Legislator Case Law & Legislation
1/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against inheritance partition ruling for invalidly subdivided estate parts.

Case Number 1/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Larissa's decision regarding an inheritance partition. The appellant argued that the lower court erred by permitting the subdivision of an estate parcel into parts that failed to meet minimum area and dimension requirements under inheritance law. The Court agreed, ruling that such subdivision is prohibited even with a will if the resulting parts are legally non-compliant, and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 2A of Law 431/1968; Inheritance law prohibits the subdivision of an estate parcel by will if the resulting parts do not satisfy the minimum area and dimension requirements established by urban planning regulations.

Keywords

AI generated
inheritance partition estate subdivision minimum area requirements urban planning regulations will validity Supreme Court appeal remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 2A of Law 431/1968
690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 § 1 α.ν.
Article 2A para. b' of Law 431/1968
Article 286 para. a' of the Code of Civil Procedure
Article 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1137/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων - καλούντων: 1) … 3) …., … , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αθανασόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των καθ' ων η αίτηση - καθ' ων η κλήση: 1) … , 2)…. , …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2011 αγωγή των ήδη καθ' ων η αίτηση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2014 του ως άνω δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, 426/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και 475/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αποβιώσας Ν. Κ. και οι υπό στοιχείο 1 και 2 ήδη αναιρεσείοντες με την από 23-10-2019 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 75/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία θεωρήθηκε η δίκη ως βιαίως διακοπείσα για τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Α. και διατάχθηκε ο χωρισμός ως προς αυτόν. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-7-2021 κλήση των αιτούντων-καλούντων, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αιτούντες - καλούντες παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αιτούντων-καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον, που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 290 Κ.Πολ.Δικ., η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων, τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την συζήτηση στις 21-10-2020 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της από 23-10-2019 αίτησης για αναίρεση της 475/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας των αναιρεσειόντων Ν. Κ., Α. Κ. και Ζ. Κ., εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αθηνών Ηλίας Αθανασόπουλος, ο οποίος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι ο πρώτος αναιρεσείων, του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, όπως τούτο προέκυπτε από το υπ' αριθμ.

… πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Νάνου, απεβίωσε στις … και κατέθεσε το υπ' αριθμ. … απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου … του Δήμου …. Ενόψει τούτου και του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονταν μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 ΚΠολΔ), επειδή η υπόθεση αφορούσε σε διεκδικητική αγωγή κυριότητας ακινήτων, που άσκησαν οι αναιρεσίβλητες κατά των αναιρεσειόντων, η υπόθεση δυνάμει της υπ'αριθμ. 75/2021 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., χωρίσθηκε ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν.

Κ. του Α., για τον οποίο με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου του επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 Κ.Πολ.Δ.) και προχώρησε η συζήτηση ως προς τους παριστάμενους λοιπούς διαδίκους. Όπως αποδεικνύεται δε από το αντίγραφο του προαναφερομένου αποσπάσματος της ληξιαρχικής πράξης θανάτου ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. απεβίωσε στις … και σύμφωνα με το …-πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του … του Νομού …, το … πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και … περί μη αποποιήσεως διαθήκης του Γραμματέως του Ειρηνοδικείου … αντίστοιχα, ο αποβιώσας Ν. Κ. κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους Α. Κ., Ζ. Κ. και Γ. Κ., χήρα Ν.

Κ.. Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητα τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, με την από 15-7-2021 κλήση- αίτησή τους, δήλωσαν την εκούσια επανάληψη της κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσας δίκης, (ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων Ν. Κ.) η οποία νομίμως επαναλαμβάνεται από αυτούς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (Α.Π 1255/2020, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019).

Από τις … εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών που προσκομίζουν και επικαλούνται οι επισπεύδοντες - καλούντες, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της κλήσεως προς επανάληψη της συζητήσεως αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στις αναιρεσίβλητες, πλην όμως αυτές δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτές παρούσες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

Κ.Πολ.Δικ..

