1/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάνο Αλεξανδρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Ν. και 2) Β. Γ. Φ., συζύγου Ι. Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη, ο οποίος στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ονομάζεται πλέον Ι. Λ., όπως προκύπτει και από τις από 24-9-2018 προτάσεις του ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4267/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-10-2017 αίτησή του και τους από 25-7-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η από 5-10-2017 αίτηση αναίρεσης και οι με το από 25-7-2018 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες,παραδεκτά,πρόσθετοι λόγοι αυτής,τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Εξάλλου, βαριά αμέλεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της(ΑΠ1668/2013).Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση(ΑΠ1398/2015).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.
Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ,σύμφωνα με τις οποίες,αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...",σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα:
Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011)και Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο,τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια,τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των Ιδίων ,όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ253/2013).Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής,όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 22παρ.1εδ.α του κώδικα νόμων 2190/1920"περί ανωνύμων εταιριών" είναι το διοικητικό της συμβούλιο,το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ,στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.
Η διάκριση εξάλλου των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά,η οποία εισήχθη με το άρθρο 3παρ.1εδ.1 και 2 του ν.3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση ,δεν αλλάζει τα ανωτέρω ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.
Συγκεκριμένα,σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη ,"το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας,ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων".Η ανωτέρω διάταξη,εξάλλου,ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου(ΑΠ472,370/2018). 'Αλλωστε, όπως ευθέως αναφέρεται στο άρθρο 3 της εισηγητικής έκθεσης του ανωτέρω νόμου(3016/2002),το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας εξακολουθεί να είναι ενιαίο συλλογικό όργανο και οι αποφάσεις του λαμβάνονται από όλα τα μέλη του,ανεξάρτητα της ιδιότητάς τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών.
Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ,ότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, και τα μη εκτελεστικά (στα οποία άλλωστε ο προαναφερόμενος νόμος περί εταιρικής διακυβέρνησης έχει αναθέσει τις αποστολές,αφενός μεν ,της προαγωγής όλων των εταιρικών ζητημάτων στη χάραξη της επιχειρηματικής στρατηγικής της εταιρίας,με τη συμμετοχή τους στις οικείες συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου,αφετέρου δε, κατ' άρθρο 7 παρ.2 του ν.3016/2002,την επόπτευση των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρίας), λαμβανομένου υπόψη ότι οι παρεχόμενες από αυτή ασφαλιστικές υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της υπηρεσίας, 7 όπως την εννοεί το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994,περί προστασίας των καταναλωτών, (ΑΠ1101/2004) ενέχουν αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση υπαίτιας μη εκπλήρωσης των προβλεπομένων και από αυτόν 2251/1994) υποχρεώσεων πρόνοιας και παροχής της ευλόγως προσδοκώμενης ασφάλειας των συναλλασσομένων τρίτων προς τους οποίους παρέχει(η εταιρία) τις ασφαλιστικές της υπηρεσίες(σχ.ΑΠ535/2012).
Περαιτέρω,κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται,αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του,ή αν εφαρμοστεί,ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται,είτε με ψευδή ερμηνεία,είτε με κακή εφαρμογή,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ10/2011, 7/2006).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης,αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση(ΑΠ24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Oλ ΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Oλ ΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ74/2016).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία:" Με την με αρ 15273/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α}(Β' 2028/21.9.2009), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία"..." (μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη) Με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α), επιβλήθηκε στην ανωτέρω ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία παρείχε, δυνάμει της 49239/4.9.1941 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Φ.
Ε. Κ., Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών 279/9.9.1941), ασφαλιστικές υπηρεσίες διαφόρων κλάδων ασφαλίσεως, απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση ενώ, με την 141/31.3.2009 όμοια απόφασή της η Επιτροπή επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο ύφους 600.000 ευρώ, λόγω της μη συμμορφώσεώς της με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση, της αρνήσεώς της να συνεργασθεί με τις αρχές και της εν γένει παραβατικής της συμπεριφοράς.
Ακολούθησε η διενέργεια χρηματοοικονομικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης- επιχείρησης από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μετά την ολοκλήρωση του οποίου συντάχθηκε σχετική έκθεση ελέγχου (7870/19.5.2009 έκθεση της Διευθύνσεως Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της ΕΠ.Ε.Ι.Α.). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η εταιρεία δεν διέθετε, κατά το οικονομικό έτος 2008, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και το αντίστοιχο εγγυητικό κεφάλαιο, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθετε σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.
