προαναφερόμενο, κοινό με τη σύζυγό του, υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και το υπόλοιπο ποσό έλαβε ο δεύτερος κατηγορούμενος σε δικό του λογαριασμό, όπως δεν αμφισβητείται.
Με τις δύο ανωτέρω καταθέσεις και τους τόκους ο επίμαχος λογαριασμός την 15η.10.2013 εμφάνιζε συνολικό υπόλοιπο 107.333,00 ευρώ πλέον τόκων, το οποίο εισέπραξε με διαδοχικές αναλήψεις ο εγκαλών από την 08η.04.2014 έως την 02α.05.2014 μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την τρίτη κατηγορουμένη, με αποτέλεσμα την 02.05.2014 να εμφανίζει μηδενικό υπόλοιπο.
Η τρίτη κατηγορουμένη, ισχυριζόμενη ότι ο άνω τραπεζικός λογαριασμός τροφοδοτούνταν από αμφότερους τους συζύγους κατά ίσα μέρη, από έσοδα της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στα ΙΚΤΕΟ Ιωαννίνων και Άρτας, στα οποία τυπικά εμφανιζόταν ως μέτοχος ο εγκαλών, ενώ στην πραγματικότητα η ίδια του είχε δώσει χρήματα με τη συμφωνία να αναλάβει μέρος των μετοχών, άσκησε σε βάρος του πρώην συζύγου της την από 23.10.2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 54.098,98 ευρώ (δηλαδή το ήμισυ του υπολοίπου του λογαριασμού).
Ειδικότερα, η άνω κατηγορουμένη ισχυρίστηκε ότι ο ήδη εγκαλών, κατά τον χρόνο σύστασης της πρώτης εταιρείας "ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε." αντιμετώπιζε έλλειψη ρευστότητας και για τον λόγο αυτό συμφώνησαν να καταβάλει η ίδια το απαιτούμενο ποσό των 18.000,00 ευρώ για την απόκτηση των μετοχών, οι οποίες (βάσει της προφορικής συμφωνίας τους) θα ανήκαν και στους δύο κατά ίσα μέρη, πλην όμως τυπικά θα φαινόταν ότι ανήκουν στον εγκαλούντα.
Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η ίδια συμμετείχε από κοινού με τον τελευταίο σε κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, καταβάλλοντας από κοινού τα σχετικά ποσά, καθώς και ότι το ποσό των 33.250,00 ευρώ, που φέρεται να κατέβαλε ο εγκαλών για την απόκτηση των μετοχών της δεύτερης εταιρείας "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." προέρχονται από το κοινό οικογενειακό τους ταμείο και, συνεπώς, οι μετοχές της δεύτερης εταιρείας ουσιαστικά ανήκουν και στους δύο κατά ίσα μέρη αν και τυπικά φέρονταν να ανήκουν στον εγκαλούντα.
Προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της η άνω κατηγορουμένη προκάλεσε στους λοιπούς κατηγορουμένους την απόφαση, με πειθώ, φορτικότητα και παραινέσεις, να καταθέσουν ενόρκως όσα περιέχονται στις υπ' αριθμ. ...2018 και ...2018 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντίστοιχα, τις οποίες προσκόμισε στο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, στην πρώτη εξ αυτών η μητέρα της τρίτης κατηγορουμένης κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: "... Ο Γ. (νυν εγκαλών) πήρε τα λεφτά τους από τον κοινό λογαριασμό που είχαν στην Τράπεζα Πειραιώς και τον άδειασε εντελώς ... εκεί ήταν κυρίως χρήματα της Ε. ... ", ενώ στη δεύτερη ο Δ. Β. (δεύτερος κατηγορούμενος) ανέφερε ενόρκως τα κάτωθι: "...
