Legislator Case Law & Legislation
1/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against will invalidity ruling, citing procedural inadmissibility and factual evaluation limits.

Case Number 1/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs against the Second Instance Court's rejection of their claim to annul a public will. The appellants argued that the lower court failed to properly weigh witness testimonies and contained contradictory reasoning in its decision. The court ruled that the appeal was inadmissible because the contested points concerned the factual evaluation of evidence and the substantive law, which are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 § 1, 561 § 2, 559 § 17, 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: Appeals against judgments are inadmissible when they challenge the factual evaluation of evidence or the application of substantive law, as these matters fall outside the scope of appellate jurisdiction.

Keywords

AI generated
appellate jurisdiction factual evaluation inadmissible appeal substantive law witness testimony contradictory reasoning will annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 § 1 item b', 556 § 1, 558 paragraph a', 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 17 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 item e' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Η. Χ. του Α., 2) Ε. συζ. Η. Χ., το γένος Μ., 3) Ε. Η. Χ., κατοίκων νήσου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Μακρυγιάννη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. χήρας Α. Χ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου νήσου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σμυρνή, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10.10.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 156/06.11.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την από 25.10.2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 44/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, το οποίο είχε απορρίψει την από 02.03.2017 αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες ήγειραν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου την από 02.03.2017 αγωγή τους την οποία έστρεψαν κατά της αναιρεσίβλητης και ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από ….2014 δημοσίας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 09.12.2015 Α.

Χ. του Η., για τον προβλεπόμενο στο άρθρο 1719 αριθμ. 3 του Α.Κ. λόγο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου εξεδίκασε την ως άνω αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, και, με την υπ' αριθμ. 44/2018 απόφασή του, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες ήσκησαν την από 25.10.2018 έφεσή τους που απηύθηναν στο Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, έστρεψαν κατά της αναιρεσίβλητης και ζήτησαν την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή αυτής, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την αναδίκαση αυτής και την παραδοχή αυτής.

Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου εκδίκασε την υπόθεση, κατά την τακτική διαδικασία, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε δε, με την υπ' αριθμ. 156/2019 απόφασή του, την έφεση κατά τύπους και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής ζητούν την αναίρεση οι αναιρεσείοντες με την από 10.10.2021 αίτησή τους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα:

O Α. Χ. του Η. και της Ε., κάτοικος εν ζωή Χώρας ..., μεταφορέας στο επάγγελμα, ήταν υιός του πρώτου και της δεύτερης των εκκαλούντων - εναγόντων, αδελφός της τρίτης εκκαλούσας - ενάγουσας και σύζυγος της εφεσιβλήτου -εναγομένης (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. …/…-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ..., ο οποίος απεβίωσε στις 9-12-2015 στην Αθήνα, σε ηλικία 45 ετών.

Σύμφωνα με ιατρική γνωμάτευση, που προσκομίστηκε στον Ληξίαρχο ..., για τη σύνταξη της υπ' αριθμ. …/…/2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., ο θάνατός του επήλθε, από καρδιοαναπνευστική ανακοπή - καρκίνος του εγκεφάλου. Ο ήδη αποβιώσας, Α. Χ., στις 12/8/2013, εισήχθη εκτάκτως και επειγόντως, μετά από παραπομπή από το Κ.Υ. ..., στην Κ.Κ.Α., λόγω δυσφασίας εκπομπής, αναφερόμενης "Ε" κρίσης και ημιπάρεση ΔΕ, όπου διαγνώσθηκε χωροκατακτητική εξεργασία αριστερής κροταφοβρεγματικής χώρας εγκεφάλου (κακοήθης όγκος αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου).

Υποβλήθηκε αυθημερόν σε χειρουργική επέμβαση υφολικής εξαίρεσης της βλάβης και η ιστολογική εξέταση έδειξε γλοιοβλάστωμα εγκεφάλου grade IV. Νοσηλεύτηκε στην ως άνω κλινική μέχρι στις 19/8/2013 και εξήλθε με οδηγίες και πλήρη βελτίωση και της κινητικότητας και της ομιλίας του. Ακολούθησε ακτινοθεραπεία από 23/9/13 έως και 6/11/13, την οποία (θεραπεία) ανέχτηκε άριστα και στη συνέχεια από 13/12/13 ετέθη σε αγωγή με Τεμοζολαμίδη επί πενθήμερο ανά 28 ημέρες για ένα έτος με παράλληλη συμμετοχή του στη μελέτη ACT IV (διπλά τυφλή), με χορήγηση ανά μήνα EGER VIII Vaccine (Rindopepimyt) ή Placebo και ολοκλήρωσε την αγωγή με Τεμοζολαμίδη στις 17/10/14 και παρέμεινε στη μελέτη ACT IV μέχρι 2/4/15, που παρουσίασε υποτροπή της νόσου.