Για το λόγο αυτό, με την 145/21.5.2009 απόφασή του (Β1 1027), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη στην εκ νέου δέσμευση του συνόλου τόσο των τεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών της στοιχείων όσο και των ελεύθερων παγίων και χρηματοπιστωτικών της μέσων, καθώς και στη διατήρηση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970, της επιβληθείσης, με την 125/2/29.7.2008 προγενέστερη απόφασή του, απαγορεύσεως διαθέσεως των από 29.7.2008 πιστωτικών υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών.
Με νεότερη απόφαση του (147/2/11.6.2009), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπίστωσε ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας για την οικονομική χρήση 2008 είχε γίνει κατά παρέκκλιση του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970.....και συγκεκριμένα, κατ' εσφαλμένο υπολογισμό της υπεραξίας ακινήτων, των χρεωγράφων, των εισηγμένων σε χρηματιστήρια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μετοχών, των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, καθώς και των κρατικών ομολόγων που αποτελούσαν στοιχεία του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας.
Ύστερα από αυτά, με την 148/8/25.6.2009 .απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. η πρώτη εναγομένη εκλήθη να υποβάλει πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το οποίο υποχρεωτικώς θα περιελάμβανε πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 237.216.328 ευρώ, ποσό το οποίο, κατά τους υπολογισμούς των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, αντιστοιχούσε στα ποσά που απαιτούντο για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση (215.956.110 ευρώ) και την οικονομική ανασυγκρότηση της εταιρείας (21.260.217 ευρώ).
Σε υλοποίηση της αποφάσεως αυτής, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε, τελικώς, την 15.7.2009 πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το ποσό του οποίου ανήλθε, ωστόσο, σε 150.000.000 ευρώ αντί του, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενου ποσού των 237.216.328 ευρώ.....Μετά από νέα αποτίμηση της αξίας των μετοχών του χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης, η οποία προσδιορίσθηκε στο ποσό των 14.794.232 ευρώ, και τον συνυπολογισμό στο περιθώριο φερεγγυότητας στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της, συνολικής αξίας 18.824.477 ευρώ (ενέργειες στις οποίες προέβη η ΕΠ.Ε.Ι.Α.
κατ' αποδοχήν υποβληθέντος από την εταιρεία αιτήματος παρεκκλίσεως του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970), εκδόθηκε η 152/2/30.7.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία επανακαθορίσθηκε το ποσό που απαιτείτο για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας στα 203.597.619 ευρώ. Με την απόφαση αυτή αντιθέτως δεν εγκρίθηκε, το αναπροσαρμοσμένο πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου σε ποσό κατώτερο του αντιστοιχούντος στην, κατά τα ανωτέρω, υστέρηση του περιθωρίου φερεγγυότητάς της (203.597.619 ευρώ).
Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε, επίσης, αίτημα της εταιρείας για παράταση της προθεσμίας υλοποιήσεως του υποβληθέντος προγράμματος, διότι, όπως κρίθηκε, η ύπαρξη ελλείμματος είχε γνωστοποιηθεί στην εταιρεία ήδη από το έτος 2008 και παρά ταύτα η τελευταία δεν προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την κάλυψή του, ενώ τυχόν παράταση της προθεσμίας συμμορφώσεως της εταιρείας θα απέβαινε σε βάρος των ασφαλισμένων και θα διατηρούσε τους υφιστάμενους συστημικούς κινδύνους για την ασφαλιστική αγορά.
Κατόπιν τούτων, το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης αποφάσισε στη συνεδρίαση του στις 31/7/2009 τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνελεύσεως προγραμματισμένη στις 28/8/2009 για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ ετάχθη υπέρ της άμεσης υλοποιήσεως του εγκριθέντος προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως έως την επιτασσόμενη προθεσμία της 15ης/9/2009, με την κατάθεση των απαιτούμενων ποσών σε ειδικούς λογαριασμούς, τηρούμενους στην ...
και στην ... υπέρ της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου. Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα την 28.8.2009, αποφασίσθηκε "η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 143.500.000 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους και έκδοση 205.000.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών μετά ψήφου ονομαστικής αξίας 0,70 ευρώ και τιμή διαθέσεως ενός (1) ευρώ εκάστης".