το καλοκαίρι του 2013 μπήκαν σε κοινό τους λογαριασμό, του Γ. και της Ε. , στην Τράπεζα Πειραιώς 83.000 Ευρώ που η Ε. είχε δώσει στο ΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ (εταιρεία "ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.") ... Αυτό που ισχυρίζεται ο Γ. είναι ψευδές και για αυτό κλήθηκα από την Ε. να καταθέσω. Τα χρήματα αυτά είναι χρήματα που η Ε. είχε δώσει στην εταιρεία όταν χρειαζόταν και τα οποία έφερε εκείνη από την Αλβανία που τα είχε με την μαμά της, όπως μας έλεγε ...
τα χρήματα που ο Γ. φαινόταν ότι δάνεισε στην εταιρεία ήταν της Ε.
Άλλωστε ο Γ. πάντα παραπονιόταν ότι δεν έχει χρήματα και μας έλεγε πάντα όταν θέλαμε χρήματα για την εταιρεία "Εγώ δεν έχω λεφτά Τ.". Ποτέ δεν είχε προσφερθεί να δώσει χρήματα για την εταιρεία". Ωστόσο, τα αναφερόμενα σε αμφότερες τις ένορκες βεβαιώσεις ήταν αναληθή, καθώς το αληθές ήταν ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό ανήκαν εξ ολοκλήρου στον εγκαλούντα και όχι στην πρώην σύζυγό του - τρίτη κατηγορουμένη, οι δε πρώτη και δεύτερος των κατηγορουμένων τελούσαν σε γνώση της αναλήθειας των ενόρκως κατατεθέντων.
Ειδικότερα, τα ετήσια εισοδήματα του εγκαλούντος (μισθωτές υπηρεσίες και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά) για το έτος 2000 ανέρχονταν σε 38.890.359 δραχμές (ή το ισότιμο των 114.131,65 ευρώ), το 2001 σε 34.550.186 δρχ. (η το ισότιμο των 101.394,53 ευρώ), το 2002 σε 12.827.791 δρχ. (ή το ισότιμο των 37.645,75 ευρώ), το 2003 σε 41.665,74 ευρώ, το 2004 σε 38.517,82 ευρώ, το 2005 σε 26.212,32 ευρώ, το 2006 σε 28.199,48 ευρώ, το 2007 σε 57.482,29 ευρώ, το 2008 σε 75.720,24 ευρώ, το 2009 σε 68.775,00, το 2010 σε 46.580,00 ευρώ, το 2011 σε 53.978,00 ευρώ και το 2012 σε 16.786,00 ευρώ.
Ταυτόχρονα, ο εγκαλών διέθετε και τραπεζικές καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα και ειδικότερα στις 14.11.2002 διατηρούσε στην HSBC BANK κατάθεση ποσού 103.711,01 ευρώ, στις 04.12.2002 διατηρούσε στη NovaBank κατάθεση ποσού 60.000,00 ευρώ, στις 04.07.2003 στη Millenium Bank κατάθεση ποσού 98.626,51 ευρώ, στις 30.06.2006 στην ίδια τράπεζα κατάθεση ποσού 144.995,41 ευρώ, στις 11.04.2007 στην τράπεζα Eurobank κατάθεση ποσού 83.682,27 ευρώ και την 01.07.2010 στην ίδια τράπεζα κατάθεση ποσού 51.783,00 ευρώ.
Επίσης, στις 04.02.2003 έστειλε στην Deutsche Bank Trust Co. Americas το ποσό των 60.879,80 δολαρίων Αμερικής, ισοδύναμο των 56.255,60 ευρώ. Από την άλλη μεριά, αποδείχθηκε ότι τα ετήσια εισοδήματα της ενάγουσας μέχρι την τέλεση του γάμου της με τον δεύτερο εναγόμενο και την έναρξη λειτουργίας της πρώτης εταιρείας (05.01.2007) ήταν περιορισμένα και ανέρχονταν το έτος 2003 στο ποσό των 2.584,71 ευρώ, το έτος 2004 στο ποσό των 4.610,00 ευρώ, το έτος 2005 στο ποσό των 10.773,17 ευρώ, το έτος 2006 στο ποσό των 11.286,86 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 7.850,00 ευρώ και το έτος 2008 στο ποσό των 11.615,00 ευρώ [βλ.
