1/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2011
Legislator headnote
AI generated1/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο καΙ Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Βλάμη και Νικόλαο Τραταρό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SOLΙDUS SECURITIES Ανώνυμος ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3160/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8994/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-12-2006 αίτησή του και τους από 7-10-2007 και 8-10-2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 29-10-2007 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ελένης Σπίτσα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 2148/27-6-2007, 5790/9-10-2007 και 5793/10-10-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Μ. η πρώτη και Χ. Μ. οι λοιπές, προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των από 7-10-2007 και 8-10-2007 δικογράφων προσθέτων λόγων αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επίσης, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7264/12-12-2009 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Χ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 10-11-2008 κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων (μετά την αρχική ματαίωση συζητήσεως της υποθέσεως) κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 29-5-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επομένως, εφ' όσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στην αναιρετική διαδικασία διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 §1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς το χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του, μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου. Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής. Εξάλλου, το άρθρο 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων. Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ, δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία. Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17-5-1989 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούνταν οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές. Σύμφωνα με την παραπάνω υπουργική απόφαση, το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Δηλαδή ο νομοθέτης, απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησης τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Υπό την εκδοχή ότι η διάταξη της § 2 του άρθρου 27 επιβάλλει στα μέλη του χρηματιστηρίου την καταχώριση των σχετικών συναλλαγών τους με τους πελάτες τους στα υπό του άρθρου αυτού οριζόμενα ειδικά βιβλία, προκειμένου να μπορούν να επικαλεστούν αυτές έναντι των τελευταίων, δυσχεραίνεται η θέση αυτών, εφόσον τα τηρούμενα από τη χρηματιστηριακή εταιρεία βιβλία θα αποτελούν απόδειξη υπέρ αυτής (άρθρα 444 αρ. 1, 447 ΚΠολΔ), χωρίς όμως τους περιορισμούς που θέτει η διάταξη του άρθρου 448 §1 εδ. β" ΚΠολΔ (πλήρης απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξη της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή), αφού η χρηματιστηριακή εταιρεία θα επικαλείται και θα αποδεικνύει χρηματιστηριακές συναλλαγές αρκεί να τις έχει καταχωρίσει στα τηρούμενα από την ίδια βιβλία, δηλαδή θα αποδεικνύει όχι μόνο το μέγεθος της απαίτησης αλλά και την ύπαρξη της, ενώ ο εντολέας της επενδυτής, κυρίως φυσικό πρόσωπο, δεν θα μπορεί να πράξει το ίδιο. Έτσι, όμως, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων, που αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος αλλά και στις υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, διατάξεις του άρθρου 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στοιχείο της οποίας αποτελεί και η ισότητα των δικονομικών όπλων (ΟλΑΠ 19/2007). Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το ότι με την νεότερη 23832/Β. 451/29-5-1992 απόφαση ΥΠΕΘΟ και στη συνέχεια με την 18/15-1-1999 απόφαση του Δ.Σ του ΧΑΑ, εισήχθη υποχρεωτικά στο ΧΑΑ, το σύστημα αυτοματοποιημένων συναλλαγών με μαγνητοφώνηση των συναλλαγών για λόγους ασφαλείας, ταχύτητας, διεκπεραιώσεως και μειώσεως του κόστους των συναλλαγών στο ΧΑΑ και με το ν. 