Οι ενέργειες, ωστόσο, αυτές κρίθηκαν από το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανεπαρκείς, με την αιτιολογία ότι η, κατά τα ανωτέρω, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης δεν αποτελούσε πλήρη συμμόρφωση προς τις προγενέστερες αποφάσεις της αρχής, διότι, κατά παράβαση των κανόνων περί αξιολογήσεως της καταλληλότητας των προσώπων που προτίθενται να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο ασφαλιστικής επιχειρήσεως (άρθρα 2, 15α και 16 του ν.δ. 400/1970), από την ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως δεν προέκυπτε η ταυτότητα των προσώπων που θα αναλάμβαναν την κάλυψη του ποσού της αυξήσεως, ιδίως, μετά την παραίτηση ορισμένων μετόχων της από τα δικαιώματα προτιμήσεως αφετέρου δε, διότι από την απόφαση αυτή δεν προέκυπτε σαφώς η πρόθεση της εταιρείας να υλοποιήσει τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως με την προτεινόμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της ταχθείσης προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15.9.2009.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9 του ν.δ. 400/1970, σε δέσμευση του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, προς το σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων της (154/5Β/31.8.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ενώ, με την προαναφερθείσα 15273/21.9.2009 (Β' 2028) απόφασή του, ανακάλεσε οριστικώς, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, την άδεια συστάσεως και λειτουργίας της εταιρείας, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε.
Με την ίδια απόφαση, η πρώτη εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και διορίσθηκε ο επόπτης εκκαθαρίσεως και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν εντός σύντομης προθεσμίας στις ενέργειες που απαιτούνταν για το διορισμό εκκαθαριστή.... Όπως επίσης προκύπτει από το προοίμιο της ανακλητικής αυτής αποφάσεως, η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 3 παρ. 2 και 3 και 44 περ.
β' του ν.δ. 400/1970. Αυτοτελή αιτιολογικά ερείσματα της ανακλήσεως αποτέλεσαν αφενός μεν η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και, ιδίως, προς εκείνες που αφορούσαν την τήρηση του ελάχιστου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, οι οποίες οδήγησαν σε εκ των υστέρων έκλειψη των προϋποθέσεων νομίμου λειτουργίας της αφετέρου δε η άρνησή της να υλοποιήσει εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχαν εγκριθεί με τις 148/8/25.6.2009 και 152/2/3.7.2009 αποφάσεις της ΕΠ.Ε.Ι.Α. (άρθρα 17 γ παρ. 6 και 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970).
Πρόσθετο έρεισμα για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε η πλαστότητα της εγγυητικής επιστολής που είχε προσκομίσει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ο πρώτος εναγόμενος(στην πραγματικότητα δεύτερος) πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας,(μη διάδικος επίσης στην παρούσα δίκη) προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας όπως προέκυπτε από το 5185/18.9.2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος γεγονός που, σε συνδυασμό με την εν γένει παραβατική της συμπεριφορά, έθετε σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας της και ενίσχυε την εν γένει αφερεγγυότητά της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης με θητεία από της εκλογής του κατά τη Γενική Συνέλευση της 25ης/6/2007 μέχρι την 21/9/2009, οπότε και ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, είχε την ακόλουθη συγκρότηση:".Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, μεταξύ των οποίων,όπως εκθέτει και συνεχίζει και: "ο 6ος εναγόμενος, Σ.
Σ. Φ. (ήδη αναιρεσείων) σύμβουλος επιχειρήσεων,ήταν ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος από 25.6.2007 μέχρι της παραιτήσεως του την 29.7.2009. Κατά τη συνεδρίαση δε της 30ης/3/2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1/-31/12του 2008. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες(ήδη αναιρεσίβλητοι) με τις από 30-3-2009 αιτήσεις τους αιτήθηκαν την σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής για το αποταμιευτικό πρόγραμμα "...".
Ακολούθως εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 733781/31-3-2009Ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με λήπτη και ασφαλισμένο τον πρώτο ενάγοντα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου του την δεύτερη ενάγουσα, σύζυγο του, και το υπ' αριθμ. …80/31-3-2009 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτρια και ασφαλισμένη τη δεύτερη ενάγουσα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της τον πρώτο ενάγοντα, με ημερομηνία έναρξης την 30-3-2009, ημερομηνία λήξης την 30-3-2019, εφ άπαξ καταβαλόμενο καθαρό ασφάλιστρο ύψους 108.300 ευρώ, για το κάθε συμβόλαιο εγγυημένη ετήσια απόδοση ποσοστού 3% και δικαίωμα εξαγοράς μετά τριετία , ενώ το πραγματικό ασφάλιστρο που καταβλήθηκε για τα ως άνω συμβόλαια ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ από τον κάθε ενάγοντα.
Για τη σύναψη των ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαμεσολάβησε ο προστηθείς από την πρώτη εναγομένη Ν. Ζ. στα πλαίσια πολιτικής προώθησης των ανωτέρω προϊόντων της υπό την αιγίδα και τις οδηγίες της. Στην προσυμβατική πληροφόρηση. που ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των εναγόντων να συμβληθούν, και κατά την παρουσίαση και διαπραγμάτευση των ένδικων ασφαλίσεων, περαιτέρω δε και κατά την προκαταβολή εφάπαξ των αντίστοιχων ασφαλίστρων εκ μέρους των εναγόντων ούτε ο ανωτέρω διαμεσολαβητής, ούτε άλλος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ενημέρωσε τους ενάγοντες για την προ του έτους 2008 υφιστάμενη δυσχερή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης ενώ ήταν γνωστή η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, γεγονότα που^όπως ήδη αναφέρθηκε.κατά την εκτίμηση των άρμόδιων αρχών, εξέθεταν σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.