σχετικά τη με αριθμό 23/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων (που εκδόθηκε επί της έφεσης της τρίτης κατηγορουμένης κατά της υπ' αριθμ. 334/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προμνημονευόμενη αγωγή της), οι ανωτέρω παραδοχές της οποίας δεν αμφισβητούνται από τους κατηγορουμένους].
Εξάλλου, η τρίτη κατηγορουμένη εκμίσθωσε στον Ζ. A. R. , για το χρονικό διάστημα από 01.01.1995 έως 01.01.2005, ένα αγροτεμάχιο συνολικής επιφάνειας 1.500 τ.μ. κείμενου στο ... , αντί ετήσιου μισθώματος 3.000 δολαρίων Αμερικής, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εκμίσθωναν στην A. M. , από κοινού με τη μητέρα της, μία μονοκατοικία πρώτου ορόφου στην περιοχή ... , έναντι μηνιαίου μισθώματος 10.000 λεκ.
Επίσης, ήταν συγκυρία μαζί με τη μητέρα της μιας οικίας εμβαδού 56,10 τ.μ. με οικόπεδο εμβαδού 56,10 τ.μ. στο ... , την οποία στις 05.01.2006 πώλησαν στον L. L. H. αντί τιμήματος 900.000 λεκ, και ενός διαμερίσματος εμβαδού 43,90 τ.μ. με οικόπεδο εμβαδού 41,80 τ.μ. , που βρίσκεται στην πόλη ... , το οποίο πώλησαν στις 24.04.2009 στον A. Z. D. έναντι τιμήματος 1.338.950 λεκ.
Σημειώνεται ότι τα ποσά που εισέπραξαν οι ανωτέρω κατηγορούμενες με τις ανωτέρω συμβάσεις ανέρχονται σε 9.315,40 ευρώ για τη μίσθωση της μονοκατοικίας, 7.286,46 ευρώ για την πώληση του πρώτου ακινήτου και 10.271,89 ευρώ για την πώληση του δεύτερου ακινήτου (βλ. το από 09.12.2015 αναγνωστέο έγγραφο του αρμοδίου τμήματος της Τράπεζας της Ελλάδος).
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η άνω κατηγορουμένη στις 09.12.2005 εισήγαγε στην Ελλάδα από την Αλβανία το ποσό των 20.000,00 ευρώ (βλ. το σχετικό δελτίο δήλωσης εισαγομένων μετρητών και αξιών του Α.Τ. …), ενώ ο ισχυρισμός της ότι η θεία της Μ. Τ. μετέφερε από την Αλβανία το ποσό των 20.000,00 ευρώ και της το έδωσε, προκειμένου να προβεί στην αγορά μετοχών της πρώτης από τις ανωτέρω εταιρείες, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.
Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι, είχε την οικονομική άνεση να καταβάλει το ποσό των 18.000,00 ευρώ για την αγορά των μετοχών της εταιρείας "ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε." αλλά και τα ποσά για τις μετέπειτα αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της, την αγορά των μετοχών της "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." και τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας.