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιριών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και το πλαίσιο συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει την διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για την χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές στις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς τις ΑΧΕ. Η ως άνω τελολογική ερμηνεία ανταποκρίνεται και στη συστηματική ένταξη των διατάξεων του άρθρου 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 στο κεφάλαιο Ζ του εν λόγω νόμου, το οποίο αφορά τη διαφάνεια των συναλλαγών "ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων". Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των συμβαλλομένων, με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, επομένως και με έγγραφα και μάρτυρες ( Ολ. ΑΠ 5/2009) και αν ακόμη ο χρηματιστής δεν έχει εκπληρώσει τις απορρέουσες από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεις του προς τήρηση των υπό του νόμου οριζομένων βιβλίων και έκδοση και παράδοση των κατά τα άνω απαιτούμενων στοιχείων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας, για χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε για λογαριασμό του άνευ εντολής του, από τΙς οποίες προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ αυτού, το οποίο και του επιδίκασε. Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι διενεργήθηκαν από την αναιρεσίβλητη οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματιστηριακές συναλλαγές κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος προς διενέργεια αυτών, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εντολή προς εκτέλεση και η εκτέλεση της εντολής των χρηματιστηριακών αυτών συναλλαγών στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, μπορούσαν να αποδειχθούν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο ακόμη και με μάρτυρες και με έγγραφα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και όχι αποκλειστικά εγγράφως με την τήρηση του τριπλοτύπου βιβλιαρίου εντολών. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 2 του Ν.3632/1928, 27 παρ.1 του Ν. 1806/1988 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ.1 Ν.2533/97, 8 παρ. 2 του ν. 2396/1996, την παρ. ΑΙ της υπ' αριθμ. 6280/Β508/89 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 6160/1996 απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και συγκεκριμένα τις διατάξεις των παραγράφων της αποφάσεως αυτής (ΕΙ) 2 εδαφ. 2 (Ε2) 2 εδαφ.3, (Ε3) 2 εδαφ. 4, (Ε4) εδαφ.1, (Ε5) 4 εδαφ. 9 και (Ε6) εδαφ.II, ούτε ψευδώς ερμήνευσε την υπ' αριθμ. 23832/Β451/29-5-1992 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και τις υπ' αριθμ. 18/15.1.1999 και 30/7.10.99 αποφάσεις του Δ.Σ του ΧΑΑ, και ο αντίθετος εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και ο πρώτος πρόσθετος λόγος του από 7-10-2007 ιδιαιτέρου δικογράφου είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ενόψει της ανωτέρω εκτεθείσης παραδοχής περί αποδείξεως της εντολής προς εκτέλεση και της εκτέλεσης της εντολής χρηματιστηριακών συναλλαγών με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, δεν ασκεί έννομη επιρροή στο ως άνω εξαχθέν από το εφετείο αποδεικτικό πόρισμα, η πλεοναστική αναφορά στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μετά την εισαγωγή του συστήματος αυτοματοποιημένων συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, δεν τηρείται πλέον στις συναλλαγές η υποχρέωση τήρησης των υπογεγραμμένων αντιτύπων από βιβλιάριο εντολών στα οποία αναγράφονται οι διδόμενες στους χρηματιστές εντολές από πελάτες τους. Ως εκ τούτου, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση της ίδιας ανωτέρω πλημμέλειας αποδίδεται στο εφετείο παραβίαση του άρθρου 26 του ισχύοντος Συντάγματος, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, το Εφετείο που έλαβε υπόψη του για την απόδειξη των διαλαμβανομένων στην αιτιολογία του χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις οποίες κατάρτισε η αναιρεσίβλητη κατόπιν εντολής του αναιρεσείοντος, μαρτυρικές καταθέσεις και ως δικαστικά τεκμήρια έγγραφα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, μεταξύ των οποίων και πινακίδια εκτελέσεως εντολών, χωρίς υπογραφή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επιτρέπει και ο περί του αντιθέτου ίδιος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 11α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, κατ' εκτίμηση, ότι με το να δεχθεί ότι ενημερωνόταν από την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρεία για την πορεία