1/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4913/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/9/2009 αίτησή του και τον από 13/4/2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
Legislator headnote
AI generated1/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδαφ. δεύτερο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και ισχύει από 20/3/2013 "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Full text
Απόφαση 1 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Α., έως και 28) Σ. Χ. ή Χ. του Θ., κατοίκων ... . Οι υπό στοιχεία 7, 11 και 22 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Σούκου και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4913/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/9/2009 αίτησή του και τον από 13/4/2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/9/2009 αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του πρόσθετου λόγου αυτής.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδαφ. δεύτερο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και ισχύει από 20/3/2013 "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 15/9/2009 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ο από 13/4/2011 πρόσθετος λόγος, για αναίρεση της 4913/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της πρώτης των οποίων με πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως η 27/11/2011 και μετ' αναβολή η 24/4/2012, ημερομηνία κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.
Στη συνέχεια η επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως έγινε με την από 5/6/2012 κλήση των 28 αναιρεσιβλήτων, την οποία υπογράφει ως πληρεξούσια δικηγόρος η Ειρήνη Σούκου και ορίσθηκε δικάσιμος προς συζήτηση της ως άνω υποθέσεως η 26/2/2013. Κατά την ημερομηνία αυτή εμφανίσθηκε η δικηγόρος Ειρήνη Σούκου ως πληρεξούσια όλων των αναιρεσιβλήτων που επέσπευδαν τη συζήτηση και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22/10/2013 ).
Κατά την ημερομηνία αυτή οι 25 από τους 28 αναιρεσίβλητους παρέστησαν δια της πληρεξουσίου τους ως άνω δικηγόρου Ειρήνης Σούκου, ενώ οι 7η Χ. Κ., 11η Κ. Μ. και 22ος Ν. Π. δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση. Όμως από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, ότι η ανωτέρω δικηγόρος, η οποία φερόταν ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των αναιρεσιβλήτων δεν είχε πληρεξουσιότητα των τριών ως άνω αναιρεσιβλήτων, α) για να επισπεύσει τη συζήτηση ή β) να παραστεί νόμιμα, κατά τη δικάσιμο της 26/2/2013 και να ζητήσει αναβολή για λογαριασμό και των ως άνω τριών αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί (7η, 11η και 22ος) κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση για τους 25 ως άνω αναιρεσιβλήτους και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, οι οποίοι επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση και εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους 7η, 11η και 22°, οι οποίοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση, ούτε παρέστησαν νομίμως κατά τη δικάσιμο της 26/2/2013 που αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως,αλλ' ούτε κλητεύθηκαν νομίμως.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8 και 11 παρ. 1 και 6 του Ν. 1505/1984, που άρχισε να ισχύει από 1/1/1997,προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση του μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.
Το ότι η παραπάνω παροχή έχει το χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.
Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο12 παρ.1 του Ν. 2470/1997,ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ανήλικα τέκνα,12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.
Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του Ν. 2515/1997, ορίζεται ότι σε περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με το Ν. 1505/-1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαυξήσεως μισθού.
Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση,οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Η εξίσωση με βάση την αρχή αυτή γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.Α.Π. 6/2001). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και συνεπώς είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προ του έτους 1999 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι αν και ήταν έγγαμοι, το αναιρεσείον δεν τους χορήγησε την ως άνω οικογενειακή παροχή, κατά τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 για το λόγο, ότι την παροχή αυτή ελάμβαναν οι σύζυγοι τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά έκρινε ακολούθως ότι οι με τις παραπάνω διατάξεις τιθέμενοι περιορισμοί στη χορήγηση της ένδικης οικογενειακής παροχής αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, του κυρίως δικογράφου της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 του Ν. 2362 /1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεως τους και κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με τον οποίο ρυθμίζεται γενικώς το θέμα ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 9/2009 για τις αντίστοιχες διατάξεις του Ν.Δ. 496/ 1974.ΑΕΔ 32 / 2008, Ολ.Α.Π. 29/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 93 περ. β' του ίδιου ως άνω νόμου, η παραγραφή διακόπτεται με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως. Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή.
Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για την οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997, για το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 μέχρι 31/12/1999 υπόκεινται σε διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και είναι δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και ότι οι αξιώσεις τους για το έτος 1999 δεν υπέπεσαν στη διετή, ως άνω παραγραφή, καθόσον η παραγραφή των αξιώσεων αυτών, του έτους 1999, η οποία συμπληρωνόταν στο τέλος του έτους 2001, διακόπηκε με την από 27/12/2001 αίτηση διαμαρτυρίας προς το αναιρεσείον και την από 27/12/2001 αίτηση αναγνωρίσεως της απαιτήσεως τους προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, επί των οποίων δεν δόθηκε απάντηση, και εντός εξαμήνου άσκησαν την ένδικη αγωγή η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 10/5/2002.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων για το έτος 1999. Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 91 εδ' α' του Ν. 2362/1995, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων, σύμφωνα με το εφαρμοστέο άρθρο 90 του Ν. 2362/1995, είναι η γένεση της αξιώσεως και όχι το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο αυτή γεννήθηκε.
Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είναι παραδεκτός, αφού αφορά σε κεφάλαιο αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό του μοναδικού λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενόψει του ότι η γνήσια ένσταση της παραγραφής δεν στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί διαφορετικό κεφάλαιο απ' αυτό της ένδικης αξιώσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση και παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτούς για το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους 1η, 2ο, 3η, 4ο, 5η, 6η, 8η, 9η, 10η, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18η, 19ο, 20η, 21η, 23η, 24η, 25ο, 26η, 27η και 28η των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους 7η, 11η και 22ο των αναιρεσιβλήτων.
Δικάζει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους 25 αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στην πρώτη διάταξη.
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 4913/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στην προηγούμενη διάταξη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