Αντιθέτως, αφού συνεκτιμηθεί ότι: α) τα εισοδήματα της τρίτης κατηγορουμένης από την εργασία της ήταν μικρά και δεν δικαιολογούν την καταβολή τέτοιων ποσών, β) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα εισοδήματά της από την εκμίσθωση και πώληση της ακίνητης περιουσίας της αναλώθηκαν για τη συμμετοχή της στις εταιρείες και όχι για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα διαβίωσης αυτής και της μητέρας της, γ) το γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύστασης της "ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε." η ανωτέρω ήταν νεότατη (23 ετών) και η σχέση της με τον εγκαλούντα είχε μόλις ξεκινήσει, ώστε να μη δικαιολογείται η απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του και η πρόθεσή της να του καταβάλει το ποσό των 18.000,00 ευρώ χωρίς καμία διασφάλιση και δ) η απουσία οποιασδήποτε επιδίωξης της τρίτης κατηγορουμένης μέχρι και το έτος 2012 να έχει εμφανή συμμετοχή στις ανωτέρω εταιρείες, αποδεικνύεται ότι αυτή δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον εγκαλούντα για την απόκτηση των μετοχών των εταιρειών "ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε." και "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." ή για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου τους, ούτε ο ένδικος κοινός λογαριασμός τροφοδοτήθηκε από την τελευταία στο πλαίσιο της κοινής επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, αλλά όλα τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σ' αυτόν ανήκαν στον εγκαλούντα κατά τα προεκτεθέντα.
Η παραδοχή αυτή, εξάλλου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός ήταν κοινός με την τρίτη κατηγορουμένη, καθώς η τελευταία και ο εγκαλών ήταν σύζυγοι και είχαν ένα ανήλικο τέκνο, είναι δε συνήθης η ύπαρξη κοινών λογαριασμών μεταξύ προσώπων της ίδιας οικογένειας. Αντίθετα, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της προέλευσης των χρημάτων του λογαριασμού ενισχύεται από την ανυπαρξία έστω και μίας ανάληψης (ή κατάθεσης) εκ μέρους της τρίτης κατηγορουμένης στην οποία οπωσδήποτε θα είχε προβεί εάν ήταν αληθής ο ισχυρισμός της ότι το ποσό των 83.000,00 ευρώ της ανήκε, διότι δήθεν το είχε καταβάλει η ίδια και όχι ο εγκαλών στην εταιρεία "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε.".
Περαιτέρω, η γνώση της πρώτης κατηγορουμένης για την αναλήθεια των ισχυρισμών της αναμφισβήτητα προκύπτει από τη συγγενική της σχέση με την τρίτη (κόρη της),..... Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ότι το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης βεβαίωσής του ήταν αναληθές. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ο εγκαλών δεν είχε οικονομική ρευστότητα και ουδέποτε έβαλε χρήματα για το στήσιμο και τη λειτουργία των επιχειρήσεών τους, έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική, δεδομένου ότι ο ίδιος και ο Γ. Σ. , μολονότι ήταν έμπειροι με τις συναλλαγές και τις επιχειρήσεις, παρουσιάζονται να επιλέγουν να συνεταιριστούν με έναν άνθρωπο που ήταν δάσκαλος, εργαζόμενος στον δημόσιο τομέα, που δεν είχε χρήματα ούτε καν για να καλύψει το ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο, βασίστηκαν δε στις διαβεβαιώσεις του ότι τα χρήματα για λογαριασμό του θα τα κατέβαλε η τρίτη κατηγορουμένη, με την οποία τη δεδομένη χρονική περίοδο τους συνέδεε απλώς μία ερωτική σχέση.
Εξάλλου, η επίκληση εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου, ότι το κατατεθέν στον λογαριασμό ποσό των 83.000,00 ευρώ ανήκε στην τρίτη κατηγορουμένη, αποτελεί όψιμο ισχυρισμό του με αποκλειστικό σκοπό να υποστηρίξει την τελευταία ώστε να κερδίσει την επίδικη αγωγή της, και έρχεται σε αντίφαση με την προγενέστερη στάση του.
Συγκεκριμένα, μολονότι οι σχέσεις μεταξύ εγκαλούντος και δεύτερου κατηγορουμένου (και του Α. Π. , έτερου μετόχου της ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.) έχουν ήδη διαρρηχθεί σοβαρά από το έτος 2014, εξαιτίας της επικαλούμενης εκ μέρους των τελευταίων παράνομης αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της που έλαβε χώρα με ενέργειες της οικογένειας του εγκαλούντος με σκοπό την υφαρπαγή της πλειοψηφίας, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω να βρίσκονται σε δικαστικές διαμάχες στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, και ενώ ήδη από το έτος 2015 στο πλαίσιο των σχετικών δικών ο δεύτερος κατηγορούμενος έχει λάβει γνώση του ισχυρισμού του εγκαλούντος ότι δάνεισε στην άνω εταιρεία το ποσό των 83.000,00 ευρώ (βλ.