και την εξέλιξη των υπ' αυτής διενεργουμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών με την αποστολή τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων, σε δηλωθείσα από τον ίδιο συσκευή φαξ και συνεπώς εφόσον δεν προέβαλε αντιρρήσεις αποδεχόταν την εντολή προς διενέργεια των αμφισβητουμένων συναλλαγών και την εκτέλεση τελικά αυτών, λαμβάνοντας υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού αυτού πορίσματος, μαρτυρικές καταθέσεις και δικαστικά τεκμήρια (ανυπόγραφα τηλεομοιοτυπικά σημειώματα, α) παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και συγκεκριμένα τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 6280/1989 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας της υπ' αριθμ. 6160/1996 αποφάσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τις διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ που επιβάλλουν έγγραφο αποδεικτικό τύπο για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής και ειδικότερα τις υποχρεώσεις τήρησης από τις Ε.Π.Ε.Υ τριπλοτύπου βιβλιαρίου εντολών, παράδοσης το συντομότερο δυνατόν του πρώτου αντιγράφου στον παραγγελέα επενδυτή, νόμιμα συμπληρωμένου με τα υπό των διατάξεων αυτών προβλεπόμενα στοιχεία και υπογεγραμμένου από τον χρηματιστηριακό τους εκπρόσωπο, αποστολής στους εντολείς τους στην ορισμένη από αυτούς διεύθυνση αντιτύπου του τριπλοτύπου πινακιδίου εντολών με αναφορά των εντολών που δόθηκαν προφορικά και των λοιπών ειδικώς προσδιοριζόμενων στοιχείων, έγγραφης ενημέρωσης του επενδυτή εντός προθεσμίας το αργότερο ενός μήνα για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησαν για λογαριασμό του εντολέα τους, β) παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή σχετική ρήτρα της καταρτισθείσης μεταξύ τους από 7-4-2000 συμβάσεως, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει την υποχρέωση να τον ενημερώνει για τις διενεργούμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές με την αποστολή "στη διεύθυνση που ιδιοχείρως είχε αναγράψει στην αίτηση του προς αυτήν ανοίγματος χρηματιστηριακού λογαριασμού, αναλυτικής και αιτιολογημένης κατάστασης όλων των κινήσεων του από αυτήν τηρούμενου λογαριασμού του, που αφορούσαν τον αμέσως προηγούμενο μήνα" και γ) έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, ενόψει και της περιεχόμενης στη σύμβαση ως άνω ρήτρας με την οποία "έχει επιβληθεί έγγραφος και με συγκεκριμένο τρόπο αποδεικτικός τύπος". Ο λόγος αυτός ως προς τα υπό στοιχεία α και γ σκέλη του είναι αβάσιμος, διότι, α)όπως προαναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσας, στη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, ο νόμος δεν καθιερώνει έγγραφο αποδεικτικό τύπο για την απόδειξη από τους συμβληθέντες (επενδυτή και χρηματιστή) της κατάρτισης της σύμβασης εντολής και της εκτέλεσης αυτής, με συνέπεια κάθε συμβληθείς διάδικος να μπορεί να αποδείξει τα περιστατικά αυτά με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, η δε εκπλήρωση των τασσομένων από την χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεων, αφορά στις σχέσεις των αντισυμβαλλομένων στην κύρια χρηματιστηριακή σύμβαση χρηματιστών και όχι στη σύμβαση παραγγελίας μεταξύ του χρηματιστή και του παραγγελέως, οι οποίοι είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν διαφορετικά, αναφορικά με τις υποχρεώσεις αυτές, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, άποψη που ενισχύεται και από το ότι ο νόμος δεν απαγγέλλει ακυρότητα ή απαράδεκτο σε περίπτωση μη τηρήσεως εκ μέρους του χρηματιστή των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και β)η επικαλούμενη με το ως άνω περιεχόμενο ρήτρα, δεν αποκλείει τη δυνατότητα χρήσης τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων ή άλλων αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη της κατάρτισης και εκτέλεσης της επίμαχης σύμβασης. Ως προς το υπό στοιχείο β σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι οι συμβατικοί όροι δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ώστε σε περίπτωση παραβάσεως τους να επισύρουν εφαρμογή της από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλειας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 346 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται, ότι τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιερώνεται η αρχή της ισότητας των αποδεικτικών μέσων, με την έννοια