Legislator Case Law & Legislation
1/2016 AI generated

1/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "..." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Γ. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Λωλίδου-Παγίδα, με δήλωση του άρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2454/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5556/2003 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 19-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την οποία αμφισβητήθηκε ο χαρακτήρας του μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού, ως αλληλοχρέου, αλλά και το δικαίωμα της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, ως εξ αναγωγής δικαιούχου, για την άσκηση των συγκεκριμένων, εναντίον του, απαιτήσεων.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Είναι, επίσης, "πράγματα" τα προταθέντα για θεμελίωση ουσιαστικών ενστάσεων ή αντενστάσεων περιστατικά. "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως πράγματα, κατά την εκτεθείσα ως άνω έννοια, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην, με ορθή ερμηνεία, έννοια του εφαρμοστέου νόμου. Εξ άλλου, με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει μεν αιτιολογίες, αλλά αυτές είναι αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζητήματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, σε περιστατικά που δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου, (ανεπαρκείς αιτιολογίες). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ'αυτές, εφ'όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτόν (ολ.ΑΠ.4/2006). Σε περίπτωση δε της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει, άμεσα ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες και δεν τους εφάρμοσε ή, καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε σ'αυτούς (ΑΠ 1210/2008). Στην υπό κρίση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα ακόλουθα: "... Μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "... της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εκκαλούσα "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"'λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώτης (καθής η ανακοπή) από 1 8-2-2000 (ήδη αναιρεσείουσας) και της εταιρείας "..." Εμπορίας Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και τον διακριτικό τίτλο, "..." (ήδη αναιρεσίβλητης), καταρτίσθηκε την 16-7-1996, σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η πιο πάνω εταιρεία ανέλαβε, ως προμηθευτής, την υποχρέωση να υποβάλλει προς εκχώρηση προς την εταιρία που απερρόφησε η εκκαλούσα, ως πράκτορα, μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της κατά των πελατών της (οφειλετών) από πωλήσεις αγαθών ή παροχή προς αυτούς υπηρεσιών, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, με την οποία συμφωνήθηκε επίσης (άρθρο 9.1) να παρακολουθούνται λογιστικά από την εκκαλούσα οι εκχωρούμενες απαιτήσεις και οι έναντι αυτών καταβολές, σε ειδικούς λογαριασμούς με την μορφή αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα καταχωρούντο όλες οι από την σύμβαση χρεώσεις και πιστώσεις. Στη σύμβαση αυτή επισυνάφθηκαν και αποτέλεσαν τμήμα της, τρεις πράξεις που υπογράφηκαν την ίδια ημέρα από τους συμβαλλομένους, με τις οποίες ορίσθηκε αντίστοιχα: α) ότι η αμοιβή της ... ανέρχεται σε ποσοστό 1,25% επί της ονομαστικής αξίας των απαιτήσεων που εκχωρούνται, β) ότι αυτή θα χορηγεί στον προμηθευτή προκαταβολές έναντι των απαιτήσεων που της εκχωρεί σε ποσοστό μέχρι 85% επί της ονομαστικής αξίας αυτών με επιτόκιο 21% και γ) ο προμηθευτής παρείχε την εντολή και πληρεξουσιότητα στην αντισυμβαλλόμενη αυτού (...), να εισπράττει από οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα προς εξόφληση των απαιτήσεων που εκχωρήθηκαν και να λαμβάνει για τον