το από 12.06.2015 σημείωμα της "ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ ΑΕ και της Α. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας κατά του Δ. Β. και του Α. Π. , όπου γίνεται επίκληση του δοσοληπτικού λογαριασμού της εταιρείας από τον οποίο προκύπτει ο δανεισμός του ποσού των 83.000,00 ευρώ, καθώς και τις από 20.01.2016 προτάσεις του εγκαλούντος και των Α.
Κ. , Ε. Κ. , Η. Κ. και "ΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε." ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, επίσης κατά των Δ. Β. και Α. Π. , όπου γίνεται ρητή αναφορά στο εν λόγω δάνειο), ουδόλως αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό, γεγονός από τα οποία προδήλως συνάγεται η γνώση του για τη βασιμότητά του. Υπό τα δεδομένα αυτά και αφού επισημανθεί ότι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, που προβλήθηκαν και στις απολογίες τους, είναι εν γένει αντιφατικοί (από τη μία προβάλλεται ότι δεν υφίστατο ανάγκη οικονομικής ενίσχυσης της επιχείρησης, καθόσον αυτή ήταν κερδοφόρα και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο μέτοχος Γ.
Σ. ήταν ο οικονομικά πιο εύρωστος ώστε να δύναται να τη χρηματοδοτεί, από την άλλη ότι η τρίτη κατηγορουμένη ήταν αυτή που έδινε χρήματα για την εταιρεία και έπρεπε να της επιστραφούν), καθίσταται σαφές ότι πληρούται και η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης ..... (άρ. 224 παρ. 1 νέου ΠΚ, που είναι εφαρμοστέα κατ' άρθρο 2 ΠΚ, διότι περιέχει ευμενέστερη ποινική κύρωση απ' αυτή του άρθρου 224 του προϊσχύσαντος ΠΚ), για την οποία οι κατηγορούμενοι πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι".
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, σε σχέση με τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε αυτόν ένοχο της πράξης της ψευδούς κατάθεσης, και, συγκεκριμένα, του ότι, κατά λέξη:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω (2ο) κατηγορούμενο ένοχο του ότι : "στην Αθήνα, στις 15.2.2018, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και την ανωτέρω ημεροχρονολογία, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών και της ορισθείσης γραμματέως, ήτοι αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, οι οποίες συνέτασσαν την υπ' αριθμόν ...2018 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία αναφορικά με την ασκηθείσα από 23.10.2017 αγωγή της τρίτης των κατηγορουμένων, ως κατωτέρω αναφέρεται υπό στοιχείο 3, S. K. - E. του M.
και της E. , δυνάμει της οποίας η ενάγουσα αιτείτο την καταβολή εκ του ανωτέρω εναγόμενου και εγκαλούντος την καταβολή συγκεκριμένου χρηματικού ποσού και δη το ήμισυ του αναληφθέντος χρηματικού ποσού εκ κοινού τους τραπεζικού λογαριασμού. Ο κατηγορούμενος, δε, τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου του εξ αυτού κατατεθέντων.
Ειδικότερα, κατέθεσε μεταξύ άλλων τα κάτωθι: "... το καλοκαίρι του 2013 μπήκαν σε κοινό τους λογαριασμό, του Γ. και της Ε. , στην Τράπεζα Πειραιώς 83.000 Ευρώ που η Ε. είχε δώσει στο ΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ (εταιρεία "ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.")... Αυτό που ισχυρίζεται ο Γ. είναι ψευδές και για αυτό κλήθηκα από την Ε. να καταθέσω. Τα χρήματα αυτά είναι χρήματα που η Ε.