ότι τα τελευταία λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων, ανεξάρτητα από ποιον διάδικο έχουν προσκομιστεί. Ως εκ τούτου ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αίτησης αναίρεσης καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το μέρος τους με το οποίο υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι για την απόδειξη ύπαρξης εντολών του προς την αναιρεσίβλητη για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και περί ενημερώσεως του για την εκτέλεση αυτών από την ίδια, έλαβε υπόψη και έγγραφα (τηλεομοιοτυπικά σημειώματα και πινακίδια εκτελέσεως εντολών), που η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε και προσκόμισε, αλλά ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέστηκε, είναι απαράδεκτος. Τέλος, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη από το δικαστήριο εκτίμηση του περιεχομένου των προαναφερομένων τηλεομοιοτυπικών σημειωμάτων, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα", εξάλλου, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα, ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ενημέρωσης του αναφορικά με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργήθηκαν στις 12-5-2000. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι στις 12-5-2000 δεν του εστάλη από την αναιρεσίβλητη ενημερωτικό τηλεομοιοτυπικό μήνυμα για την πώληση για λογαριασμό του 5300 μετοχών της εταιρείας ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΠΑΠΑΦΙΛΗ ΑΕ ούτε αυτή του απέστειλε αναλυτική και αιτιολογημένη κατάσταση για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενήργησε κατά τον μήνα Μάϊο του έτους 2000, αντιφατικά δέχεται περαιτέρω ότι ενημερωνόταν για τις αγορές και πωλήσεις των μετοχών στις οποίες προέβη η αναιρεσίβλητη κατά το διάστημα από 18-4-2000 έως 2-8-2000 και δεν διαμαρτυρήθηκε για την πώληση των μετοχών της προαναφερθείσης εταιρείας στις 12-5-2000, όταν του γνωστοποιήθηκαν τα στοιχεία του 5756/12-5-2000 πινακιδίου εκτελέσεως εντός κύκλου μετοχών εντός του απαραίτητου κατά τους γενικούς όρους από τους οποίους διεπόταν η μεταξύ τους σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών χρόνου των δεκαπέντε ημερών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχεται κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: Από την αναιρεσίβλητη προσκομίζεται κατάσταση με τα ενημερωτικά τηλεομοιοτυπικά μηνύματα που εστάλησαν μέσω της συσκευής ΦΑΞ που ήταν στο γραφείο της εταιρείας προς ενημέρωση του αναιρεσείοντος από 18-4-2000 έως 29-5-2000 από τις οποίες προκύπτει ότι στην αρχικώς δηλωθείσα συσκευή ΦΑΧ 5239776 προς ενημέρωση του αναιρεσείοντος εστάλησαν 16 τηλεομοιοτυπικά μηνύματα (ένα την 18/4/2000, ένα την 9/5/2000, ένα την 11/5/2000, ένα την 19/5/2000, ένα την 24/5/2000, ένα την 25/5/2000, ένα την 26/5/2000, ένα την 29/5/2000) ενώ στην παραλαβή του αναιρεσείοντος στην μεταγενεστέρως δηλωθείσα συσκευή ΦΑΧ 5234370 εστάλησαν δύο τηλεομοιοτυπικά μηνύματα (ένα την 23/6/2000 και ένα την 2/8/2000). Η παραδοχή αυτή του Εφετείου δεν αντιφάσκει προς την ετέρα παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων "δεν διαμαρτυρήθηκε και για την πώληση στις 12/5/2000 των 5300 μετοχών της εταιρείας ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΠΑΠΑΦΙΛΗ όταν του γνωστοποιήθηκαν τα στοιχεία του 5756/12-5-2000 πινακιδίου εκτελέσεως εντολής πωλήσεως μετοχών εντός του απαραίτητου κατά τους γενικούς όρους από τους οποίους διεπόταν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών χρόνου των δεκαπέντε ημερών για να εκφράσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις αναφορικά με κάποιο από τα στοιχεία που του γνωστοποιήθηκαν", διότι από το σύνολο των παραδοχών αυτών και ειδικότερα εκείνης περί αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων στον αναιρεσίβλητο και μετά την 12-5-2000 προκύπτει, ότι το εφετείο δέχεται ότι η επικαλούμενη γνωστοποίηση περιλαμβάνεται σε ένα από τα μεταγενεστέρως της 12-5-2000 αποσταλέντα από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα τηλεομοιοτυπικά μηνύματα. Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο. Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ). Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητας του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, το παραγόμενο από την μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλουμένου την πλαστότητα, βαρυνόμενου με την απόδειξη της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ).