Από 13/12/13 μέχρι και 4/12/14 ήταν υπό παρακολούθηση ανά τακτά διαστήματα (με κλινική εξέταση, αιματολογικές εξετάσεις και ΜRΙ εγκεφάλου). Παρουσίαζε πολύ καλή κλινική εικόνα, είχε άριστη επικοινωνία, συνέχιζε την εργασία του, χωρίς πρόβλημα και είχε απεικονιστική βελτίωση της υπολειπόμενης βλάβης στον εγκέφαλο.

Λόγω της ένταξής του στη μελέτη ACTIV, σε κάθε θεραπεία υποβάλλετο στον προβλεπόμενο (από την μελέτη) έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών, ο οποίος ήταν φυσιολογικός. Σε ΜRΙ εγκεφάλου στις 4/3/15 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά μικρή επιδείνωση της νόσου στην αρ. μετωπιαία χώρα, που στις 15/4/15 επεκτάθη περαιτέρω.

Μετά από σχετική συζήτηση το Νευροογκολογικό Συμβούλιο του νοσοκομείου "...", κατέληξε στο συμπέρασμα της πολυεστιακή υποτροπής της νόσου, συνεστήθη εκ νέου ακτινοθεραπεία εγκεφάλου και ο ασθενής εξήλθε από την μελέτη ΑCTIV. Υποβλήθηκε σε ακτινοθεραπεία εγκεφάλου από 23/4/15 - 29/5/15 και φαρμακευτική αγωγή από 21/4/15 - και 25/6/15.

Σε κλινική εξέταση, που του έγινε στο θεραπευτήριο "..." στις 12/5/15 παρουσίασε για πρώτη φορά ήπια μυϊκή αδυναμία δεξιού άνω άκρου, που με την πάροδο του χρόνου (εντός διμήνου) επιδεινώθηκε με επέκταση και στο κάτω άκρο σύστοιχα, εμφάνισε αστάθεια βάδισης και αφασικές διαταραχές. Στις 4/6/15 προστέθηκε στην αγωγή του και χημειοθεραπεία και ακολούθως εκ νέου χορήγηση Temozolomide, χωρίς ανταπόκριση.

Από 4/11/15 - 9/12/15 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο με προοδευτικά επιδεινούμενη κλινική εικόνα (ημιπάρεση δεξιά, δυσχερή επικοινωνία, αφασικές διαταραχές, λήθαργο και κώμα) μέχρι που κατέληξε στις 9/12/15. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από την από …/2016 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής της Κ.Κ.Α., Δ.

Π., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εκκαλούντες - ενάγοντες, στην οποία αναφέρεται ότι μετά την επέμβαση στην οποία υπεβλήθη στις 12/8/2013 για την αφαίρεση του όγκου, ο Α. Χ. νοσηλεύτηκε έως την 19/8/2013 και εξήλθε με οδηγίες και πλήρη βελτίωση και της κινητικότητας και της ομιλίας, καθώς και από τα από 6/11/2013 και από 10/6/2016 ιατρικά σημειώματα του θεραπευτηρίου "...", που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη - εναγόμενη, στα οποία αναφέρεται αναλυτικά η ως άνω πορεία της ασθένειας του Α.

Χ., οι ιατρικές πράξεις στις οποίες υπεβλήθη και η κατά τη διάρκεια της θεραπείας, εικόνα της κατάστασης της ...ς του. Στις 5/9/2013 ο Α. Χ. υπέβαλε αίτηση προς τον Δήμαρχο ..., προκειμένου να τελέσει πολιτικό γάμο με την εφεσίβλητη - εναγομένη, με την οποία διατηρούσαν μακρόχρονη σχέση ήδη από το 2001 και από τον 2006 είχαν αρραβωνιαστεί και στις 13/9/2013 τέλεσαν τον πολιτικό τους γάμο, όπως προκύπτει από την 13/9/2013 πράξη τέλεσης πολιτικού γάμου του Δημάρχου ....

