Legislator Case Law & Legislation
1/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision for erroneous application of Article 922 of the Civil Code regarding liability.

Case Number 1/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for damages. The court found the lower court erred in interpreting Article 922 of the Civil Code by requiring proof of the plaintiff's non-participation in the wrongful act. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 922 of the Civil Code; An appeal court decision is annulled if it erroneously interprets substantive law by imposing unjustified requirements for liability that are not explicitly mandated by the statute.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 922 Employer Liability Substantive Law Error Remand for Retrial Appeal Court Decision Wrongful Act Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 922 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1223/2015
Supreme Court Case 659/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/ΤΜ/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/7/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 651/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 52/ΤΜ/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7-12-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη τράπεζα να καταβάλει, εις ολόκληρον με τον έτερο εναγόμενο υπάλληλό της, ποσό 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της σε βάρος του διαπραχθείσας αδικοπραξίας από τον προστηθέντα αυτής. Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, απέρριψε την αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Ειδικότερα, στην περίπτωση που με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή απορρίφθηκε ως μη θεμελιούμενη στο νόμο, αποδίδεται, δε, στο δικαστήριο της ουσίας, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είτε με ψευδή ερμηνεία, γιατί προσέδωσε στον κανόνα δικαίου που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από την αληθινή ή μη αρμόζουσα ή έννοια περιορισμένη ή στενή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, επειδή δεν εφάρμοσε κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφάρμοσε αυτόν μολονότι αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006), ο Άρειος Πάγος ελέγχει τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αν σωστά απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).

Ο λόγος αυτός μπορεί, επίσης, να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004) και συνεπεία της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που αποδίδεται, οδηγήθηκε σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης, μολονότι με την παράλειψη του σφάλματος, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου ή ηθική βλάβη αυτού, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προστηθείς είναι το πρόσωπο, στο οποίο κάποιο άλλο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει, με τη βούλησή του, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης και γενικότερα εξυπηρέτησης, των οποιωνδήποτε επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ο προστηθείς ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 1094/2013).

Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος να εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του. Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, ήτοι της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψής του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει (ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 1396/2011).

Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 552/2013, ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001).

Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους ή ξένους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009). Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις θεμελιώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012), εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα του απ' αυτόν προστηθέντος (ΑΠ 844/2008).

Εκείνος που ζημιώθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση έναντι του προστήσαντος, φέρει το βάρος να επικαλεστεί στην αγωγή του και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων ευθύνης αυτού από το άρθρο 922 ΑΚ, δηλαδή α) την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ του ζημιώσαντος αυτόν και του εναγόμενου προσώπου τον οποίο φέρει ως προστήσαντα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) ότι η ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 εδ. α' ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.

Προκειμένου περί αγωγής αποζημίωσης η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας συνέβαλε με τη συμπεριφορά του και το πταίσμα του ο ζημιωθείς ενάγων, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, που δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη αλλά πρέπει να προβληθεί από τον εναγόμενο (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 131/2013).

Η διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω της πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον προσώπου (ΑΠ 530/2014).

Συνεπώς, ο προστήσας, εναγόμενος από το ζημιωθέντα τρίτο για αποκατάσταση της ζημίας του, μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό ότι, εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της και να ζητήσει να μην επιδικαστεί αποζημίωση ή να μειωθεί το ποσό αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης (ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).

Σε περίπτωση που ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν, ο προστήσας μπορεί να προτείνει τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) και να αποδείξει ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του για τις ζημίες που ο προστηθείς προξένησε παράνομα στον τρίτο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής ή να πετύχει τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, εφόσον συντρέχουν και οι προαναφερόμενες λοιπές προϋποθέσεις, (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 351/2013, ΑΠ 838/2011), δεδομένου ότι η αποδιδόμενη σ' αυτόν γνώση συνδέεται με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο ευθύνης του (ΑΠ 368/2011).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο προστηθείς ενεργεί κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, η μη αναφορά του οποίου αίρει τη νομική θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης και καθιστά μη νόμιμη την αντίστοιχη αγωγή του.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, στην από 7-12-2004, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, αγωγή του, στρεφόμενος, εκτός των άλλων εναγομένων, και κατά της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας, ισχυρίστηκε ότι επειδή ο Α.

Δ. αδυνατούσε να δανειοδοτηθεί από τράπεζα, καθόσον είχε δυσμενή στοιχεία, επισκέφθηκε μαζί του το κατάστημα της αναιρεσίβλητης στην ... και συγκεκριμένα το διευθυντή του καταστήματος Γ. Μ., προκειμένου να ανοιχτεί λογαριασμός λήψης δανείου στο όνομα του αναιρεσείοντος και να λάβει τα χρήματα ο Α. Δ.. Ότι ο ανωτέρω διευθυντής του καταστήματος διαβεβαίωσε τούτον ρητά ότι αυτός θα ήταν εικονικός οφειλέτης και στην πραγματικότητα καμία οφειλή δεν θα βάρυνε αυτόν από το δάνειο, αλλά μόνος υπεύθυνος για την πληρωμή του θα ήταν ο Α.