είχε δώσει στην εταιρεία όταν χρειαζόταν και τα οποία έφερε εκείνη από την Αλβανία που τα είχε με την μαμά της, όπως μας έλεγε ... τα χρήματα που ο Γ. φαινόταν ότι δάνεισε στην εταιρεία ήταν της Ε.
Άλλωστε ο Γ. πάντα παραπονιόταν ότι δεν έχει χρήματα και μας έλεγε πάντα όταν θέλαμε χρήματα για την εταιρεία "Εγώ δεν έχω λεφτά Τ. Ποτέ δεν είχε προσφερθεί να δώσει χρήματα για την εταιρεία". Τα προλεχθέντα καθώς και το σύνολο της ανωτέρω ενόρκου βεβαιώσεως ήταν, παραταύτα, αναληθή, αληθές, δε, ήτο ουδόλως επρόκειτο περί χρημάτων της τρίτης των νυν κατηγορουμένων, η οποία ουδόλως είχε κάποιο δικαίωμα επί των προκειμένων χρημάτων, τα οποία και δυνάμει της ανωτέρω αγωγής της διεκδίκησε, ουδόλως επρόκειτο περί χρημάτων τα οποία η ανωτέρω έφερε από την Αλβανία ουδόλως επρόκειτο περί χρημάτων τα οποία η τρίτη των εγκαλουμένων δάνεισε στην ανωτέρω εταιρεία, ο εγκαλών, δε, προέβη σε παροχή χρημάτων προς την εταιρεία.
Ο κατηγορούμενος, δε, τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των εξ αυτού ενόρκως ισχυρισθέντων, ισχυρισμοί οι οποίοι είχαν άμεση, ουσιαστική και διαδικαστική, σχέση με τα διερευνώμενα στα πλαίσια της ανωτέρω αστικής φύσεως δικογραφίας πραγματικά περιστατικά". [4] Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης (τότε ψευδορκίας μάρτυρος), αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το δικαστήριο ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18αγ, 26, 27, 51, 53, 79, 84 παρ. 2α και 224 παρ. 1 του νΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, αφού δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι αυτός στην Αθήνα, στις 15-02-2018, τέλεσε το αδίκημα της ψευδούς κατάθεσης, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι :
α) ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως, ενώπιον αρμόδιας αρχής, Ειρηνοδίκη και Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσής του, στο πλαίσιο υποστήριξης της ουσιαστικής βασιμότητας της από 23.10.2017 και με αριθ. έκθ. κατ. .../2017 αγωγής που άσκησε η (ον.) K. - E. (επ.) S. , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά του Γ.
Κ. , τέως συζύγου της, ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία, με την οποία, για τους αναφερόμενους παραπάνω λόγους, ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 54.098,98 ευρώ, νομιμοτόκως, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε και είναι αναληθή αναφέρονται σε στοιχεία του εγκλήματος και αποτελεί αποδεικτέο θέμα της αστικής δίκης [κατά τις παραδοχές ο κατηγορούμενος κατέθεσε ψευδώς ότι "..το καλοκαίρι του 2013 μπήκαν σε κοινό τους λογαριασμό, του Γ.
και της Ε. , στην Τράπεζα Πειραιώς 83.000 Ευρώ που η Ε. είχε δώσει στο ΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ (εταιρεία "ΙΚΤΕΟ ΗΠΕΙΡΟΥ Α.Ε.")... Αυτό που ισχυρίζεται ο Γ. είναι ψευδές και για αυτό κλήθηκα από την Ε. να καταθέσω. Τα χρήματα αυτά είναι χρήματα που η Ε. είχε δώσει στην εταιρεία όταν χρειαζόταν και τα οποία έφερε εκείνη από την Αλβανία που τα είχε με την μαμά της, όπως μας έλεγε ...
τα χρήματα που ο Γ. φαινόταν ότι δάνεισε στην εταιρεία ήταν της Ε.