Με την κρινόμενη από 23-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 475/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την έφεση των εναγομένων, κατά της 426/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική κυριότητας ακινήτων αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ.], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1881 ΑΚ, ο νομέας της κληρονομίας ευθύνεται κατά τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου, και αν ακόμη ο κληρονόμος εγείρει εναντίον του τις αρμόζουσες ειδικές αγωγές για τα αντικείμενα της κληρονομίας. Για την εφαρμογή της διατάξεως, αυτής ο αποκρούων την ειδική αγωγή εναγόμενος, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι νέμεται ως κληρονόμος (Α.Π 75/2021, ΑΠ 1810/1988).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι "παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1881 και 249 ΑΚ, διότι απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί παραγραφής του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, οι οποίες άσκησαν την αγωγή μετά την πάροδο 25 ετών από τον θάνατο της κληρονομουμένης, κρίνοντας ότι πρόκειται περί διεκδικητικής αγωγής και όχι περί κλήρου αγωγής, ενώ η πιο πάνω αγωγή ήταν ειδική αγωγή εκ κληρονομικού δικαιώματος".

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-12-2011 αγωγής, κατά την βάση της, η οποία έγινε δεκτή, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εξιστορούσαν με αυτήν, ότι κατέστησαν κυρίες των αναφερομένων σ' αυτή τριών ακινήτων, που βρίσκονται στον … με βάση την υπ' αριθμ. … δημόσια διαθήκη της μητέρας τους, Ε.

Κ., που απεβίωσε στις … και δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν δυνάμει της υπ' αριθμ. … πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Πούλια, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε. Ότι μετά τον θάνατο της μητέρας τους και κατόπιν παράκλησης των εναγομένων, από τους οποίους ο πρώτος (και ήδη αποβιώσας) είναι αδελφός τους και οι λοιποί ανήψια τους (τέκνα του πρώτου), καταρτίστηκε σύμβαση χρησιδανείου, δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι θα έκαναν χρήση της πατρικής οικίας και άλλων κτισμάτων που βρίσκονταν στα ακίνητα των εναγουσών, μέχρις ότου ο πρώτος εναγόμενος να ανεγείρει δική του οικία σε παρακείμενο οικόπεδο, πλην όμως, ο τελευταίος, το έτος … με συμβολαιογραφική πράξη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε την κληρονομία που του κατέλειπε η μητέρα του και περιέλαβε σ' αυτή και το ακίνητο Ε3, της κυριότητας της πρώτης ενάγουσας, ακολούθως δε, την ίδια ημέρα, επίσης με συμβολαιογραφική πράξη, μεταβίβασε το ακίνητο αυτό, λόγω γονικής παροχής, στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων.

Τέλος εξέθεταν ότι, όταν το έτος … αποπερατώθηκε η οικία των εναγομένων και οι ενάγουσες ζήτησαν από αυτούς την απόδοση των ακινήτων, λόγω λήξεως της συμβάσεως χρησιδανείου, οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι ίδιο δικαίωμα κυριότητας επί των ακινήτων, αρνήθηκαν την απόδοσή τους στις ενάγουσες, αποβάλλοντας αυτές από την νομή τους, έκτοτε δε κατέχουν αυτά παράνομα, αρνούμενοι την απόδοση τους.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί η κυριότητά τους στα παραπάνω ακίνητα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους τα αποδώσουν. Η ως άνω αγωγή, με βάση το περιεχόμενο της, έχει τον χαρακτήρα διεκδικητικής ακινήτων αγωγής, όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ουδόλως ισχυρίστηκαν ότι ο ήδη αποβιώσας πρώτος τούτων, νεμόταν τα κληρονομιαία ακίνητα ως κληρονόμος, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1881 ΑΚ και η παραγραφή της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων να κριθεί με βάση τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου, αλλά αντίθετα ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε καταστεί κύριος των παραπάνω ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος αυτά με διάνοια κυρίου από το έτος … έως την άσκηση της αγωγής το έτος ….

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής που προέβαλαν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες, με την παραδοχή ότι "πρόκειται περί διεκδικητικής και όχι περί κλήρου αγωγής, αφού η τελευταία ασκείται κατά του κληρονόμου που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα επί κληρονομιαίων ακινήτων, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος στηρίζει το δικαίωμά του στην έκτακτη χρησικτησία", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1881 και 249 ΑΚ.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, ως καταχρηστική, όταν η προφανής υπέρβαση των ορίων που συνεπάγεται και τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός του σκοπός, προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική.