Συνεπώς, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο, του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής, αλλά μόνο προβάλλεται πλαστότητα του περιεχομένου του, εξετάζει τον περί πλαστότητας ισχυρισμό, μόνο αν η εν λόγω ένσταση προτάθηκε παραδεκτώς, ήτοι κατά τη συζήτηση κατά την οποία το έγγραφο για πρώτη φορά προσκομίσθηκε. Ο κατ' ένσταση δε ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφου χωρίς προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και της αναφοράς του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (άρθρο 461 ΚΠολΔ), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος και το δικαστήριο της ουσίας αν δεν λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό δεν υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1377/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εφετείο προσέδωσε αποδεικτική δύναμη στα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σ' αυτά καμία αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα α) στην από 7-4-2000 αίτηση του ίδιου προς την αναιρεσίβλητη περί ανοίγματος του ένδικου χρηματιστηριακού λογαριασμού, παρά το ότι το έγγραφο αυτό έφερε μεταβολές στο περιεχόμενο του, γενόμενες όχι από τον ίδιο ή με τη συναίνεση του, συνιστάμενες στο ότι ο ίδιος δεν είχε δηλώσει "αριθμό φαξ στην ως άνω αίτηση αλλά ο αριθμός αυτός, στον οποίο όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσίβλητη "....απέστελνε το περιεχόμενο των πινακιδίων είχε συμπληρωθεί από την ίδια όταν αντιλήφθηκε τις εναντίον της ενέργειες του για τις παράνομες και αντισυμβατικές ενέργειες με πασιφανώς άλλο γραφικό χαρακτήρα και άλλη γραφίδα", γεγονός το οποίο επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά την πρωτοβάθμια συζήτηση και επανέφερε με λόγο εφέσεως και β) στο από 16-8-2000 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, παρά το ότι τούτο ήταν διορθωμένο ως προς το αρχικό ψηφίο του αριθμού του φαξ που είχε δηλώσει να του αποστέλλονται τα πινακίδια από 3 σε 5, μεταβολή η οποία έγινε χωρίς τη συναίνεση του και την οποία επικαλέσθηκε επίσης με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις του και με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου. Υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί προβολή παραδεκτής ένστασης πλαστότητας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε ούτε προσκόμισε τα αποδεικνύοντα την πλαστότητα έγγραφα ούτε ανέφερε τους προς απόδειξη αυτής μάρτυρες, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 463 ΚΠολΔ. Εφόσον δε αυτός, δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής του στα ανωτέρω έγγραφα, καλύπτεται από το παραγόμενο αμάχητο τεκμήριο το υπερκείμενο περιεχόμενο αυτών. Επομένως το εφετείο που, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τις άλλες αποδείξεις ως δικαστικά τεκμήρια και τα δύο ανωτέρω έγγραφα, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια και ο λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος η αλυσιτελής και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Κατ' ακολουθίαν, ο ίδιος ως άνω (δεύτερος) πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί νοθεύσεως της από 7-4-2000 έγγραφης αίτησης του αναιρεσείοντος περί ανοίγματος του ένδικου χρηματιστηριακού λογαριασμού, τον οποίο πρόβαλε πρωτοβαθμίως και επανέφερε με λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη το σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε με τις παραδοχές ότι "με την μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του αναιρεσείοντος στο τέλος της άνω αιτήσεως καλύπτονταν ως προερχόμενο από αυτόν το κείμενο της αιτήσεως και οι συμπληρώσεις των επί μέρους ενδείξεων. Δεν είχε σημασία αν η αναγραφή του αρχικού αριθμού συσκευής φαξ του αναιρεσείοντος έγινε από τον ίδιο ή τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης που παρέλαβε την αίτηση τότε που την κατέθεσε στην αναιρεσίβλητη. Περαιτέρω, δεν προσβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ως πλαστή η ως άνω υπογραφόμενη από αυτόν δήλωση ή ως νοθευθείσα από εκπρόσωπο ή υπάλληλο της αναιρεσίβλητης κατά τα άρθρα 460 επ. του ΚΠολΔ", εκτιμώντας εκ του πράγματος με τις ανωτέρω παραδοχές, ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος προβολή της ένστασης πλαστότητας