Δ. και ότι ουδέποτε η τράπεζα θα διεκδικούσε από αυτόν την καταβολή του δανείου και τον έπεισε, εξαπατώντας τον ως προς αυτό και έτσι υπέγραψε την 882/28-9-1998 σύμβαση, σε έντυπο αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς να συμπληρωθεί σ' αυτό το ποσό της χορήγησης, για το οποίο του γνωστοποιήθηκε ότι θα κυμαίνεται μεταξύ πέντε και επτά εκατομμυρίων δραχμών.

Ότι, όταν αποκαλύφθηκε παράνομη δραστηριότητα του ως άνω διευθυντή της αναιρεσίβλητης, σχετικά με εικονικές, όπως η ένδικη, δανειοδοτήσεις, από τις οποίες και εκείνος αποκόμιζε οφέλη, η αναιρεσίβλητη, δια των υπαλλήλων Ά. Τ. και Κ. Κ., μολονότι γνώριζαν ότι το εμφανιζόμενο χρέος του δεν ήταν πραγματικό, του γνωστοποίησαν ότι οφείλει από τη σύμβαση αυτή το ποσό των 6.330.000 δραχμών, εκβίαζαν τούτον να αναγνωρίσει το χρέος του προκειμένου να τύχει διευκολύνσεων στην εξόφληση και να μην επιδιωχθεί η είσπραξή του με αναγκαστική εκτέλεση, αρνήθηκαν να του χορηγήσουν τα έγγραφα που αφορούν τη σύμβαση, παρά μόνο μετά την απ' αυτόν αναγνώριση του χρέους.

Με βάση την οφειλή από την ανωτέρω σύμβαση, για τις ανανεώσεις της οποίας ο Γ. Μ. είχε χρησιμοποιήσει πλαστά έγγραφα παραστατικά, η αναιρεσίβλητη εξέδωσε σε βάρος του διαταγή πληρωμής και επίσπευσε αναγκαστική εκτέλεση, που δεν προχώρησε λόγω της επιτυχούς δικαστικής αντίδρασης του αναιρεσείοντος. Τέλος, ότι, συνεπεία των παράνομων, ανήθικων και ανέντιμων πράξεων των προαναφερόμενων οργάνων της αναιρεσίβλητης, υπέστη ηθική βλάβη και ζητούσε για την αποκατάστασή της να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 52/ΤΜ/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία κρίθηκε ότι υπήρξε η περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του διευθυντή του καταστήματος ... της αναιρεσίβλητης, προστηθέντος από την τελευταία, σε βάρος του αναιρεσείοντος συνεπεία της οποίας αυτός υπέστη ηθική βλάβη και κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωσε την προστήσασα τούτον αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον άνω παθόντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 14-5-2015 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 651/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, το Εφετείο, διέλαβε τα ακόλουθα: <<Στην προκειμένη περίπτωση στην υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθετε ότι ο πρώτος εναγόμενος, υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης, τράπεζας, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, διευκόλυνε την χρηματοδότηση ατόμων, που δεν συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις από την δεύτερη εναγομένη, τράπεζα για να χρηματοδοτηθούν.

Τούτο το κατάφερνε με την μέθοδο ανεύρεσης εικονικών πιστούχων, οι οποίοι προσφέρονταν να φαίνονται ότι χρηματοδοτούνται οι ίδιοι από την δεύτερη εναγομένη τράπεζα, αλλά στην πραγματικότητα, τα εκταμιευμένα δάνεια ελάμβαναν ο πρώτος εναγόμενος και ο τρίτος, που είχε πραγματική ανάγκη δανεισμού αλλά δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, ήταν δηλαδή αναξιόχρεος.

Ότι αυτή η "έμμεση χρηματοδότηση" γινόταν με τη ρητή συμφωνία μεταξύ του εικονικού πιστούχου και του πρώτου εναγομένου - υπαλλήλου, ότι ο εικονικός πιστούχος δεν θα είχε καμία ευθύνη για την αποπληρωμή του δανείου. Ότι στην δική του συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων επισκέφθηκε με τον Α. Δ., ο οποίος επιθυμούσε να δανειστεί χρήματα από την δεύτερη εναγομένη αλλά δεν εδικαιούτο δανείου, επειδή είχε δυσμενή στοιχεία, τον πρώτο εναγόμενο υπάλληλο (διευθυντή) της δεύτερης εναγομένης τράπεζας.