Η μακρά μόνο αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν η αδράνεια αυτή συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εξαιτίας των οποίων η ανατροπή, με τη μεταγενέστερη άσκησή του, της κατάστασης που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται επαχθείς, όχι, όμως και, κατ' ανάγκη, αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, συνέπειες για τον υπόχρεο, για την αποτροπή των οποίων να επιβάλλεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η θυσία του (ΟλΑΠ 10/2012, Α.Π 75/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχαν προβάλει με λόγο έφεσης οι αναιρεσείοντες: "Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγουσες καταχρηστικά ασκούν την ένδικη αξίωση τους, διότι ο πρώτος εξ αυτών υποβλήθηκε σε δαπάνες ανέγερσης, συντήρησης και επισκευής των κτιρίων επί των διεκδικούμενων ακινήτων, σε δαπάνες για τις σπουδές των εναγουσών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (ιατρικές σχολές), σε δαπάνες προς εξόφληση χρεών του πατέρα του σε τρίτους χωρίς οποιαδήποτε συνεισφορά των εναγουσών, ότι οι τελευταίες κατέχουν μεγάλη ακίνητη περιουσία, με αποτέλεσμα να τους δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα διεκδίκησης των επίδικων ακινήτων, το οποίο μετά πάροδο 25 ετών από το θάνατο της κληρονομουμένης, έχει αποδυναμωθεί.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν υπάγονται στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και δεν αντιστρατεύονται τα κριτήρια αυτού αλλά ούτε έχει επέλθει και αποδυνάμωση του επίδικου δικαιώματος των εναγουσών, διότι οι τελευταίες αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την αντιποίηση της νομής τους από τους εναγόμενους το έτος …, αντέδρασαν και κινήθηκαν δικαστικώς εναντίον τους προς ικανοποίηση του εν λόγω δικαιώματος τους, ενώ δεν πρόκειται για κληρονομικό δικαίωμα που ασκείται μετά πάροδο … ετών από τον θάνατο της κληρονομούμενης, όπως οι εναγόμενοι επιμένουν να εμφανίζουν το δικαίωμα των εναγουσών".

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο και απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες, ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν υπερβαίνουν τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ν. 4194/2013 - Κώδικα Δικηγόρων, η αμοιβή σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: "i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ...", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγόμενου είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του Κ.Πολ.Δ., ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν χρειάζεται, μπορεί να διατάξει απόδειξη. Έτσι, ναι μεν για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση, το δικαστήριο όμως δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι δε ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη και να επιλέξει τα αποδεικτικά μέσα, με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης και άλλων εκτός από αυτά που ο νόμος (άρθρο 339 ΑΚ) ορίζει ή και να αρκεσθεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του, βασιζόμενο κατ' αρχήν στην αποτίμηση του ενάγοντος και, αν αμφισβητηθεί η τελευταία, κρίνεται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δύναται και να στηριχθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, απέρριψε τον σχετικό λόγο της ασκηθείσας έφεσής τους, που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 189,191 ΚΠολΔ και 63 επ. ν. 4194/2013 Κωδ. Δικηγ.) υπολογίζονται βάσει του αντικειμένου της αγωγής, που είναι αποτιμητό σε χρήμα σε 2% για την σύνταξη της αγωγής και σε 1% για τη σύνταξη των προτάσεων, στα οποία προσθέτονται το δικαστικό ένσημο, οι επιδόσεις, τα χαρτόσημα, αντιγραφικά δικαιώματα κ.λ.π και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, υπολογιζόμενη ανάλογα με την επιστημονική εργασία αυτού, το χρόνο που δαπάνησε κ.λ.π.

Εν προκειμένω, η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται σε 200.000 ευρώ περίπου και τα δικαστικά έξοδα συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 9.000 ευρώ, ήτοι περισσότερα του επιδικαζόμενου με την προσβαλλόμενη απόφαση, ποσού 8.700 ευρώ". Οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι "εσφαλμένα και χωρίς απόδειξη, έκρινε ότι η αξία του αντικειμένου της δίκης ανέρχεται στο ποσό των 200.000 ευρώ, διότι η αξία του επιδίκου ακινήτου (οικόπεδο με τα παλαιά από 100ετίας πλινθόκτιστα κτίσματα) δεν ξεπερνά τις 60.000-70.000 ευρώ και τούτο θα προέκυπτε και από μια απλή αυτοψία του δικαστηρίου και επομένως η επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη δεν δύναται να ξεπεράσει τις (70.000χ4%=)δύο χιλιάδες οκτακόσια (2.800) ευρώ." Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς ανήκει στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας και είναι ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη ή και να αρκεσθεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του.