δεν ήταν παραδεκτή για τους προαναφερθέντες λόγους. Εξάλλου, ο ίδιος ανωτέρω λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η ίδια ανωτέρω πλημμέλεια ότι το εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα με το να δεχθεί α)ότι δεν ήταν απαραίτητο κατόπιν αυτών να προσκομισθεί από την αναιρεσίβλητη το πρωτότυπο της αιτήσεως που είχε υπογράψει ο αναιρεσείων για το άνοιγμα του χρηματιστηριακού λογαριασμού, β)είχε ανακύψει ζήτημα από την αρχή για αναγραφή στην αίτηση του ανοίγματος του χρηματιστηριακού λογαριασμού του αναιρεσείοντος αριθμού συσκευής φαξ εν όψει της δηλωθείσης εκ μέρους του προτιμήσεως να του στέλνονται με φαξ τα πινακίδια εκτελέσεως εντολών και γ)δεν είχε σημασία αν η αναγραφή του αρχικού αριθμού συσκευής φαξ του αναιρεσείοντος έγινε από τον ίδιο ή τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης που το παρέλαβε, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις, δεν αποτελούν "πράγματα" με την εκτεθείσα έννοια αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου προερχόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι μη αυτοτελείς ισχυρισμοί ή τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν, ο ίδιος (δεύτερος) πρόσθετος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ποιο ήταν και από ποια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε το αρχικό ζήτημα που δημιουργήθηκε για την αναγραφή στην αίτηση του, του αριθμού συσκευής φαξ για τη λήψη των πινακιδίων και ως προς την ύπαρξη συναίνεσης του στην αναγραφή από υπάλληλο της αναιρεσίβλητης του ως άνω αριθμού, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω αιτιάσεις συνιστούν ισχυρισμούς που δεν έχουν αυτοτέλεια στην προκειμένη δίκη αλλά αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που συνέχονται με την αξιολόγηση και τη στάθμιση των αποδείξεων.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, όπως όταν η απόφαση περιλαμβάνει παραδοχές αντίθετες προς τον ισχυρισμό αυτό. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή δεν είναι ουσιώδης και ως εκ τούτου δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας.
Εν προκειμένω με τον τρίτο πρόσθετο λόγο και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη α)τον αυτοτελή ισχυρισμό που πρόβαλε πρωτοβαθμίως με την αγωγή και τις προτάσεις του και επανέφερε με λόγο εφέσεως και ο οποίος ήταν ουσιώδης, διότι σε περίπτωση παραδοχής του θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του επιδικασθέντος σ' αυτόν ποσού της χρηματικής αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης, περί τελέσεως σε βάρος του από την αναιρεσίβλητη του αδικήματος της απάτης, με την χορήγηση, μέσω της από 27-11-2000 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης που του απέστειλε, σε απάντηση της από 2-10-2000 δικής του ομοίας, ανακριβών στοιχείων για τη σχέση μεταξύ του κόστους των μετοχών τις οποίες αγόρασε αυτή για λογαριασμό του και των κατατεθέντων από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) στο ταμείο της αναιρεσίβλητης χρηματικών ποσών, β)τον πρωτοβαθμίως προβληθέντα και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη των τριών καταστάσεων χαρτοφυλακίου πελάτη, στις 25 Σεπτεμβρίου 2000, διαμαρτυρήθηκε με τις από 2-10-2000, 5-1-2001 και 3-12-2001 εξώδικες προσκλήσεις του για τις άνευ εντολής του διενεργηθείσες από την ίδια χρηματιστηριακές συναλλαγές, ισχυρισμός ο οποίος ήταν ουσιώδης, διότι σε περίπτωση παραδοχής του, αποκλειόταν η εκ των υστέρων συναίνεση του στις αντισυμβατικές ενέργειες της αναιρεσίβλητης, επιπλέον δε και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα καθώς και την από 2-11-2001 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου, την από 27-11-2000 εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης και το υπ' αριθμ. 