Ο παραπάνω αποβιώσας Α. Χ. ένα έτος πριν από το θάνατό του και συγκεκριμένα στις 4/12/2014 είχε συντάξει ενώπιον της συμβολαιογράφου …, Φ. Π., την με αριθμό 6476/4-12-2014 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 122/11-1-2016 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης εγκατέστησε την εφεσίβλητη - εναγομένη - σύζυγό του, μοναδική κληρονόμο του, καταλείποντας σ' αυτήν κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του, που θα βρισκόταν κατά το θάνατό του (βλ.

το προσκομιζόμενο αντίγραφο του ως άνω πρακτικού δημοσιεύσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών μετά της καταχωρηθείσας σε αυτό προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης, καθώς και το υπ' αριθ. 7075/4-3-2016 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 6476/4-12-2014 δημόσιας διαθήκης του ο ήδη αποβιώσας, ηλικίας 44 ετών κατά το χρόνο σύνταξής της, μετέβη για την σύνταξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης του, στο γραφείο της συμβολαιογράφου, Φ.

Π., που βρίσκεται στην …. Ο παραπάνω διαθέτης Α. Χ., το χρονικό διάστημα από την έξοδό του στις 19/8/2013 από την Κ.Κ.Α., όπου χειρουργήθηκε στο κεφάλι και νοσηλεύτηκε μέχρι τουλάχιστον στις 12/5/2015, όπου για πρώτη φορά, όπως προαναφέρθηκε, παρουσίασε ήπια μυϊκή αδυναμία δεξιού άνω άκρου, που εντός διμήνου επιδεινώθηκε με επέκταση και στο κάτω άκρο σύστοιχα και εμφάνισε αστάθεια βάδισης και αφασικές διαταραχές, στο οποίο (χρονικό αυτό διάστημα) περιλαμβάνεται και ο χρόνος σύνταξης της επίμαχης δημόσιας διαθήκης (4/12/2014), παρουσίαζε φυσιολογική εικόνα των νοητικών, πνευματικών και κινητικών του λειτουργιών, με πλήρη δυνατότητα αντίληψης και επικοινωνίας, όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα ιατρικά έγγραφα και κυρίως από το από …/…/2016 ιατρικό σημείωμα της θεράποντος ιατρού, Ρ.

Ε. του θεραπευτηρίου "...", όπου ρητά αναφέρεται επί λέξει "Παρουσίαζε πολύ καλή κλινική εικόνα, είχε άριστη επικοινωνία, συνέχιζε την εργασία του, χωρίς πρόβλημα και είχε απεικονιστική βελτίωση της υπολειπόμενης βλάβης στον εγκέφαλο. Λόγω της ένταξης του στη μελέτη ACTIV σε κάθε θεραπεία υποβάλλετο στον προβλεπόμενο (από την μελέτη) έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών, ο οποίος ήταν φυσιολογικός".

Το ίδιο κατέθεσε και η μάρτυρας, Μ. Δ., λογίστρια της επιχείρησης του θανόντος, στην με αριθμό …/…-…-2017 ένορκη βεβαίωσή της, η οποία κατέθεσε ότι τον γνώριζε τουλάχιστον από 15ετίας και ότι από τον Σεπτέμβριο του 2013 έως και τον Ιούνιο του 2015 είχε συνεχή επικοινωνία μαζί του για τα θέματα της επιχείρησής του, ότι αυτός είχε πλήρη επικοινωνία μαζί της και συνείδηση των συναλλαγών τους και επισκεπτόταν και ο ίδιος το γραφείο της επιχείρησης.

Άλλωστε, λόγω της καλής του νοητικής και κινητικής του κατάστασης και εργαζόμενος κανονικά, στις 19/1/2015 ο ίδιος προέβη στην αγορά του συστήματος θέρμανσης με αντλία θερμότητας, συνολικού ποσού 7.325 € από την ομόρρυθμη εταιρία "Σ. Μ. & Σ. Ο..Ε. - Α. Κ. - Ο..Ε..", προκαταβάλλοντας το ποσό των 3.005 € και για την αποπληρωμή του υπολοίπου τιμήματος, εξέδωσε ο ίδιος εννέα ισόποσες μηνιαίες συναλλαγματικές των 480€ εκάστη, λήξεως στις 30/3/2015, 30/4/2015, 30/5/2015, 30/6/2015, 30/7/2015, 30/8/2015, 30/9/2015, 30/10/2015 και 30/11/2015 (βλ.