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, με τις οποίες έχει αρθεί η απαγόρευση διάθεσης των αγροτικών κλήρων που παραχωρήθηκαν για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, σύμφωνα με τα άρθρα 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, υπό τον όρο να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται εκουσίως από τον κληρούχο, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας και χωρίς τη θέληση του κληρούχου, όπως με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη).

Επομένως, μετά την ισχύ του Α.Ν. 431/1968 ο κληρούχος, ο οποίος θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου καλής πίστης νομέας του κλήρου και αν ακόμη δεν ήταν πραγματικά κάτοχος (άρθρ. 79 παρ.2 Αγροτικού Κώδικα), μπορεί να απωλέσει τη νομή ή κυριότητα επί του κλήρου, αν τη φυσική εξουσία αυτού αποκτήσει και ασκήσει τρίτος με τα προσόντα της χρησικτησίας, οπότε ο τελευταίος αποκτά την κυριότητα και νομή του όλου κλήρου (κληροτεμαχίου), όχι όμως και όταν η φυσική εξουσία αποκτάται και ασκείται σε τμήμα μόνο του κληροτεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμησή του και ο τρίτος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομέας του τμήματος, του οποίου κατά πλάσμα του νόμου, εξακολουθεί να είναι ο κληρούχος, έστω και αν δεν είναι πλέον κάτοχος.

Η φυσική κατάτμηση των κληροτεμαχίων κατά το τελευταίο εδάφιο της παραπάνω διάταξης (άρθρ. 1 Α.Ν. 431/1968) απαγορεύεται όχι μόνο όταν γίνεται από τον κληρούχο, αλλά και από τους διαδόχους του για τον προφανή αντικειμενικό λόγο της επωφελέστερης εκμετάλλευσης των κληροτεμαχίων (ΟλΑΠ 1520/1982, Α.Π. 75/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του πιο πάνω Α.Ν. 431/1968, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 666/1977,και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 ν.3147/30-6-2003, κατ' εξαίρεση δεν ισχύει ο περιορισμός της μη κατάτμησης, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και επί μεταβιβάσεως των, ως έπεται, κατηγοριών κλήρων:

α) ... β) "Κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων υπό την προϋπόθεσιν, ότι, τόσον τα μεταβιβαζόμενα όσον και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων, πληρούν τα, κατά τας οικείας πολεοδομικάς διατάξεις, ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων γ) .....δ) Οικοπεδικών κλήρων." Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι στην αναφερόμενη εξαίρεση υπάγονται κληροτεμάχια τα οποία ευρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωρίων και δεν αρκεί το γεγονός ότι ευρίσκονται ''εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού." Περαιτέρω, πρέπει, προκειμένου περί "οικοπεδικού κλήρου", ανεξαρτήτως του πιστοποιουμένου ενεστώτως τοιούτου χαρακτήρος του, το κληροτεμάχιο να είχε πράγματι παραχωρηθεί ως οικοπεδικός κλήρος, οπότε και μόνον δεν ισχύει, ο περιορισμός της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής.

Τέλος, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 § 1 α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη άρτιων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένην κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι κάθε δικαιοπραξία, όπως είναι και η διαθήκη (ΑΠ 472/2015), με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα, είναι άκυρη.

Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτον της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΑΠ 75/2021, Α.Π 903/2018). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2Α Α.Ν. 431/1968 και 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 690/1948, δεχόμενο ότι με την διαθήκη της διαθέτιδος επήλθε νόμιμη κατάτμηση του κληροτεμαχίου, διότι πρόκειται περί οικοπεδικού κλήρου, παρότι από την κατάτμηση αυτή τα εναπομείναντα τεμάχια είναι μη άρτια.

Όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δέχθηκε, όσον αφορά το παραπάνω ζήτημα, ότι: "Η Ε. χα Α. Κ. , μητέρα των εναγουσών και του πρώτου εναγομένου, κάτοικος εν ζωή …, η οποία απεβίωσε στις …, είχε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα οικόπεδο επιφάνειας 1.217,91 τ.μ., που βρίσκεται στον … και συνορεύει με ιδιοκτησίες βόρεια και δυτικά κλήρον.