Αντιθέτως παρουσιάστηκε ηπρώτη εναγομένη ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή και η προφορική προσυμβατική πληροφόρηση συνοδεύτηκε από πληροφοριακά έγγραφα των ασφαλιστικών προϊόντων της. τα οποία επέδειξε ο παραπάνω διαμεσολαβητής στα πλαίσια των τεχνικών προώθησης των προγραμμάτων αυτών, ακολουθώντας τη στρατηγική προβολής και παρουσίασης, που υιοθέτησε η πρώτη εναγομένη δια του εκφράζοντος τη βούλησή της οργάνου., ήτοι του ΔΣ αυτής, με έμφαση στην οικονομική της ακμαιότητα.
Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια συνοδεύονταν από έντυπο το οποίο υπογραφόταν από τον δεύτερο εναγόμενο, από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης εταιρείας στο οποίο αναγραφόταν ότι "η Ασπίς Πρόνοια τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σ' έναν από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους της χώρας μας.
Πιστεύω ότι η επιλογή σας θα δικαιώσει τις προσδοκίες σας. Ο Όμιλος Ασπίς με εξειδικευμένες εταιρείες προσφέρει ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών, τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών". Οι παραπάνω πληροφορίες και το έντυπο ενημερωτικό υλικό που τις συνόδευε παρεμπόδισαν τους ενάγοντες να λάβουν με ορθοκρισία μια τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής καθώς η κατ' αυτόν τον τρόπο προώθηση των παραπάνω ασφαλιστικών προγραμμάτων, ήταν ικανή να στρεβλώσει και πράγματι εν προκειμένω στρέβλωσε την οικονομική τους συμπεριφορά ως υποψήφιων ασφαλισμένων-καταναλωτών.
Έτσι όμως η πρώτη εναγομένη δεν χειρίστηκε δίκαια και θεμιτά τους ενάγοντες ως καταναλωτές κατά την προσυμβατική πληροφόρηση.......με αποτέλεσμα να υποστούν οι ενάγοντες ζημία ανερχόμενη στο ως άνω προκαταβληθέν από τον καθένα τους ποσό ασφαλίστρου. Αποδείχθηκε πλήρως ότι η, ελλιπής και παραπλανητική προσυμβατική πληροφόρηση των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να τους οδηγήσει σε μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει και στη συνέχεια λίγους μήνες μετά να αιφνιδιαστούν από την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, υφιστάμενοι την προαναφερόμενη ζημία^που τελεί σε άμεσο και πρόσφορο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με την πλημμελή παροχή των ασφαλιστικών υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν 2251/1994 στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες.....Για τη ζημία αυτή των εναγόντων ευθύνονται εις ολόκληρον οι ως άνω εκκαλούντες - εναγόμενοι μέλη του συλλογικού οργάνου ήτοι του ΔΣ της πρώτης εναγομένης (μεταξύ των οποίων και ο ήδη αναιρεσείων) καθώς η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας, προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και δη από το ν.δ. 400/1970, που σκοπεί στην προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων (άρθρο 1 παρ. 3 του ν.δ. 400/1973) ήδη από το έτος 2008 δημιούργησε μη αναστρέψιμη επικίνδυνη κατάσταση για τους υποψήφιους ασφαλισμένους θέτοντας σε κίνδυνο την ασφαλιστική και καταναλωτική πίστη με διακύβευμα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης, όπως και έγινε.
Οι ίδιοι, αποτελώντας το συλλογικό όργανο της πρώτης εναγόμενης, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ. ήταν επιφορτισμένοι εκ του νόμου με τη λήψη αποφάσεων που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καθήκοντα δηλαδή που παραβίασαν με τη μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό, όπως τα επίδικα προγράμματα που εξέρχονταν από την "οικονομική αντοχή" της πρώτης και με την προπεριγραφόμενη τεχνική προώθησης-με έμφαση δηλαδή στην οικονομική ευρωστία και δύναμη της πρώτης εναγομένης, ενέργειες από τις οποίες όφειλαν να απέχουν ως μέλη του ανωτέρω οργάνου (ΔΣ) έχοντας συλλογική ευθύνη δράσης, η οποία ουδόλως παραλλάσει από την διάκριση του άρθρου 3 του Ν 3016/2002.....Και τούτο διότι στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονται τόσο τα εκτελεστικά όσο και τα μη εκτελεστικά μέλη όταν πρόκειται για τον πυρήνα των εταιρικών ζητημάτων, όπως εν προκειμένω η νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης και η σύννομη δράση της με τη διάθεση υγιών ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό στα πλαίσια φερεγγυότητάς της....
Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν τόσο από το νδ 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως που επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της προστασίας και εξασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων (άρθρο 1 παρ. 3 του ν.δ. 400/1973...) όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9Α δ του ν, 2251/1994 "περί προστασίας καταναλωτών" αλλά και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως τα όρια αυτών προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ^αφού σύμφωνα με αυτά και τη γενική επιταγή σύννομης δράσης δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, (όπως εν προκειμένω η διάθεση των ένδικων ελλατωματικών ασφαλιστικών προγραμμάτων χωρίς εγγυήσεις φερεγγυότητας), γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).
Τέτοια κατάλληλα μέτρα εν προκειμένω ήταν η έγκαιρη από το έτος 2008 διακοπή της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, λαμβανομένης υπόψη της με αρ 125/2/29.7.2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση....
καθώς η συνέχιση της μαζικής διάθεσής τους εγκυμονούσε κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, που έπρεπε η πρώτη ως προμηθεύτρια να αποφύγει. Αντιθέτως αυτή με την ως άνω προβολή των προϊόντων της εμπέδωσε την εμπιστοσύνη των εναγόντων - συναλλασομένων της και δημιούργησε δεσμό πίστεως, επί τη βάσει του οποίας οικοδομήθηκαν οι επίδικες συμβάσεις.
Αποδείχθηκε όμως ότι τα επίδικα ασφαλιστικά προγράμματα ως συμβατικές υποχρεώσεις της προμηθεύτριας - πρώτης εναγομένης ήταν απότοκος έκνομης οργάνωσης της δράστηριότητάς της κατά παράβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας και η προώθησή τους δεν έγινε με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου των επίδικων ασφαλιστικών προγραμμάτων και της διάθεσής τους.....Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, που είχε ως συνέπεια την διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που έθεσαν σε κίνδυνο ήδη από το 2008 έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, ελέγχεται ως συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης των εκκαλούντων - εναγομένων ως οργάνων της βούλησης της 1ης εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια ο...... 6ος, των εναγομένων - εκκαλούντων -εφεσίβλητων (μη εκτελεστικά μέλη)....κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (άρθ. 330 εδ.
β1 ΑΚ), δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914 ΑΚ) που δικαιολογεί την επίδικη αξίωση αποζημίωσης για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης,.....Ούτε η απαλλακτική κρίση των με αρ 665/2016 και 422/2017 βουλευμάτων για τα μη εκτελεστικά μέλη, ασκούν επιρροή στην ένδικη αδικοπραξία λαμβανομένου υπόψη ότι η αστική αδικοπραξία είναι έννοια ευρύτερη της ποινικά άδικης πράξης.
Περαιτέρω, οι παρασταθέντες .... 6ος ..... εναγόμενοι,....με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και, δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ' ένσταση με δόκιμο δικονομικά τρόπο δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το άρθρ. 262§ 1 ΚΠολΔ κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή προδιαγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚπολΔ,.....Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιον τρόπο και κάτω από ποιές ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης.
Σε κάθε δε περίπτωση όλοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε κατά τη συνεδρίαση της 30ης/3/2009 είχαν εγκρίνει ως μέλη του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 1/1/31/12 του 2008,.....".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο απέρριψε την από 13-3-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 4267/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους, (εις ολόκληρον με άλλους εναγόμενους με την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της επίσης εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας),κατά μερική αποδοχή της από 18-12-2010 αγωγής τους ,το ποσό των 110.000 ευρώ(συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 10.000 ευρώ,ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης),με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε, εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 του νόμου 2251/1994, 3 του νόμου 3016/2002 και 55 του ν.δ/τος 400/1970,που έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Ειδικότερα, με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά,ότι ο αναιρεσείων,ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αναφερόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας,κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα,καίτοι ήταν γνωστό ότι η τελευταία ,από το έτος 2008 είχε περιέλθει σε μη αναστρέψιμη και επικίνδυνη για τους υποψήφιους ασφαλισμένους οικονομική κατάσταση, λόγω μη διάθεσης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας και του αντίστοιχου εγγυητικού κεφαλαίου και ότι με την 125/2/29-7-2008 απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α.