την από …/…/2015 επιβεβαίωση παραγγελίας, τις ταυτόχρονες ως άνω εννέα συναλλαγματικές και την από …/2015 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου) . Επίσης η δεύτερη εκκαλούσα - δεύτερη ενάγουσα, μητέρα του Α. Χ., παρισταμένη δια της εφεσιβλήτου - εναγομένης, νύφης της, δυνάμει του με αριθμό /…-…-2014 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου …, Φ.

Π., μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον υιό της Α. Χ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δύο ακίνητά της, δυνάμει του με αριθμό …/…-…-2014 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου …, Φ. Π., υπογράφοντας ο Α. Χ. κανονικά το εν λόγω συμβόλαιο και έχοντας πλήρη γνώση του περιεχόμενου του εν λόγω συμβολαίου.

Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγόντων περί έλλειψης, κατά τον χρόνο σύνταξης της επίδικης δημόσιας διαθήκης, της συνείδησης των πραττομένων και της κινητικότητας του χεριού του, εξαιτίας των οποίων δεν μπορούσε να αντιληφθεί το νόημα της πράξης του και να συγκρατήσει στυλό και να υπογράψει την διαθήκη είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά τόσο της Κ.

Κ. Α., όσο και του θεραπευτηρίου "...", ο Α. Χ. εισήλθε μεν στην Κ.Κ.Α. στις 12/8/2013, λόγω δυσφασίας εκπομπής, αναφερομένης Ε" κρίσης και ημιπάρεση ΔΕ, αλλά μετά την χειρουργική επέμβαση, εξήλθε στις 19/8/2013 με πλήρη βελτίωση και της κινητικότητας και της ομιλίας του και μέχρι τις 12/5/2015 η νοητική και κινητική του κατάσταση ήταν φυσιολογική, ελεγχόμενη άλλωστε η νοητική του κατάσταση, λόγω της ένταξής του στη μελέτη ACTIV, σε κάθε θεραπεία στον προβλεπόμενο (από τη μελέτη) έλεγχο των νοητικών του λειτουργιών, που ήταν φυσιολογικός, είχε άριστη επικοινωνία και συνέχιζε την εργασία του χωρίς πρόβλημα μέχρι στις 12/5/2015, όπου τότε παρουσίασε για πρώτη φορά μία ήπια μυϊκή αδυναμία δεξιού άνω άκρου, η οποία εντός διμήνου επιδεινώθηκε και στο κάτω άκρο σύστοιχα, εμφάνισε τότε αστάθεια βάδισης και αφασικές διαταραχές.

Τα ανωτέρω επιρρωνύονται, πέραν των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, και από το περιεχόμενο της υπ'αριθ. …/…-…-2017 ένορκης βεβαίωσης του Α. Ξ. του Α., παιδικού φίλου και συμμαθητή, όπως δήλωσε, του θανόντος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι ήταν πολύ κοντά με τον θανόντα μέχρι και τον Νοέμβριο του 2015, οπότε μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ότι μετά την επέμβασή του τον Αύγουστο του 2013 είχε πλήρη επικοινωνία και συνείδηση, καλή φυσική κατάσταση, χωρίς πρόβλημα στην κίνηση και την ομιλία, ότι συνέχιζε να ασχολείται με την επιχείρησή του και βοηθούσε εθελοντικά τον Δήμο ....

Άλλωστε, ο ιατρός, που χειρούργησε τον Α. Χ., Δ. Π., αναφέρει στην υπ' αριθμ. …/…-…-2017 ένορκη κατάθεσή του ότι "μετεγχειρητικά ο ασθενής παρουσίασε ραγδαία βελτίωση, τέτοια ώστε όταν μετέβη στην βάση του την νήσο …, να μην έχει νευρολογικό έλλειμμα, ούτε στην κίνηση, ούτε στην ομιλία μέχρι 12/5/2015. Είχε πλήρη συνείδηση των πραττομένων.".

Η κατάθεσή του αυτή επιβεβαιώνεται και από το προαναφερόμενο με ημερομηνία 10/6/2016 ιατρικό σημείωμα του θεραπευτηρίου "...", στο οποίο αναφέρεται μεν ότι την 4/3/2015 παρατηρήθηκε μικρή επιδείνωση της νόσου στην αριστερή μετωπιαία χώρα, που επεκτάθηκε την 15/4/2015, όμως παρακάτω στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι την 12/5/2015 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μυϊκή αδυναμία του δεξιού άνω άκρου, σε αντίθεση με όσα αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες - ενάγοντες περί αντιφάσεων μεταξύ της κατάθεσης του άνω ιατρού και του περιεχομένου του συγκεκριμένου εγγράφου.

Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από τα όσα καταθέτουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους οι αδελφές της δεύτερης εκκαλούσας - δεύτερης ενάγουσας, Ν. Σ. και Α. Π., ούτε από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, Ι. Γ.. Ειδικότερα, από όσα ο τελευταίος καταθέτει, μόνο τα αφορώντα την δυνατότητα κίνησης του διαθέτη φέρεται να προέρχονται εξ ιδίας αντιλήψεως, ενώ τα όσα αυτός αναφέρει περί των νοητικών λειτουργιών του θανόντος, προέρχονται, όπως ο ίδιος δηλώνει, από τα λεγάμενα των συγγενών του και συνοδεύονται από γενικόλογες φράσεις και προσωπικές κρίσεις, όπως "κανείς δεν θα το έκανε αυτό...", "προφανώς αυτό, δηλαδή το ότι δεν άφησε τίποτα στον πατέρα του τη μάνα του, την αδελφή του και τον ανεψιό του, με κάνει να πιστέψω πως ο Α., όταν γινόταν η διαθήκη με την οποία άφηνε τα πάντα στη γυναίκα του, δεν ήξερε καν τι έκανε..", "αυτό προφανώς, οφειλόταν στη σοβαρή αρρώστια..", "δηλαδή καρκίνο στο κεφάλι, όπως έμαθα..".

Εξάλλου, αμφότερες οι αδελφές της δεύτερης εκκαλούσας - δεύτερης ενάγουσας, στις υπ' αριθμ. … και …/...-…-2017 ένορκες βεβαιώσεις τους προβαίνουν σε προσωπικές κρίσεις και συμπεράσματα, αναφερόμενες κυρίως στην καλή σχέση, που είχε ο θανών με την οικογένειά του και στο είδος και την πορεία της ασθένειάς του, χωρίς όμως από τις καταθέσεις τους να προκύπτει κάποια επιρροή της ασθένειάς του στην δυνατότητα της αντίληψης και των πνευματικών λειτουργιών του.

Ειδικότερα, η Ν. Σ., στην ένορκη βεβαίωσή της, κάνει αναφορά στην διάγνωση και την πορεία της ασθένειας του Α. Χ. και της κατάστασης της υγείας του και καταθέτει ότι ο πατέρας του τον βοήθησε οικονομικά, καθώς και ότι αυτός δεν μπορούσε να κινήσει το δεξιό χέρι και πόδι του, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες - ενάγοντες έλλειψης συνειδήσεως των πραττομένων από τον άνω διαθέτη, αλλά περιορίζεται σε δικές της πεποιθήσεις, και συγκεκριμένα αναφέρει, μεταξύ άλλων, "γνωρίζοντας την κατάσταση της υγείας του Α., μετά την εγχείριση και λίγο πριν από τη χρονολογία σύνταξης της διαθήκη, δηλαδή πριν από το Δεκέμβριο του 2014, θέλω να πιστεύω ακράδαντα πως ο Α.

δεν έκανε τίποτα με τη δική του θέληση. Πιστεύω πως η κατάσταση της υγείας του δεν τον επέτρεπε να έχει καθαρό μυαλό για να σκεφθεί που και σε ποιον θα αφήσει την περιουσία του, αλλά ούτε και να μπορεί να υπογράψει με το χέρι του, που ουσιαστικά ήταν παράλυτο και κρεμασμένο.", κατάθεση όμως η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ως άνω ιατρικά πιστοποιητικά των θεραπόντων ιατρών του διαθέτη.

Περαιτέρω, η έτερη αδελφή της δεύτερης εκκαλούσας - δεύτερης ενάγουσας, Α. Π. στην ένορκη βεβαίωσή της, αναφέρει μεταξύ άλλων, "μου προξένησε και μου προξενεί ακόμα, κατάπληξη, αλλά και πολλά ερωτηματικά, που ο Α. κάνοντας τη διαθήκη του, δεν άφησε σε κανέναν από την οικογένειά του τίποτα", "δεν νομίζω, με τέτοια αγάπη και δεσμό, να το έκανε άλλος αυτό το πράγμα..", "τα ερωτηματικά που μου γεννιόνται από αυτή την παράλειψη, δηλαδή να μην αφήσει έστω κάτι από την περιουσία του ο Α.