ίδιο σκοπό αξιόγραφα, να επιδιώκει δε δικαστικά και εξώδικα την είσπραξη αυτών. Δύο περίπου έτη αργότερα, στις 30-9-1998, υπογράφηκε μεταξύ του εφεσίβλητου- ανακόπτοντα και της ..., σύμβαση εγγυήσεως στην οποία αναγράφεται, ότι ο εφεσίβλητος αφού έλαβε γνώση της πιο πάνω κύριας συμβάσεως πρακτορείας μεταξύ της πρωτοφειλέτιδας και της ... που συμφωνήθηκε με δικαίωμα αναγωγής, εγγυάται ως αυτοφειλέτης προς αυτή, την εξόφληση όλων των ποσών που η ... κατέβαλε ή θα καταβάλει στην πρωτοφειλέτιδα-πιστούχο (...) σε εκτέλεση της σύμβασης, μέχρι του ποσού των 200.000.000 δρχ. Η ... έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό του προμηθευτή στις 1-6- 1 999 με χρεωστικό σε βάρος του υπόλοιπο 358.213.889 δρχ. και κατήγγειλε την σύμβαση πρακτορείας με εξώδικο που επέδωσε στον προμηθευτή και τους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και στον ανακόπτοντα-εφεσίβλητο. Κατόπιν αυτού η ... προσκομίζοντας αντίγραφα των πιο πάνω συμβάσεων, της καταγγελίας και αποσπάσματος των λογιστικών της βιβλίων με την κίνηση του λογαριασμού του προμηθευτή από το κλείσιμο του οποίου προέκυψε το πιο πάνω υπόλοιπο και ισχυριζόμενη ότι με την κυρία σύμβαση συμφωνήθηκε .η εκχώρηση προς αυτή με δικαίωμα αναγωγής απαιτήσεων του προμηθευτή -πρωτοφειλέτη, ζήτησε και επέτυχε την έκδοση της διαταγής πληρωμής 18615/1999 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος-ανακόπτων να καταβάλει στην αιτούσα το παραπάνω ποσό λόγω της εγγυήσεως την οποία παρείχε στην πρωτοφειλέτιδα της κυρίας συμβάσεως, της οποίας διαταγής ζητήθηκε η ακύρωση. Εντούτοις, όμως στην κυρία σύμβαση πρακτορείας, δεν υπάρχει ρητός όρος, ούτε μπορεί να συναχθεί από αυτή ότι η εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή προς την ... γίνεται με δικαίωμα αναγωγής, ήτοι ότι πρόκειται για σύμβαση μη γνησίου factoring κατά το οποίο ο προμηθευτής ευθύνεται, εκτός από την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων που εκχωρεί και για την φερεγγυότητα των οφειλετών του. ώστε σε περίπτωση αδυναμίας εισπράξεως της απαιτήσεως που εκχωρήθηκε από την εκκαλούσα λόγω οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη, η αιτούσα να χρεώνει τον τηρούμενο λογαριασμό του προμηθευτή με το ποσό της ανείσπρακτης απαίτησης και του οφειλόμενου τόκου, την οποία προηγουμένως είχε πιστώσει στον ίδιο λογαριασμό. Στο άρθρο 2 της συμβάσεως που αφορά τον τρόπο εκχώρησης των απαιτήσεων, αναγράφονται οι κίνδυνοι που αναλαμβάνουν τα μέρη και για τις δύο περιπτώσεις, ότι στην περίπτωση μεν που οι απαιτήσεις εκχωρούνται χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η καθής θα φέρει τον κίνδυνο της μη εξόφλησης αυτών λόγω οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη (παράγραφος 2.1 α), ότι στην περίπτωση δε που οι απαιτήσεις εκχωρούνται με δικαίωμα αναγωγής, ο κίνδυνος μη εξόφλησης αυτών παραμένει στον προμηθευτή, οπότε η ... αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των απαιτήσεων αυτών στον προμηθευτή, μόνο εφόσον ο οφειλέτης τις εξοφλήσει (παράγραφος 2.1 β). Ανάλογη ρύθμιση αναγράφεται και στο άρθρο 6 της σύμβασης, το οποίο αφορά την απόδοση ρευστοποιήσεων στον προμηθευτή ανάλογα με το αν οι απαιτήσεις εκχωρήθηκαν χωρίς δικαίωμα αναγωγής, οπότε το ποσό της απαίτησης καταβάλλεται στον προμηθευτή όταν εξοφληθεί και σε κάθε περίπτωση 90 ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση έγινε ληξιπρόθεσμη και 'απαιτητή, ή αν εκχωρήθηκαν χωρίς δικαίωμα αναγωγής, οπότε η καθ' ης καταβάλλει στον προμηθευτή το ποσό μόνο όταν η απαίτηση εξοφληθεί, διαφορετικά μεταβιβάζει την απαίτηση και πάλι στον προμηθευτή παραδίδοντας σ' αυτόν και όλα τα σχετικά έγγραφα (παράγραφοι 6.3 και 6.4). Συνάγεται λοιπόν με σαφήνεια, ότι οι ρυθμίσεις αυτές όχι μόνον δεν περιέχουν ρητή συμφωνία περί εκχωρήσεως των απαιτήσεων