είχε επιβληθεί στην ανωτέρω εταιρία απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων,περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν φρόντισε, από βαριά αμέλεια, ώστε να διακοπεί η μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων, ,όπως τα επίδικα ,που τέθηκαν υπόψη των αναιρεσιβλήτων στο στάδιο της προσυμβατικής τους πληροφόρηση και ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής τους βούλησης να συνάψουν στις 31-3-2009 τις ασφαλιστικές συμβάσεις,δηλαδή μόλις έξι περίπου μήνες πριν την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας και της δέσμευσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21-9-2009, καταφάσκεται η ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία.
Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος να παραβεί το απορρέον από την καταστατική του ιδιότητα καθήκον εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, μη• φροντίζοντας να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα,που θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, αποσύροντας τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι παράνομη,αφού αντίκειται τόσο στις διατάξεις του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, και αυτές του ισχύοντος στην ένδικη υπόθεση, ν.δ/τος 400/1970,που επιβάλλουν την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων καταναλωτών, όσο και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και ειδικότερα στο γενικό καθήκον "του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως".
Επομένως,οι δύο πρώτοι κύριοι λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ,λόγω εσφαλμένης εφαρμογής, αντίστοιχα, α) του άρθρου 8 του ν.2251/1994,επειδή αυτό εφαρμόζεται μεν στην ασφαλιστική εταιρία όχι όμως και στον ίδιο που ήταν απλό μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού της συμβουλίου και β) του άρθρου 3 του νόμου 3016/2002 σε συνδυασμό με το άρθρο 55 του ν.δ/τος400/1970, (βάσει του οποίου προβλέπεται ο ορισμός υπεύθυνων διαχείρισης Κινδύνων και Εσωτερικού Ελέγχου) ,αφού ως μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ίδιας εταιρίας δεν ασκούσε πραγματική διοίκηση και διαχείριση αυτής και η παρουσία του έχει καθαρά συμβουλευτικό χαρακτήρα, είναι αβάσιμοι.
Επισημαίνεται, ότι, κατά τα αναφερόμενα και στην αρχή της παρούσας, οι απορρέουσες από το νόμο 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας μέλος του δικοικητικού συμβουλίου ήταν και ο αναιρεσείων, αποτελούν και δικές του υποχρεώσεις, η από βαριά δε αμέλεια, λόγω της θέσης του αλλά και της επικίνδυνης για τους συναλλασσομένους κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η εν λόγω εταιρία, (κατά τις παραδοχές της απόφασης) παράβαση αυτών, δημιουργεί και για τον τελευταίο αδικοπρακτική ευθύνη, ενώ η ιδιότητά του ως μη εκτελεστικού μέλους ή και ο ορισμός εσωτερικών ελεγκτών, δεν τον απαλλάσσει ,ούτε καθιστά τον ρόλο του απλώς συμβουλευτικό, πολύ περισσότερο που είναι εκ του νόμου επιφορτισμένος (κατά τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας) με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων αλλά και με την εποπτεία των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρίας.
Η περιλαμβανόμενη στο δεύτερο κύριο αναιρετικό λόγο αιτίαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ίδιων διατάξεων των άρθρων 3 του ν.3016/2002 και 55 του v.400/1970, ενόψει αφενός μεν αποδοχής από το Εφετείο αντικειμενικής ευθύνης του, καίτοι για την κατάφαση αδικοπραξίας εκ μέρους του για παράβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας θα έπρεπε να υφίσταται άμεσος δόλος του, αφετέρου δε, μη αποδοχής αδικοπρακτικής ευθύνης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, είναι αβάσιμη,ως στηριζόμενη σε λανθασμένη προϋπόθεση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αλλά τέλεση αδικοπραξίας από βαριά αμέλεια, χωρίς να απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση αυτή μόνο δόλος,ενώ είναι σαφές από το περιεχόμενο της ότι δέχθηκε πρωταρχική αδικοπρακτική ευθύνη, έναντι των αναιρεσιβλήτων, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ανεξάρτητα του ότι μετά την ανάκληση της αδείας της και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις εναντίον του.
Με τον τρίτο κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης,ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση,κατ 'εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου,για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 914 και 298ΑΚ,τις οποίες όπως και την αρχή ne bis in idem παραβίασε με την παραδοχή ότι υποχρεούται να αποκαταστήσει την ζημία των αναιρεσιβλήτων ,καίτοι ταυτόχρονα δέχθηκε ότι έχουν την ίδια αξίωση και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία έχει υπαχθεί στη διαδικασία της αναγγελίας και επαλήθευσης, λόγω της ασφαλιστικής εκκαθάρισης στην οποία έχει τεθεί.