Α. Β., νότια Α. Κ. (ήδη πρώτου εναγομένου) και ανατολικά με πεζοδρόμιο δημοτικής οδού, πέραν της οποίας βρίσκεται η πλατεία …. Το οικόπεδο αυτό αποτελούσε οικοπεδικό κλήρο της οριστικής διανομής .., η οποία κυρώθηκε με το από … διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ... Η ανωτέρω κληρονομούμενη με την υπ' αριθμ.

… δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Κυριαζή, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 316/6-11-1984 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εγκατέστησε κληρονόμους της στο ανωτέρω ακίνητο τα τρία τέκνα της (ενάγουσες και πρώτο εναγόμενο) και όρισε καθένα να λάβει το εξής τμήμα.

Ο πρώτος εναγόμενος ένα κατάστημα (μαγαζείον) με το οικόπεδό του, η πρώτη ενάγουσα οικόπεδο επιφάνειας 400 τ.μ. περίπου, που συνορεύει με παντοπωλείο, ιδιοκτησία του συζύγου της, με αποθήκη Α. Β. και με οικία και διάδρομο ιδιοκτησίας της (της διαθέτιδος) και η δεύτερη ενάγουσα ένα καφενείο με το υπ' αυτό και πέριξ αυτού οικόπεδο και με τις συνεχόμενες αποθήκες συνολικής επιφάνειας 800 τ.μ., που συνορεύει με δρόμο πλατείας, με ιδιοκτησία Α.

Β. και με οικία και κήπο ιδιοκτησίας της (της διαθέτιδος). Επιπλέον στις ενάγουσες άφησε από κοινού ισομερώς και εξ αδιαιρέτου οικία με τον κήπο της και προαύλιο με το πέριξ αυτών οικόπεδο επιφάνειας 800 τ.μ., που συνορεύει με δρόμο πλατείας, με το καφενείο της, με αποθήκη Α. Β. και με παντοπωλείο της. Τα τέσσερα προαναφερόμενα αυτοτελή πλέον τμήματα αποτελούν, συνενωμένα, το προαναφερόμενο οικόπεδο της κληρονομούμενης, η συνολική επιφάνεια του οποίου είναι 2.000 τ.μ.

περίπου και όχι 1.217,91 τ.μ., η διαφορά δε αυτή οφείλεται αφενός μεν στο γεγονός ότι η κληρονομούμενη ουδέποτε είχε προβεί σε ακριβή καταμέτρηση της επιφάνειάς του, αφετέρου δε στο γεγονός ότι στα έγγραφα της οριστικής διανομής αναφέρεται μόνο ως αριθμός … χωρίς να αναγράφεται η ακριβής επιφάνεια του Η κατάτμηση του οικοπεδικού κλήρου δεν απαγορεύεται, όπως ισχύει με τους άλλους κλήρους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2Α του αν 431/1967 (ΑΠ 1137/2001), ακόμη και αν τα περιελθόντα από την κατάτμηση τμήματα δεν πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις της εποικιστικής νομοθεσίας, δεχόμενο ότι η με διαθήκη κατάτμηση του οικοπεδικού κλήρου δεν απαγορεύεται, όπως ισχύει με τους άλλους κλήρους, ακόμη και αν τα περιελθόντα από την κατάτμηση τμήματα δεν πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και είναι βάσιμος ο ως άνω δεύτερος λόγος της αναίρεσης.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναφορά στον ίδιο λόγο αναίρεσης ότι το ως άνω ακίνητο βρίσκεται εντός του οριοθετουμένου με την υπ' αριθμ. … (ΦΕΚ … ) απόφαση Νομάρχη … , οικισμού … και υπάγεται στην περίπτωση του άρθρου 2Α περ. β' του Α.Ν. 431/1968 και όχι στην περιπτ. δ' του ως άνω νόμου, είναι αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το ενιαίο ακίνητο αποτελούσε εξ αρχής οικοπεδικό κλήρο της οριστικής διανομής … .

Πρέπει, συνεπώς, λόγω της παραδοχής του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι είναι επιτρεπτή η κατάτμηση με διαθήκη του οικοπεδικού κλήρου έστω και αν με αυτή δημιουργούνται μη άρτια τμήματα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον πρώτο αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική του πρώτου των αναιρεσειόντων, με τις αναιρεσίβλητες εξαιτίας του βαθμού συγγενείας τους (άρθρα179, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, όσον αφορά τον πρώτο των αρχικώς αναιρεσειόντων και τις αναιρεσίβλητες, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 475/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το πιο πάνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον πρώτο των αναιρεσειόντων.

Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ του πρώτου των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