Ότι τον παραπάνω σκοπό της επίσκεψής τους (κατάρτισης εικονικού δανείου ως προς τον πιστούχο), τον γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα ρητά διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι για την τράπεζα θα ήταν εικονικός οφειλέτης και στην πραγματικότητα καμία οφειλή δεν θα τον βαρύνει από την δανειακή σύμβαση.

Ότι στο πλαίσιο αυτών των συμφωνηθέντων, ο πρώτος εναγόμενος έδωσε στον ενάγοντα να υπογράψει μία σύμβαση στην οποία δεν ανέγραψαν το ύψος του δανείου, όμως ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι αυτό θα κυμαινόταν μεταξύ 5.000.000 και 7.000.000 δραχμών. Ότι στην συνέχεια κατόπιν καταγγελίας στην εναγομένη τράπεζα, όλων των παραπάνω περιστατικών, ότι δηλαδή ο υπάλληλός της, κατήρτιζε εικονικά δάνεια με σκοπό την έμμεση χρηματοδότηση ατόμων που δεν δικαιούνταν δανεισμού, η εναγομένη τράπεζα, αφενός μετέθεσε τον εναγόμενο υπάλληλό της για να διευκολυνθεί στην έρευνα των καταγγελιών, αφετέρου ζήτησε από τους εικονικούς οφειλέτες της (φερόμενους ως δανειολήπτες) να αναγνωρίσουν τα χρέη τους και να καταβάλλουν τις οφειλές τους, που στην περίπτωση του ενάγοντα ήταν 6.330.000 δραχμές, για την οποία εξέδωσε σε βάρος του διαταγή πληρωμής, η οποία σε πρώτο βαθμό ακυρώθηκε, μετά από άσκηση ανακοπής και εκκρεμεί ήδη σε δεύτερο βαθμό.

Ότι, για όσα διέπραξε σε βάρος του ο πρώτος εναγόμενος, ότι δηλαδή παρέστησε ψευδώς πως θα είναι εικονικός οφειλέτης και δεν θα οφείλει κανένα ποσό στην τράπεζα, η δε τράπεζα στη συνέχεια το έμαθε αλλά παρά ταύτα διεκδικεί την επιστροφή του δανείου, υπεύθυνη είναι και η δεύτερη εναγομένη τράπεζα ως προστήσασα τον πρώτο στην υπηρεσία της και στα πλαίσια της διαρκούς απασχόλησής του για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων της.

Ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη ύψους 50.000 ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης - εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι αληθή όσα εκτίθενται σ' αυτή, είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, για την θεμελίωση ευθύνης της εναγομένης ως προστήσασας κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, απαιτείται όταν αδικοπραγεί ο προστηθείς της και εν προκειμένω ο πρώτος εναγόμενος, να τελεί υπό τις οδηγίες της και εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι, ο προστηθείς ενεργεί προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων της προστήσασας και όχι όταν η άδικη συμπεριφορά του που εκδηλώνεται επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του, οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό του πταίσμα, έχει ως στόχο τη βλάβη των συμφερόντων της προστήσασας και ο φερόμενος ως ζημιωθείς τρίτος, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι με την δική του απαραίτητη σύμπραξη και εν γνώσει του καταρτίστηκε δανειακή σύμβαση από την οποία προσποριζόταν χρήματα άτομο το οποίο η εναγομένη, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα χρηματοδοτούσε, επειδή ήταν αναξιόχρεο. Κατ' ουσίαν ο ενάγων εκθέτει ότι πρόσφερε τη δική του απαραίτητη συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο, υπάλληλο της τράπεζας, για να συναφθεί δανειακή σύμβαση με την εναγομένη τράπεζα, αντίθετη στα συμφέροντά της και χωρίς η ίδια να το γνωρίζει, δηλαδή στην πραγματικότητα να της αποσπάσουν με απατηλό τρόπο το ποσό του δανείου, έχοντας τη διαβεβαίωση από τον εναγόμενο υπάλληλό της, ότι ουδέποτε θα τον ενοχλήσει κανείς για να του ζητήσει την επιστροφή του.

Ότι επειδή τελικά ανακαλύφθηκε από την εναγομένη τράπεζα όλη η προαναφερόμενη μεθόδευση και απαίτησε τα χρήματα του δανείου από τον ίδιο, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου της, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη. Όμως, όπως εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχει η αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο πρώτος εναγόμενος ως προστηθείς ενεργούσε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της προστήσασας, αλλά αντίθετα με τη συνδρομή του ίδιου του ενάγοντος, που φέρεται ως ζημιωθείς, παρέστησε ψευδώς στην προστήσασα τράπεζα, ότι το ποσό του δανείου χορηγήθηκε στον ενάγοντα, ενώ στην πραγματικότητα, κατόπιν προηγούμενης συμφωνίας, ο ενάγων ήταν εικονικός δανειολήπτης>>.