του προμηθευτή με δικαίωμα αναγωγής του πράκτορα, αλλά ούτε μπορεί να συναχθεί από αυτές παρόμοια συμφωνία περί διευρύνσεως της ευθύνης του προμηθευτή, εφόσον περιλαμβάνουν και τις δύο περιπτώσεις, αλλά αντίθετα φαίνεται κατ' αρχήν η ύπαρξη δυνατότητας εκχωρήσεως άλλων μεν απαιτήσεων με δικαίωμα αναγωγής του πράκτορα και άλλων χωρίς το δικαίωμα αυτό. Τούτο όμως δυνατότητα δηλαδή συνάψεως συμβάσεως με δικαίωμα αναγωγής, αλλά και χωρίς αυτό συγχρόνως στην ίδια σύμβαση, ούτε προβλέπεται από το ν. 1905/90, ούτε καθορίζεται στην συγκεκριμένη σύμβαση περαιτέρω με ποίους όρους συμφωνείται ποιες απαιτήσεις και με ποιες προϋποθέσεις εκχωρούνται ή θα εκχωρηθούν στο μέλλον με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η παροχή. Εφόσον δε, δεν προκύπτει συμφωνία διεύρυνσης της ευθύνης του προμηθευτή, εφαρμογή έχει το άρθρο 3 παρ.1 Ν. 1905/1990, κατά το οποίο ο προμηθευτής ευθύνεται μόνο για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης και η εκχώρηση των απαιτήσεων του προμηθευτή γίνεται χωρίς δικαίωμα αναγωγής εκ μέρους του πράκτορα και εν προκειμένω της .... Εκτός όμως από την ρύθμιση του νόμου, αυτό συνάγεται και από όλο το περιεχόμενο της συμβάσεως και ειδικότερα από τα εξής: α) στο άρθρο 4 της σύμβασης που αφορά την έγκριση απαιτήσεων για αναδοχή, ορίζεται ότι η καθής δικαιούται κατά την κρίση της να δέχεται ή να απορρίπτει, μερικά ή ολικά, αιτήματα για αναδοχή απαιτήσεων του προμηθευτή που υποβάλλονται προς έγκριση εγγράφως σ' αυτή από το στάδιο της παραγγελίας ακόμη των προς πώληση ειδών, αναφέροντας πληροφορίες που αφορούν τον οφειλέτη, την διεύθυνση ή έδρα του, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του και τους όρους πληρωμής και παράδοσης των παραγγελθέντων ειδών ή υπηρεσιών, μετά δε την έγκριση του αιτήματος αναδοχής απαιτήσεων κατά συγκεκριμένου οφειλέτη, ο προμηθευτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκχωρεί στην καθής όλες τις απαιτήσεις του έναντι του οφειλέτη αυτού, β) Στο άρθρο 5 στο οποίο περιέχονται δεκατρείς εγγυήσεις του προμηθευτή ως προς τις απαιτήσεις που εκχωρεί και ορίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση που κάποιος από τους δεκατρείς αυτούς όρους, την τήρηση ή ύπαρξη των οποίων εγγυάται ο προμηθευτής, δεν μπορεί να εκπληρωθεί, τότε η εκχώρηση είναι άκυρη και ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να επιστρέψει στην καθής, δηλ. την ..., κάθε ποσό που εισέπραξε έναντι της απαίτησης αυτής (παράγραφος 5.2). Μεταξύ των δεκατριών αυτών εγγυήσεων που παρέχει ο προμηθευτής όπως, ότι οι απαιτήσεις που εκχωρεί προέρχονται από νόμιμες συναλλαγές, ότι υποβλήθηκαν όλες οι σχετικές πληροφορίες με αυτές, ότι τα πωληθέντα αγαθά ή υπηρεσίες είναι απαλλαγμένα νομικών ελαττωμάτων ή δικαιωμάτων τρίτων, ότι διαφορές μεταξύ προμηθευτή και πελάτη- οφειλέτη του θα επιλύονται μεταξύ τους, ότι περιλαμβάνεται και η εγγύηση του προμηθευτή (παράγραφος 5.1Θ) τυχόν μη εμπρόθεσμη ή "ολοσχερής εξόφληση της απαίτησης οφειλόμενη σε λόγους εκτός της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη, περιλαμβανομένων των γεγονότων ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του οφειλέτη, υποχρεώνει τον προμηθευτή να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για την άρση των λόγων αυτών". Από τα δύο αυτά σημεία της συμβάσεως συνάγεται, ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε από τα μέρη ως σύμβαση εκχωρήσεως επιχειρηματικών απαιτήσεων χωρίς δικαίωμα αναγωγής εκ μέρους του πράκτορα, δηλαδή της ..., επειδή στην αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχε ανάγκη να συμφωνηθεί διαδικασία εξετάσεως και εγκρίσεως των υπό εκχώρηση απαιτήσεων και των οφειλετών αυτών προσωπικά, από το στάδιο ακόμη της παραγγελίας των εμπορευμάτων, αφού ο προμηθευτής θα έφερε ούτως ή άλλως τον