9877/2-11-2001 πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του περί διαμαρτυρίας ισχυρισμού του και γ)τον προβληθέντα πρωτοβαθμίως με την προσθήκη των προτάσεων του και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του περί αοριστίας του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι τον ενημέρωνε για την διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών που διενεργούσε κατόπιν εντολής του, λόγω μη αναφοράς του μέσου, του χρόνου και του περιεχομένου της ενημερώσεως αυτής. Ο λόγος αυτός, ως προς το υπό στοιχείο α' σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι ο υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός δεν αποτέλεσε βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, η το πρώτον δε ιστορική αναφορά των θεμελιωτικών αυτού πραγματικών περιστατικών, χωρίς όμως επίκληση της διαπράξεως του αδικήματος της απάτης με τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος καθώς και η για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης επίκληση σχετικής αγωγικής βάσης, ήταν απαράδεκτη και το εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια. Αβάσιμος είναι επίσης ο λόγος ως προς το υπό στοιχείο β σκέλος του, διότι, ανεξαρτήτως του ότι αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έλαβε υπόψη τον περί διαμαρτυρίας του αναιρεσείοντος ισχυρισμό και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα, δεχόμενο ότι " δεν είχε εκφράσει ο αναιρεσείων αντιρρήσεις για τις ως άνω συναλλαγές αμέσως μετά από τότε που έλαβε γνώση αυτών κατά τον ως άνω (εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη) τρόπο, όπως δεν διαμαρτυρήθηκε και για την πώληση στις 12-5-2000 των 5.300 μετοχών της εταιρείας ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΠΑΠΑΦΙΛΗ όταν του γνωστοποιήθηκαν τα στοιχεία του 5756/12-5-2000 πινακιδίου εκτελέσεως εντολής πωλήσεως εντός κύκλου μετοχών εντός του απαραίτητου κατά τους γενικούς όρους από τους οποίους διεπόταν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών χρόνου των δεκαπέντε ημερών για να εκφράσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις αναφορικά με κάποιο από τα στοιχεία που του γνωστοποιήθηκαν και ότι για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε ο αναιρεσείων με την από 4-10-2001 εξώδικη διαμαρτυρία του". Εξάλλου, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με την κρίση του περί εναντιώσεως του αναιρεσείοντος για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 2000, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του εφετείου συνεκτίμηση των επικαλουμένων με το λόγο αυτό εγγράφων, για τα τρία πρώτα των οποίων, γίνεται μάλιστα ρητή μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό σκέλος του είναι αβάσιμος. Τέλος, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος ως προς το υπό στοιχείο γ' σκέλος του, διότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν ήταν ουσιώδης και ως εκ τούτου δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον τα περιστατικά που επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί ενημερώσεως του αναιρεσείοντος σχετικά με την διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αρκούσαν για το ορισμένο αυτού και δεν ήταν αναγκαία περαιτέρω εξειδίκευση του μέσου, του χρόνου και του περιεχομένου της ενημέρωσης αυτής, στοιχεία τα οποία άλλωστε σαφώς εξέθετε αυτή στις προτάσεις της. Επομένως το Εφετείο που παρέλειψε να απαντήσει ειδικώς επί του περί αοριστίας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π.212/2006). Στη προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο πρόσθετο λόγο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' εκτίμηση, την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στη διενέργεια των αναφερομένων στην απόφαση χρηματιστηριακών συναλλαγών κατόπιν εντολών του, λαμβάνοντας υπόψη ως ιδιωτικά έγγραφα τα προσκομισθέντα από εκείνη προς απόδειξη του ισχυρισμού της πινακίδια εκτελέσεως εντολών, στα οποία προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη, αν και δεν έφεραν την υπογραφή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της ως εκδότη τους. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί υπάρξεως εντολών εκ μέρους του αναιρεσείοντος για την διενέργεια των αναφερομένων στην αιτιολογία του χρηματιστηριακών συναλλαγών, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα κατά την κυριαρχική του κρίση, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις τα ως άνω πινακίδια εκτελέσεως εντολών, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν εκτίμησε αυτά ως ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία προέκυπτε άμεση απόδειξη επί του ως άνω αποδεικτέου θέματος. Με τον ίδιο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος περί διενέργειας των αμφισβητουμένων χρηματιστηριακών συναλλαγών κατόπιν εντολής του προς την αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α)μη συμπληρωμένα