Legislator Case Law & Legislation
1/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as appeal court lacked jurisdiction over state compensation claims under Art. 105 of State Liability Code.

Case Number 1/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Patras, which had rejected the plaintiffs' claim for state compensation. The plaintiffs argued that the appeal court lacked jurisdiction because their claim relied on Article 105 of the State Liability Code regarding illegal expropriation. The court ruled that such claims fall under the exclusive jurisdiction of administrative courts, rendering the appeal court's decision legally correct.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 KPolD; Art. 2 KPolD; Art. 105 State Liability Code: Claims for state compensation based on illegal acts under Article 105 of the State Liability Code fall within the exclusive jurisdiction of administrative courts, not civil appeal courts.

Keywords

AI generated
State Liability Code Administrative Jurisdiction Civil Appeal Court Expropriation Compensation Legal Standing Appeal Dismissal Public Liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 KPolD
Art. 2 KPolD
Art. 105 State Liability Code
Art. 14 Art. 559 KPolD
Art. 19 Art. 559 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Ι. Λ. και 3) Κ. συζ. Γ. Λ., το γένος Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Απόστολο Ψάρρη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 31/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά, ενώ κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 στοιχ. η' του ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διοικητικές διαφορές ουσίας που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά στην ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.

Με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ο νομοθέτης, μετά τις 11-6-1985 που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 1486/1983, θέλησε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στο πλαίσιο της δημόσιας δράσης της Διοίκησης γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, η δε σχετική αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου παρέχεται τόσο στις περιπτώσεις ευθύνης του τελευταίου από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων όσο και από υλικές ενέργειες που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1992/2017, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 1415/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 εδ α' του ν. 2059/1992, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 4 ν. 2366/1995, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 7Α παρ. 8 ν. 2882/2001 και επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 3016/2002, για τα έργα διαπλατύνσεως οδών ή μεγάλων κυκλοφοριακών αρτηριών (αυτοκινητοδρόμων) του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων, τα οποία χρηματοδοτούνται και από κοινοτικά προγράμματα περιορισμένου χρόνου και εφόσον έχει κηρυχθεί απαλλοτρίωση για την απόκτηση των αναγκαίων εκτάσεων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 άρθρου 5 του ν. 1838/1951 προς εκτέλεση των έργων μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2576/1998 ορίστηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 3 του ν. 1838/1951 έχουν εφαρμογή και για την εκτέλεση όλων των άλλων μεγάλων δημόσιων έργων εθνικού επιπέδου. Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 και 3 του ν. 1838/1951 επιτρέπεται η επίταξη από τον Υπουργό Δημοσίων Έργων, χώρων ή πραγμάτων αμέσως αναγκαίως για την εκτέλεση των έργων υπό όρους και αποζημιώσεις, κανονιζόμενους και εγκρινόμενους από τον Υπουργό, μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 3 Συμβουλίου.

Στις περιπτώσεις επίταξης η αποζημίωση καταβάλλεται αμέσως, επιτρεπομένης της περαιτέρω διεκδικήσεως διά της δικαστικής οδού. Η επίταξη υπόκειται στη ρύθμιση των ειδικών νόμων που την προβλέπουν και συμπληρωματικά, εφόσον συμβιβάζεται με τη φύση της, των διατάξεων περί μίσθωσης πράγματος (ΑΠ 480/2011).

Επίταξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 3 του Συντάγματος, είναι η προσωρινή στέρηση της χρήσης και κάρπωσης ιδιοκτησίας με μονομερή πράξη του Κράτους, με σκοπό να ικανοποιηθεί κάποια έκτακτη, επείγουσα και πρόσκαιρη δημόσια ανάγκη, όπως η εκτέλεση έργων ιδιαίτερης σημασίας για την εθνική οικονομία.

Στην τελευταία περίπτωση, μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και προκειμένου να αποδοθεί ελεύθερη η απαλλοτριούμενη έκταση στον ανάδοχο του έργου, επιτρέπεται η επίταξη (που παύει αυτοδικαίως με τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης) και κατάληψη του ακινήτου πριν τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, με την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης που καθορίζεται από την αρμόδια εκτιμητική επιτροπή ή από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο.