στους δικούς του, σαν συμβολική ένδειξη της μεγάλης αγάπης, που τους συνέδεε και έστω μιας ευγνωμοσύνης προς τον πατέρα του, που τον έφτιαξε περιουσιακά, τα ερμηνεύω και δίνω μόνη μου απάντηση, πως ο Α., προφανώς, όταν έκανε τη διαθήκη με την οποία άφηνε τα πάντα στη γυναίκα του, δεν ήξερε καν τι του γινόταν.

Και αυτό προφανώς οφειλόταν στη σοβαρή αρρώστια που του εμφανίστηκε, δηλαδή καρκίνος - όγκος στο κεφάλι ...", "Με τέτοιο μυαλό ήταν αδύνατον να αποφασίσει μόνος του σε ποιόν θα αφήσει την τεράστια περιουσία του. Πρέπει να ήταν έρμαιο αποφάσεων άλλων ... " κατάθεση που εκφέρει καθαρά υποκειμενική κρίση. Η ίδια μάρτυρας, Α.

Π., αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή της, ότι σε τηλέφωνο που είχε ο θανών με τη μητέρα του μετά τον Δεκέμβριο του 2014, ήτοι μετά τη σύνταξη της διαθήκης, της ζήτησε συγνώμη και σε ερώτησή της, γιατί ζητούσε συγνώμη, "συγκινημένος πάλι κατάφερε με χίλια ζόρια να πει στη μάνα του, να μάνα για ό, τι με ανάγκασαν να κάνω ... ." και πως τότε δεν είχαν καταλάβει γιατί ζητούσε συγνώμη, το αντιλήφθηκαν δε όταν ανοίχθηκε η διαθήκη.

Το γεγονός αυτό και μόνο, ότι δηλαδή ο διαθέτης ζήτησε συγνώμη για την σύνταξη της άνω διαθήκης, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε, αληθές υποτιθέμενο, είναι αρκετό προς απόδειξη της πνευματικής διαύγειας και της συνείδησης των πραττομένων του θανόντος, καθώς η ανάγκη απολογίας για τη σύνταξή της θα σήμαινε ότι αυτός είχε πλήρη αντίληψη του περιεχομένου της ως άνω διαθήκης και παρόλα αυτά δεν επέλεξε να μεταβάλει την απόφασή του.

Εξάλλου, όπως η ίδια μάρτυρας δήλωσε στην άνω ένορκη βεβαίωσή της, τον Αύγουστο του 2014 είδε τον Α. Χ. στο λιμάνι της … να σύρει ("τσουλώντας") ένα βαλιτσάκι με το αριστερό του χέρι και το δεξί χέρι κρεμασμένο μπροστά στο στήθος και να "σέρνει" το δεξί του πόδι, σε ερώτησή της δε τι κάνει, της απάντησε με δυσκολία "καλά καλά θεία", ενώ σε επόμενη ερώτησή της αν πηγαίνει στην … στο γιατρό, αυτός της απάντησε καταφατικά με νεύμα.

Από τις δηλώσεις αυτές της μάρτυρας Α. Π., προκύπτει αφενός ότι ο Α. Χ. ήταν σε θέση να κυκλοφορεί και να περπατά μόνος του, και μάλιστα είχε τη δύναμη να φέρει και βαλιτσάκι, έστω και με το αριστερό του χέρι, ενώ είχε πλήρη αντίληψη του τι τον ρωτούσε η θεία του, την οποία αναγνώρισε χωρίς δυσκολία και απαντούσε κανονικά στις ερωτήσεις, που αυτή του έκανε.

Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η πάθηση του διαθέτη Α. Χ., πρακτικώς ουδεμία διαταραχή της νοήσεως και της βουλήσεώς επέφερε, αντίθετα, αυτός εξήλθε του νοσοκομείου μετά την επέμβασή του με πλήρη βελτίωση και φυσιολογική εικόνα των πνευματικών και κινητικών του λειτουργιών, κατά δε τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης της ένδικης διαθήκης (4/12/2014), παρά την κατάσταση της υγείας του, είχε την ικανότητα να διαγνώσει με πνευματική διαύγεια την ουσία και το περιεχόμενο των πράξεων του και ήταν σε θέση να ορίζει τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς.

Σημειώνεται δε ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων πως ο Α. Χ., κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν ήταν σε θέση να θέτει αυτοδυνάμως την υπογραφή του, διότι είχε αδυναμία κίνησης του δεξιού χεριού και γενικά της δεξιάς πλευράς, δεν δύναται να εκληφθεί ως ισχυρισμός πλαστότητας ή άρνησης της γνησιότητας της ένδικης διαθήκης, αφενός διότι ουδεμία ρητή αναφορά περί τούτου έγινε από πλευράς των εναγόντων, ενώ οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν ότι η υπογραφή τέθηκε από τον ίδιο τον διαθέτη, αλλά ισχυρίζονται ότι αυτή τέθηκε "υποκινούμενη" και υποβασταζόμενη (βλ.