Ο λόγος είναι αβάσιμος,εφόσον όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 481 και 482ΑΚ,σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον ,όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι η οφειλή του αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας ήταν μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, ο δανειστής, ήτοι οι αναιρεσίβλητοι ,μπορούν να την απαιτήσουν από οποιονδήποτε συνοφειλέτη και μόνο η καταβολή της από την ανωτέρω εταιρία θα τον απήλλασσε, παραδοχή που δεν υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και ισχυρίζεται ο αναίρεσε ίων, ώστε να υφίσταται περίπτωση διπλής είσπραξης.
Με τον έκτο κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ και με επιλεκτική και αποσπασματική αναφορά του σκεπτικού της μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για ελλιπή αιτιολογία διότι α) δεν αναφέρει υπό ποία ιδιότητα υπάγεται, ως μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου στο πραγματικό πεδίο του άρθρου 8 του ν.2251/1994, β) δεν αναφέρει πώς και πότε υιοθετήθηκε η στρατηγική προβολής της εταιρίας, πότε και σε ποιά συνεδρίαση εγκρίθηκαν τα διαφημιστικά φυλλάδια και ποιά η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, πότε συμβλήθηκε και διαπραγματεύτηκε ο ίδιος με τους αναιρεσίβλητους και γ)περιορίζεται, για να τεκμηριώσει την αδικοπρακτική του συμπεριφορά και τον αιτιώδη σύνδεσμο της στην προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ζημία, στην έγκρισή του κατά τη συνεδρίαση της 30-3-2009 ,της ετήσιας οικονομικής έκθεσης της ανώνυμης εταιρίας της χρήσης του έτους 2008.0 ανωτέρω λόγος είναι : 1) ως προς την υπό στοιχείο α αιτίαση, αβάσιμος, αφού δεν απαιτείτο άλλη αιτιολογία για τη παραδοχή της ευθύνης του και με βάση τις διατάξεις του ν.2251/1994, 2) ως προς την υπό στοιχείο β αιτίαση, απαράδεκτος, διότι το πόρισμα του Εφετείου όσον αφορά στην ύπαρξη της στρατηγικής της παραπλανητικής προβολής της εταιρίας είναι σαφές, οι δε επικαλούμενες σε σχέση με αυτό ελλείψεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγησή του και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. 'Οσον αφορά την επικαλούμενη στην ίδια αιτίαση έλλειψη αιτιολογίας στην κατάρτιση των συμβάσεων ή διαπραγμάτευσή τους με τους αναιρεσίβλητους, είναι αβάσιμος, εφόσον στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση.
Ειδικότερα, είναι σαφές από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος η συνδεόμενη αιτιωδώς με την ζημία των αναιρεσιβλήτων, δεν συνίσταται σε προσωπική συναλλαγή ή διαπραγμάτευση με τους τελευταίους, ούτε αποκλειστικά στην εκτιθέμενη (ως επιχείρημα) έγκριση της ετήσιας Οικονομικής Έκθεσης για τη χρήση του έτους 2008.Αντίθετα, συνίσταται στην παράβαση του απορρέοντος από την καταστατική του ιδιότητα καθήκοντος εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας εξ' αιτίας της οποίας δεν φρόντισε να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα, που (όφειλε και τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2251/1994 και του ν.δ/τος 400/1970,αλλά και την αντικειμενική καλή συναλλακτική πίστη θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, ώστε να αποσυρθούν τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως, από βαριά αμέλεια, επέτρεψε τη συνέχιση της υπάρχουσας παραπλανητικής διαφημιστικής προβολής της εταιρίας,καίτοι ήταν γνωστή η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, αποτέλεσμα της οποία ήταν και η σύναψη των επίδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο λόγος και ως προς την υπό στοιχείο γ αιτίαση. Εξάλλου, δεν είναι ελλιπής, ούτε αντιφατική η αιτιολογία ως προς την ύπαρξη της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από την παραδοχή του Εφετείου για την εκκρεμούσα ίδια απαίτηση αυτών κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, που έχει υπαχθεί στο στάδιο της δικαστικής εκκαθάρισης) και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων με ειδικότερη αιτίαση του ίδιου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμα.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων, με την, κατ' επίφαση επίκλησης της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ αιτίαση, περί εσφαλμένης παραδοχής για ύπαρξη παραπλανητικής διαφημιστικής προβολής της ανώνυμης εταιρίας και για έγκριση εκ μέρους του της Ετήσιας Οικονομικής Εκθεσης του έτους 2008, πλήττει απαράδεκτα την επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ3/1997, ΑΠ851/2015).
Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι,απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί,οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ14/2004, ΑΠ87/2013, 180/2011), ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε ,έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ΑΠ 250/2014,1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ11/1996).
Με τον τέταρτο κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι καίτοι προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό περί έλλειψης ευθύνης του για την επέλευση της ένδικης ζημίας, εκθέτοντας ότι ως μη εκτελεστικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, ο ρόλος του ήταν καθαρά συμβουλευτικός, ότι δεν είχε πληροφόρηση από τα αρμόδια όργανα αυτής, ήτοι την Επιτροπή Εσωτερικού Ελέγχου ώστε να εκτιμήσει διαφορετικά ή να αμφισβητήσει την οικονομική της κατάσταση, ότι είχε ανακριβή πληροφόρηση ως προς αυτή από τους Π.
Ψ., πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου, Κ. Γ., γενικό διευθυντή και υπεύθυνο αναλογιστή και Β. Α., αναπληρωτή γενικό διευθυντή και διευθυντή οικονομικών υπηρεσιών και ότι το έτος 2008 δεν είχε λάβει μέρος σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον οι ως άνω αιτιάσεις συνιστούν κατά το πλείστον αιτιολογημένη άρνηση και σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Περαιτέρω, σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος, αλλά δύναται το μέλος της διοίκησης να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (Α.Π.1903/2013,627/2009).
Εξάλλου, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, λόγω της φύσης αυτού ως συλλογικού οργάνου έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται για τις εταιρικές υποθέσεις και σε περίπτωση ανάθεσης εξουσιών του διοικητικού συμβουλίου σε άλλους συμβούλους ή τρίτους, έχουν υποχρέωση εποπτείας αυτών.
Ειδικά δε τα μη εκτελεστικά μέλη ,λόγω της φύσης της αποστολής τους, ιδίως της εποπτείας που οφείλουν να ασκούν επί των εσωτερικών ελεγκτών και συνακόλουθα της ευθύνης τους για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, έχουν υποχρέωση να ενημερώνονται διαρκώς για το περιεχόμενο των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, για την γενικότερη πορεία της εταιρίας και για τις σχετικές ως προς αυτή ενέργειες των εκτελεστικών μελών.
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, απορρίπτοντας ως αόριστους τους προαναφερθέντες(περιεχόμενους στον τέταρτο κύριο λόγο της αίτησης του) ισχυρισμούς που είχε προβάλει ο αναιρεσείων για να υποστηρίξει την έλλειψη ευθύνης του για την ζημία των αναιρεσίβλητων, εφόσον με αυτούς επικαλείται μεν άγνοια της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της ανώνυμης εταιρίας, όχι όμως δικαιολογημένη, ήτοι οφειλόμενη σε νόμιμο λόγο απαλλαγής του από τα ανωτέρω καθήκοντά του.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο αναιρεσείων κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.14ΚΠολΔ,με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησής του,είναι αβάσιμα.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως ,με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πέμπτο κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησής του σε συνδυασμό με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεχόμενο πως ο αναιρεσείων, "κατά τη συνεδρίαση της 30ης/3/2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας για τη χρήση 1/1/-31/12/ του 2008", ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο με τον τίτλο "ΕΤΗΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΚΟΕΣΗ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ-31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008 σύμφωνα με το Ν.3556/2007",στο οποίο αναφέρεται μεν ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω εταιρίας, πλην όμως δεν υπογράφεται από αυτόν.
Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, μη έχοντας παραδοχή για ύπαρξη της υπογραφής του αναιρεσείοντος σε αυτό, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και, χωρίς να το εξαίρει, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων .
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6παρ.2 της ΕΣΔΑ και Μπαρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με τις παραδοχές αφενός μεν της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, αφετέρου δε, ότι "η απαλλακτική κρίση των με αρ.665/2016 και 442/2017 βουλευμάτων για τα μη εκτελεστικά μέλη δεν ασκούν επιρροή στην ένδικη αδικοπραξία λαμβανομένου υπόψη ότι η αστική αδικοπραξία είναι έννοια ευρύτερη της ποινικά άδικης πράξης", δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την απαλλακτική κρίση και την αποδυναμώνει. Ο λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης το περιεχόμενο των ανωτέρω βουλευμάτων ,ούτε προσκομίζονται αυτά, προκειμένου να επισκοπηθούν από το δικαστήριο για να διαπιστωθεί αν αφορούν τον αναιρεσείοντα και αν τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση αυτών ταυτίζονται με αυτά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176,183ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου 2017 αίτηση και τους από 25 Ιουλίου 2018 πρόσθετους αυτής λόγους του Σ. Φ. για αναίρεση της 2630/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