Η κατάληψη του ακινήτου λόγω επίταξης για χρόνο πέραν του εύλογου, δηλαδή εκείνου που απαιτείται για τις ανάγκες της απαλλοτρίωσης είναι, κατ' άρθρο 18 παρ. 3 του Συντάγματος, παράνομη και ο κύριος του καταληφθέντος ακινήτου δικαιούται να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ.

Η διαφορά αυτή, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτρίωσης και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημίωσης για ζημία από παράνομη πράξη των οργάνων της διοίκησης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 (11-6-1985), όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ των οποίων και η εν λόγω διαφορά, υπάγονται πλέον, δυνάμει του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Και ναι μεν με το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος προβλέπεται ότι η αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης ορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση, πλην όμως από τη συνταγματική αυτή διάταξη, που πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεν συνάγεται ότι στα πολιτικά δικαστήρια ανατίθεται η επίλυση κάθε διαφοράς που γεννιέται με την ευκαιρία της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή που συνδέεται γενικότερα με τα θέματα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (ΑΕΔ 83/1997).

Η αγωγή προς αποζημίωση για ζημία από παράνομη πράξη των οργάνων της διοίκησης στο πλαίσιο ή επ' ευκαιρία της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 1485/2013, ΑΠ 1045/2011, ΑΠ 1471/2009).

Η ως άνω διαφορά, επί αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα από καταληφθέντα καλλιεργούμενα αγροτικά ακίνητα, δεν αποτελεί διαφορά εκ του άρθρου 25 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), κατά το οποίο, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων, που καταλήφθηκαν νομίμως μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου (από τη μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης), με αγωγή ενώπιον του (πολιτικού) Εφετείου κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 του ίδιου νόμου, καθόσον προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης αυτής αποτελεί η συντέλεση της απαλλοτρίωσης και η νόμιμη κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση πριν την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 27-1-2015 αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 1004863/386/0010/28-01-2008 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του οδικού άξονα Πάτρα-Πύργος-Τσακώνα.

Ότι στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνονται και τμήματα των ιδιοκτησιών υπό στοιχεία ακπ 304, ακπ 305 και ακπ 306 που ανήκουν η πρώτη στην κυριότητα του πρώτου εξ αυτών και οι λοιπές στη συγκυριότητα των δεύτερης και τρίτης, επί των οποίων υπήρχαν πορτοκαλιές, ελιές, μανταρινιές και αμπέλι. Ότι με τις υπ' αριθμ.

Δ12/0/40239/24-7-2008 και Δ12/0/37210/29-5-2009 αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ τα ακίνητά τους επιτάχθηκαν για άμεση εκτέλεση εργασιών. Ότι εκδόθηκε η από 3-5-2010 κατάσταση εκτίμησης ζημιών της Επιτροπής Επίταξης της ΓΓΔΑ του ΠΕΧΩΔΕ, που όρισε την απωλεσθείσα ετήσια πρόσοδο των ακινήτων τους σε 8.523,94 ευρώ για το ακίνητο ακπ 304, σε 2.298,12 ευρώ για το ακπ 305 και σε 1.446,49 ευρώ για το ακπ 306.

Ότι τον Ιούνιο του έτους 2010 το εναγόμενο, υλοποιώντας την επίταξη, χωρίς να έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση με την καταβολή αποζημίωσης, επέτρεψε στα συνεργεία του αναδόχου του έργου να εισέλθουν στα απαλλοτριωμένα τμήματα των ανωτέρω ιδιοκτησιών τους και να εκτελέσουν εργασίες, με αποτέλεσμα να εκριζωθούν τα δέντρα και να ισοπεδωθεί η όλη έκταση.

Ότι τα δέντρα ήταν σε πλήρη παραγωγική ηλικία, καρποφόρα και αποτελούσαν για τους ίδιους σημαντική πηγή εισοδήματος. Ότι σε σχέση με την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση εκδόθηκε η 210/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα.