Άλλωστε ο Γ. πάντα παραπονιόταν ότι δεν έχει χρήματα και μας έλεγε πάντα όταν θέλαμε χρήματα για την εταιρεία "Εγώ δεν έχω λεφτά Τ. Ποτέ δεν είχε προσφερθεί να δώσει χρήματα για την εταιρεία"], ενώ το αληθές είναι ότι το προαναφερθέν ποσό των 83.000,00 ευρώ καθώς και τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον ως άνω κοινό λογαριασμό ανήκαν στον εγκαλούντα, γ) ότι υφίσταται άμεσος δόλος του κατηγορουμένου - ήδη αναιρεσείοντος που συνίσταται στη γνώση από τον κατηγορούμενο ότι τα χρήματα τα οποία χρηματοδότησαν τον ένδικο στην αγωγή κοινό λογαριασμό προέρχονταν από την επιχειρηματική δραστηριότητα του υποστηρίζοντος την κατηγορία και ανήκαν μόνο στον τελευταίο, αφού, κατά τις παραδοχές του όλου περιεχομένου του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος είχε προσωπική γνώση των ανωτέρω αληθών γεγονότων, λόγω της, από το έτος 2002, εταιρικής συνεργασίας με τον υποστηρίζοντα την κατηγορία [στις εταιρίες ΙΚΤΕΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Α.Ε.
και ΙΚΤΕΟ ΑΡΤΑΣ Α.Ε.], ενώ και στην αντιδικία του κατηγορουμένου με τον υποστηρίζοντα την κατηγορία,, για τις αναφερόμενες παραπάνω εταιρικές διαφορές, στις σχετικές δίκες το έτος 2015 και 2016, αν και είχε επέλθει, από το έτος 2014, οριστική διάσπαση της συζυγικής σχέσης του υποστηρίζοντος την κατηγορία με την Ε.
S. , δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό του υποστηρίζοντος την κατηγορία ότι δάνεισε, σταδιακά, την εταιρία ΙΚΤΕΟ ΑΕ με το ποσό των 83.000,00 ευρώ, με επίκληση ότι τα χρήματα αυτά δάνεισε η Ε. S. Η χρήση της περικοπής στο διατακτικό "...Τα χρήματα αυτά είναι χρήματα που η Ε. είχε δώσει στην εταιρεία όταν χρειαζόταν και τα οποία έφερε εκείνη από την Αλβανία που τα είχε με την μαμά της όπως μας έλεγε ...." έγινε για να καταδείξει ο κατηγορούμενος την πηγή προέλευσης των χρημάτων της Ε.
και όχι ότι η Ε. S. του είπε ότι τα χρήματα τα έβαλε αυτή (Ε. S.). Αναφορικά με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος από τα οποία το εν λόγω δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να εκτίθεται τί προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας καθενός, ενώ από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθώς και αυτά που αναφέρονται στα, αναγνωσθέντα στη δευτεροβάθμια δίκη, πρακτικά της πρωτοβάθμιας της δίκης, και όχι μόνο ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα κατ' επιλογή.
Το δικαστήριο ουσίας με σαφή και χωρίς κενά και αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την παραπάνω άδικη πράξη και απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους αρνητικούς ισχυρισμούς, τις παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, αφού παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ανωτέρω άδικη πράξη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την, περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, και, ειδικότερα, ως προς την περί ύπαρξης άμεσου δόλου στον κατηγορούμενο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αβάσιμος.
Λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, διάσπαρτες στον παραπάνω λόγο αναίρεσης, από την ως άνω πλημμέλεια, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων, επιχειρημάτων και συλλογισμών του, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση τη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ ΚΠοινΔ πλημμέλειας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 851/2024).
ΙV. Kατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-09-2025 αίτηση του Δ. Β. του Ε. για αναίρεση της με αριθμ. 181/2025 απόφασης του Δ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