κίνδυνο και για την φερεγγυότητα των οφειλετών, αλλά κυρίως επειδή η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη εξαιρείται από τα γεγονότα την ύπαρξη των οποίων εγγυάται ο προμηθευτής ως προς την μη εμπρόθεσμη ή ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης. Ο ισχυρισμός της ..., ότι η σύμβαση συμφωνήθηκε με δικαίωμα αναγωγής κατά του προμηθευτή και ότι τούτο συνάγεται από το με ημερομηνία 16-7-1996 έγγραφο της υπηρεσιακής της επιτροπής, αποτελούμενης από τον τότε Γενικό Διευθυντή και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, με το οποίο έγγραφο εγκρίνεται η κατάρτιση της σύμβασης με την πρωτοφειλέτιδα με όρους αυτής "εγχώριο factoring με δικαίωμα αναγωγής". Εξετάζεται κατά περίπτωση factoring χωρίς δικαίωμα αναγωγής. Επανεξέταση όρων συνεργασίας μετά την 31-10-1996", είναι αβάσιμος. Τούτο επειδή το έγγραφο αυτό ανάγεται στην εσωτερική υπηρεσία της καθής και κανένας από τους αναφερόμενους και προτεινόμενους σ' αυτό "όρους" δεν περιλήφθηκε στην σύμβαση που καταρτίσθηκε. Ο ισχυρισμός της επίσης ότι τούτο συνάγεται από την σύμβαση εγγυήσεως που υπέγραψε ο ανακόπτων, είναι αβάσιμος, επειδή παρότι σ' αυτή όπως ελέχθη αναγράφεται ότι "ο εγγυητής έλαβε γνώση της από 16-7-1996 σύμβασης δυνάμει της οποίας η πιστούχος εκχώρησε στην καθής με δικαίωμα αναγωγής γεγεννημένες απαιτήσεις της κατά των πελατών-οφειλετών της", ο εγγυητής αναλαμβάνει με την σύμβαση εγγυήσεως την ευθύνη έναντι του δανειστή, ότι θα καταβληθεί η παροχή που του οφείλεται από συγκεκριμένη κύρια σύμβαση, όπως αυτή έχει υπογραφεί μεταξύ των συμβαλλομένων της και δεν μπορεί να αναλάβει ευθύνη σε μεγαλύτερη έκταση ή επαχθέστερη από εκείνη που ανέλαβε ο πρωτοφειλέτης, επειδή τούτο δεν συμβιβάζεται με τον παρεπόμενο και κατά κανόνα επικουρικό χαρακτήρα της εγγυήσεως σε σχέση με την κύρια οφειλή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 847, 851ΑΚ. Εφόσον συνεπώς η σύμβαση συμφωνήθηκε χωρίς δικαίωμα αναγωγής της καθής, η ίδια φέρει τον κίνδυνο για την φερεγγυότητα των οφειλετών του προμηθευτή και δεν μπορεί να χρεώνει τις ανείσπρακτες λόγω οικονομικής αδυναμίας των οφειλετών απαιτήσεις που της εκχωρήθηκαν στην χρεωστική στήλη του λογαριασμού που τηρεί, όπως έπραξε στην κρινόμενη περίπτωση χρεώνοντας τον λογαριασμό του προμηθευτή με το προαναφερόμενο ποσό, στηρίζοντας την ενέργεια της στο δικαίωμα αναγωγής που υποστήριξε αβάσιμα ότι διαθέτει με την αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής. Ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις τις οποίες χρέωσε στον λογαριασμό είναι άκυρες, επειδή ο προμηθευτής δεν τήρησε τις εγγυήσεις που της παρείχε με το άρθρο 5 της συμβάσεως, ή ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν εισπράχθηκαν και έτσι χρεώθηκαν στον προμηθευτή στον οποίο επιστράφηκαν τα αντίστοιχα παραστατικά αυτών, λόγω ανυπαρξίας των απαιτήσεων ή του ύψους αυτών ή για λόγους οφειλόμενους σε ενστάσεις που προέβαλαν κατ' αυτών οι οφειλέτες. Επομένως ο εφεσίβλητος-ανακόπτων δεν οφείλει το αιτούμενο με την διαταγή ποσό το οποίο συνολικά αποτελείται από ανείσπρακτες από την καθ' ης εκχωρηθείσες απαιτήσεις λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών. Εξάλλου, από όλα τα ανωτέρω ουδεμία διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξίας προκύπτει, ώστε να είναι αναγκαία η προσφυγή στις ανωτέρω διατάξεις (ΑΚ 173 και 200) για να διαπιστωθεί η αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων. Από τις δηλωθείσες βουλήσεις, όπως αυτές προεκτέθηκαν και αποδείχθηκαν, δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενο τους και έτσι, όπως προλέχθηκε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προμνημονευόμενους κανόνες ...". Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο περιέχει στην απόφασή του εκτενή, σαφή και μηδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Η αναιρεσείουσα, όπως εκτιμάται ο πρώτος αναιρετικός λόγος, προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες διότι: α) "στη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών επιχειρήσεων ... ο όρος οικονομική αδυναμία ... (έχει την έννοια) πτώχευσης, παύσεως πληρωμών κλπ ...", ενώ το Εφετείο, δεν ερμήνευσε τον πιο πάνω όρο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, "... δέχθηκε ότι ο όρος "οικονομική αδυναμία", σημαίνει, μη πληρωμή εκ μέρους του οφειλέτη ανεξαρτήτως λόγου ...". Όμως το Εφετείο δέχεται, πώς η σχετική δικαιοπραξία ήταν σαφής και δεν υπήρχε ανάγκη προσφυγής στις πιο πάνω διατάξεις. Αφού, επομένως, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, ουδόλως, ως θεωρεί η αναιρεσείουσα, είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες. Τούτο, άλλωστε, ρητά και με σαφήνεια αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Το ότι, σύμφωνα με την κρίση της αναιρεσείουσας, δεν αποδίδεται η, κατ'αυτήν, προσήκουσα έννοια στον όρο "οικονομική αδυναμία" δεν μπορεί να έχει την έννοια, πως η απόφαση περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία. Προσέτι, όλα τα παραπάνω, περί των ανωτέρω συμβάσεων, των όρων και των συνεπειών τους, εκτίθενται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα δε με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, πρόκειται πράγματι, όχι για "πράγματα", αλλά για πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς, χωρίς αυτοτέλεια, που, άλλωστε, αντιμετωπίστηκαν. 'Αρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα θεωρεί, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "διαπίστωσε έμμεσα πλην σαφώς την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του όρου της σύμβασης και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως ...". Όμως, πάντα ταύτα, αποτελούν απλές εκτιμήσεις της αναιρεσείουσας, ενώ το αντίθετο εξάγεται, από τις παραδοχές της απόφασης όπως ήδη εκτέθηκαν. 'Αρα, ουδόλως, το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος είναι αβάσιμος αν προκύπτει, αδιστάκτως, από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και έγινε επίκλησή τους (ΑΠ 1763/2007). Δεν είναι δε ανάγκη να υπάρχει στην απόφαση ειδική και αναλυτική μνεία και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου και της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου. Στην παρούσα περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, πώς το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του " από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι ...". Άρα, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, σε συνδυασμό και με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (ισολογισμοί 1996, 1997, επιστολές, πινάκιο επιταγών, έγγραφο της Υπηρεσιακής Επιτροπής της ...).

Συνεπώς, ο τρίτος με στοιχείο I, από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, στον ίδιο αναιρετικό λόγο, με στοιχείο

ΙΙ, προβάλλεται η παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 1905/1990, "όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα αυτά ...". Όμως, η επανεκτίμηση των αποδείξεων από την αναιρεσείουσα και η αξιολόγηση των εγγράφων αυτών, κατά την κρίση της, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). 'Αλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ουδεμία παραβίαση της ως άνω διάταξης υπάρχει, ούτε υπήχθησαν εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο, σ'αυτή. Άρα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά απ'αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατάθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαρτίου 2004 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 5556/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