Ότι εν συνεχεία ασκήθηκαν αιτήσεις περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Ότι από την επίταξη των ιδιοκτησιών τους έλαβαν το Σεπτέμβριο του έτους 2010 αποζημίωση για τα επικείμενα και τις απολεσθείσες προσόδους ενός έτους. Ότι η απαλλοτρίωση ήρθη στις 9-12-2012 κατ' άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001 και εκδόθηκε η σχετική 6860/1-10-2014 βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας ΕΥΔΕ/ΜΚ/ΕΠΠ του Υπουργείου Μεταφορών και Δικτύων περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης.

Ότι η ως άνω επίταξη δεν έγινε για λόγους άμεσου, επιτακτικού και μη δυνάμενου να αποτραπεί διαφορετικά δημόσιου συμφέροντος αλλά για να εξυπηρετήσει μια πάγια και διαρκή ανάγκη του εναγομένου-υπερού η απαλλοτρίωση. Ότι τον Ιούνιο του έτους 2010 τα ακίνητά τους υπέστησαν ριζική μεταβολή για τη θεραπεία μόνιμων αναγκών του εναγομένου.

Ότι η επίταξη δεν έχει ανακληθεί και η απαλλοτρίωση, στην οποία οι ίδιοι εμμένουν, ουδέποτε ολοκληρώθηκε, με συνέπεια από την επίταξη των ακινήτων τους και την κοπή των δέντρων οι ίδιοι να απωλέσουν ετησίως το ποσό των 8.523,94 ευρώ ο πρώτος εξ αυτών και των 1.872,30 ευρώ κάθε μία από τις λοιπές και ότι για τις απολεσθείσες προσόδους των ακινήτων τους δικαιούνται πλήρους αποζημίωσης, αφού, με την κατάληψη αυτών και την κοπή των δέντρων στερήθηκαν της περιουσίας τους και μάλιστα κατά τρόπο μόνιμο και ανεπανόρθωτο στη βάση μιας μη νόμιμης επίταξης και για μια απαλλοτρίωση που από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου ήρθη αυτοδικαίως.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για απολεσθείσες προσόδους των ακινήτων τους από τον Ιούνιο του έτους 2010 που έγινε η κατάληψη έως τον Ιούνιο του έτους 2015, άλλως έως το Δεκέμβριο του 2012 που ήρθη η απαλλοτρίωση.

Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή φέρει το χαρακτήρα αγωγής αποζημίωσης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, καθόσον έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση των εναγόντων από παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, στο πλαίσιο της ως άνω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που έλαβαν χώρα μετά την επίταξη των ακινήτων τους.

Επομένως, για την εκδίκαση αυτής είχαν δικαιοδοσία τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια και όχι το Εφετείο, ως πολιτικό δικαστήριο. Έτσι, κρίνοντας και το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας αυτού, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο είχε δικαιοδοσία για να εξετάσει την αγωγή, εφόσον πρόκειται για συναφή με την απαλλοτρίωση διαφορά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή τους για έλλειψη δικαιοδοσίας, γιατί η αξίωσή τους στηρίζεται στη νόμιμη διοικητική πράξη της επίταξης, η οποία, έως την άσκηση της αγωγής τους, δεν είχε ακυρωθεί δικαστικά ούτε ανακληθεί διοικητικά και συνεπώς η κατάληψη των ακινήτων τους δεν ήταν αυθαίρετη, κρίνεται απορριπτέα, γιατί (υπό τα εκτιθέμενα) τέτοια βάση δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή, αν και σ' αυτή την περίπτωση αρμόδια προς επίλυση της σχετικής διαφοράς θα ήταν και πάλι τα διοικητικά δικαστήρια.

Τέλος, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή τους για έλλειψη δικαιοδοσίας, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, δεν διέλαβε παραδοχές ότι η επίταξη συνεχίζεται μετά τη δικαστική ακύρωση ή τη διοικητική ανάκληση αυτής και ότι η αγωγή αφορά χρονικό διάστημα μετά την ακύρωση ή την ανάκληση της επίταξης και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του προκείμενου αναιρετικού λόγου, ο οποίος προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν, γιατί το αναιρεσίβλητο, το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παραστάθηκε με δήλωση, δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6/2019) αίτηση αναίρεσης της 31/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