και στο τέλος της πρώτης παραγράφου της τρίτης σελίδας της προσθήκης των προτάσεών τους). Ο ως άνω ισχυρισμός, σε κάθε περίπτωση κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, από το ιατρικό έγγραφο του κέντρου "..." με ημερομηνία 10/6/2016 προκύπτει ότι ο Α. Χ. παρουσίασε για πρώτη φορά ήπια μυϊκή αδυναμία δεξιού άνω άκρου την 12/5/2015, που επιδεινώθηκε το επόμενο δίμηνο και επεκτάθηκε και στο δεξιό κάτω άκρο.

Εξάλλου, και από μια απλή επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της ένδικης διαθήκης, η υπογραφή του Α. Χ., που έχει τεθεί στην άνω διαθήκη, δεν αντιστοιχεί σε υπογραφή κατά την οποία ο υπογράφων υποβασταζόταν ή του οποίου το χέρι καθοδηγούνταν από τρίτο πρόσωπο, καθώς αυτή είναι συνεχής και αβίαστη, ομοιάζει δε με την υπογραφή του, που φέρουν και τα προαναφερόμενα έγγραφα (βλ.

και το από …/…/2014 έγγραφο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των συναλλαγματικών και της από …/…/2015 υπεύθυνης δήλωσης, που προσκομίζει η εφεσίβλητη - εναγόμενη). Σε κάθε περίπτωση δε, η ένδικη διαθήκη το κύρος της οποίας προσβάλλεται με την κρινόμενη αγωγή, είναι δημόσια, για την οποία προβλέπεται ότι σε περίπτωση, που ο διαθέτης δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπογράψει, η υπογραφή του αναπληρώνεται, κατ' άρθρο 1733 εδ.

δ' ΑΚ, από τη βεβαίωση της δήλωσης αυτής στην πράξη, ήτοι ακόμη και αν ο διαθέτης δεν ήταν σε θέση να υπογράψει, θα μπορούσε να το δηλώσει στη συμβολαιογράφο και αυτή να κάνει σχετική μνεία στην πράξη, χωρίς αυτό ουδόλως να επηρεάζει το κύρος της διαθήκης, κάτι όμως, που ούτως ή άλλως δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση .

Εξάλλου, πέραν του γεγονότος ότι στην ως άνω διαθήκη η συμβολαιογράφος Φ. Π. βεβαίωσε, μετά από συνομιλία, που είχε με τον διαθέτη, πως αυτός δεν υπάγεται σε κάποια περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1719 ΑΚ και πως ο διαθέτης της δήλωσε πως δεν στερείται καμία από τις αισθήσεις του, ούτε υπήρξε περίπτωση μη δυνατότητας υπογραφής του, ο Α.

Χ., την 31/3/2014, ήτοι επτά μήνες μετά την επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί την 12/8/2013, είχε συμβληθεί αυτοπροσώπως, όπως προαναφέρθηκε, σε πράξη γονικής παροχής ακινήτων - αγροτεμαχίων από την μητέρα του προς αυτόν, η οποία έγινε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, στην οποία συντάχθηκε η ένδικη διαθήκη.

Στην τελευταία πράξη γονικής παροχής η εφεσίβλητη - εναγόμενη, σύζυγος του Α. Χ. παραστάθηκε ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος της μητέρας του και δεύτερης εκκαλούσας - δεύτερης ενάγουσας, δυνάμει του υπ' αριθ. …/…-…-2014 πληρεξουσίου της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο η δεύτερη εκκαλούσα - δεύτερη ενάγουσα διόρισε την εφεσίβλητη - εναγόμενη πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, ως προς τη σύσταση της εν λόγω γονικής παροχής των δύο αγροτεμαχίων, αναφορικά με την οποία συντάχθηκε στη συνέχεια το υπ' αριθ.

…/…-…-2014 συμβόλαιο (βλ. τα προσκομιζόμενα αντίγραφα της τελευταίας πράξης γονικής παροχής και του προαναφερθέντος πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Π.). Στην ως άνω πράξη γονικής παροχής, στην οποία συμβλήθηκε η μητέρα του θανόντος, εκπροσωπούμενη από τη σύζυγό του, δεν τέθηκε κανένα ζήτημα ελλείψεως συνειδήσεως από τον Α.