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι με το εκτιθέμενο περιεχόμενο η αγωγή δεν ήταν νόμιμη ως προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα και ύστερα από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης που την είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν εν μέρει βάσιμη, την απέρριψε για το λόγο αυτό. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ.

Ειδικότερα, το, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του Εφετείου, περιεχόμενο της αγωγής, το οποίο παρατίθεται στην απόφασή του, καταφάσκει την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του, μη διαδίκου στην προκείμενη δίκη, αρχικά πρώτου εναγομένου, διευθυντή του καταστήματός της στην ..., την εκδήλωση από τον τελευταίο συμπεριφοράς αδικοπρακτικής και σε βάρος του αναιρεσείοντος (ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις με σκοπό την υπογραφή της εικονικής σύμβασης δανειοδότησης), κατά κατάχρηση της υπηρεσίας και των καθηκόντων του, που είχαν ανατεθεί σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη - προστήσασα τράπεζα, τα οποία αποσκοπούσαν στη διεκπεραίωση υποθέσεών της και των οικονομικών συμφερόντων της, ανεξάρτητα της χρησιμοποίησής τους για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν, την ύπαρξη εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της σχέσης πρόστησης, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά του προστηθέντος δεν θα ήταν δυνατόν να εκδηλωθεί χωρίς την πρόστηση, αφού η τέλεσή της κατέστη δυνατή εξαιτίας της θέσης που κατείχε λόγω της πρόστησης ο αδικοπραγήσας και η ενέργειά του εκδηλώθηκε στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης του με τη χορήγηση των δανείων, με ταυτόχρονη ύπαρξη αμέσου τυπικού και χρονικού συνδέσμου της επιβλαβούς συμπεριφοράς με την υπηρεσία του, η οποία έτσι αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της.

Συνεπώς, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την, κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, νομική εκτίμηση περί συνδρομής των απαιτούμενων απ' αυτή προϋποθέσεων για την ύπαρξη αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας για την προκληθείσα, από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του προστηθέντος της, ηθική βλάβη στον αναιρεσείοντα, τα στοιχεία δε αυτά αρκούσαν για τη θεμελίωση αυτής της ευθύνης.

Το γεγονός ότι η άνω επιβλαβής συμπεριφορά του προστηθέντος και η σφαίρα δράσης του, ήταν εντός μεν των ορίων των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, πλην, όμως, ενήργησε κατά παράβαση αυτών και των εντολών της προστήσασας, το ότι τα καθήκοντά του χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν για άλλο σκοπό και όχι για τη διεκπεραίωση και εξυπηρέτηση των οικονομικών της συμφερόντων και το ότι με την πράξη του έβλαπτε τα συμφέροντα της προστήσασας, δεν στηρίζουν κρίση ότι η συμπεριφορά οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από την υπηρεσία του, ούτε αναιρεί την ευθύνη της προστήσασας για τις τυχόν προκληθείσες στον συναλλαγέντα με τον προστηθέντα απ' αυτήν αναιρεσείοντα ζημίες ή ηθική βλάβη.

Επίσης, η περιγραφόμενη συμπεριφορά του ιδίου του ζημιωθέντος αναιρεσείοντος, ως παρέχοντος με την, εν γνώσει του, περί της κατά κατάχρηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων από τον προστηθέντα ενέργειας, συνδρομή στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, δεν αποτελεί στοιχείο θεμελίωσης της αξίωσής του, ώστε επειδή αυτή αναφέρεται στην αγωγή να αποκλείει τη νομική βασιμότητα αυτής, αλλά αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, που, κατ' ένσταση, πρέπει να προβληθεί από την προστήσασα, ώστε να επιδιώξει, ανάλογα, τη μη επιδίκαση ή τη μείωση της τυχόν δικαιούμενης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Εφετείο, αφενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, δεχόμενο ότι παρά την περιεχόμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, που έγινε επ' ευκαιρία και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, δεν υπάρχει ευθύνη της προστήσασας επειδή η συμπεριφορά του προστηθέντος ήταν αντίθετη και έβλαπτε τα συμφέροντα εκείνης, αφετέρου απαίτησε για την εφαρμογή της την ύπαρξη στοιχείων πέραν εκείνων που εμπίπτουν στο πραγματικό της εν λόγω ουσιαστικής διάταξης και ειδικότερα την μη συμμετοχή του ίδιου του αναιτερεσείοντος στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος στην τέλεση από τον τελευταίο της άνω αδικοπραξίας, και τη μη γνώση αυτού της κατά κατάχρηση της υπηρεσίας και των καθηκόντων του ενέργειας από τον προστηθέντα.

Συνεπεία, δε, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα της απόρριψης της αγωγής, μολονότι με την παράλειψη του σφάλματος, θα έπρεπε να δεχθεί ότι η αγωγή ήταν νόμιμη.

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης, για την οποία μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τον βάσιμο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων. Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 651/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