Χ., ούτε μη δυνατότητας υπογραφής του, καθώς, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του άνω συμβολαίου, ετέθησαν σε αυτό οι υπογραφές της εφεσιβλήτου - εναγόμενης και του ήδη θανόντος Α. Χ., τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο τέλος της πράξης. Εξάλλου, από την ως άνω πράξη, σε συνδυασμό με το προαναφερθέν πληρεξούσιο προκύπτει ότι μεταξύ της μητέρας (δεύτερης εκκαλούσας) και της συζύγου (εφεσιβλήτου) του Α.

Χ., υπήρχε σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με όσα οι εκκαλούντες - ενάγοντες ισχυρίζονται περί αδιαφορίας της εφεσιβλήτου - εναγομένης για τον σύζυγό της και περί αποκλεισμού από αυτήν της επικοινωνίας του με την οικογένειά του, καθώς, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η δεύτερη εκκαλούσα- δεύτερη ενάγουσα και μητέρα του δεν θα παρείχε πληρεξουσιότητα στη εφεσίβλητο - εναγομένη, προκειμένου αυτή να την αντιπροσωπεύσει στην ως άνω πράξη μεταβίβασης- γονικής παροχής προς τον υιό της.

Συνεπώς, σύμφωνα με παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο συντάξεως της ένδικης διαθήκης (4/12/2014, είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών του και ειδικότερα γνώριζε ότι υπέγραφε τη διαθήκη του και μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης, που συνέτασσε, να αντιληφθεί τη σημασία των ιδιαίτερων διατάξεών της και των συνεπειών, που απέρρεαν από αυτή και επίσης ήταν ικανός πλήρους επικοινωνίας και έκφρασης της βούλησής του, και είχε τη δυνατότητα να θέσει την υπογραφή του στην διαθήκη, όπως και την έθεσε και, επομένως, ήταν ικανός προς σύνταξη διαθήκης, η οποία και είναι έγκυρη. ... Ενόψει όλων των προεκτεθέντων έπρεπε η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά και τις ίδιες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται, όπου απαιτείται, από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεν έσφαλε και ορθά εφαρμόζοντας το νόμο προέβη στη συνέχεια σε ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όλοι οι υπόλοιποι αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ... .".

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου. Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν, από την πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 1933/2022, Α.Π. 284/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1078/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως.

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Α.Π. 678/2022, Α.Π. 854/2019, Α.Π. 537/2016, Α.Π. 309/2014, Α.Π. 87/2013).

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (Α.Π. 182/2021), 2.

οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 1373/2019), 3.

ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4.

εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 284/2021).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., από το περιεχομένο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 948/2021, Α.Π. 602/2020, Α.Π. 238/2020).

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ. ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η αιτίαση κατά το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου ότι δεν διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και δεν διατάχθηκε η προσκομιδή εγγράφων αναφερομένων σε ιατρικές πράξεις κατεχομένων από τρίτο, πλην των διαδίκων, πρόσωπο δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, διότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη προς τούτο, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες, γεγονός που δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ούτε προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ενώ περαιτέρω από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, στηριζόμενο στα επικληθέντα, προσκομισθέντα και μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου ληφθείσες έπειτα από νόμιμη κλήτευση των διαδίκων και έγγραφα χρησιμοποιηθέντα είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια).

Το αυτό ισχύει και για το αίτημα ων αναιρεσειόντων περί της ανάγκης επιδείξεως εγγράφων αφορωσών ιατρικές πράξεις και κατεχόμενα από τρίτο, μη διάδικο, νομικό πρόσωπο εφόσον η έκδοση σχετικής διατάξεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωτική.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός ως προς το προαναφερόμενο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου τούτου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν προσέδωσε στις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και ότι η εκτίμηση τούτων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, το οποίο δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο.

Κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561§1 του Κ.ΠολΔ). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, ενόψει των παρατιθεμένων παραδοχών της, περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο σκεπτικό της.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής και όχι στο διατακτικό, και, συνεπώς, δεν συγκροτούν τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, τούτο, διότι διέλαβε στο σκεπτικό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αποβαίνει, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, η οποία παραβιάσθηκε εκ πλαγίου με τις, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2021 αίτηση των Η. Χ. του Α.., Ε. συζ. Η. Χ. και Ε. Χ. του Η. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 156/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