από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης τριπλότυπα βιβλιάρια εντολών και β)πινακίδια εκτελέσεως εντολών χωρίς υπογραφή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος ως προς μεν την υπό στοιχείο α αιτίαση, είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, όχι με βάση τα ως άνω τριπλότυπα βιβλιάρια εντολών, τα οποία έκρινε ότι δεν είχαν συμπληρωθεί από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, αλλά συνεκτιμώντας για την απόδειξη του περιστατικού αυτού καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, δεχόμενο ειδικότερα ότι "δεν αποκλειόταν η απόδειξη του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος είχε δώσει τις πιο πάνω εντολές για την αγορά και πώληση αυτών των μετοχών από το ότι δεν συμπληρώθηκαν πινακίδια συναλλαγών από τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών στα οποία να αναγράφονταν οι διδόμενες από τον αναιρεσείοντα ως πελάτη εντολές για κάθε συγκεκριμένη συναλλαγή", ως προς δε την υπό στοιχείο β' αιτίαση, διότι τα πινακίδια εκτέλεσης εντολών, το εφετείο έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον, κατά τα αναφερθέντα στην πρώτη μείζονα σκέψη της παρούσης, ήταν επιτρεπτή η απόδειξη του γεγονότος αυτού με μάρτυρες και συναφώς και με δικαστικά τεκμήρια.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνοντας υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ. β του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες. Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα ανεπίσημα ή ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα.
Συνεπώς, όταν είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες και συναφώς και με δικαστικά τεκμήρια, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ για λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ισχυριζόμενος ειδικότερα α) ότι το Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη μόνο αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και συγκεκριμένα ανυπόγραφα πινακίδια, καταστάσεις και έγγραφα και β) ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, χωρίς να επιτρέπεται για τη συγκεκριμένη υπόθεση η εμμάρτυρη απόδειξη και χωρίς να αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι επειδή δεν πείσθηκε από τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ως άνω έγγραφα και πινακίδια έλαβε υπόψη το Εφετείο για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη εντολής του αναιρεσιβλήτου για τη διενέργεια και εκτέλεση των αμφισβητουμένων χρηματιστηριακών εργασιών και τη σχετική ενημέρωση αυτού ως προς την πορεία και εξέλιξη των εργασιών αυτών, δηλαδή για γεγονότα για τα οποία επιτρεπόταν, όπως και έγινε, η απόδειξη και με μάρτυρες. Επομένως, ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων, ούτε απαιτούνταν για την παραδεκτή λήψη υπόψη αυτών- να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτά λαμβάνονται συμπληρωματικά υπόψη. Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για λήψη υπόψη εγγράφων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 2915/2001, διάταξη, η οποία όμως, δεν ίσχυε κατά τον χρόνο κατάρτισης της από 7-4-2000 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και κατά το χρόνο εκτέλεσης των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών που διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 18-4-2000 έως 18-8-2000, είναι αβάσιμος, διότι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το ν. 2915/2001, εφαρμόζεται και στις υποθέσεις που δικάζονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, η πρώτη συζήτηση των οποίων έχει ορισθεί μετά την 1-1-2002 (άρθρο 22 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001). Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων αντιγράφων της αγωγής και της υπ' αριθμ. 3160/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η πρώτη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσείοντος προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2002, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14-1-2004 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 21-1-2004, οπότε και συζητήθηκε.
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο του από 8-10-2007 ιδιαιτέρου δικογράφου ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον κατ' αντένσταση προβληθέντα πρωτοβαθμίως και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό του περί ακυρότητας του Γ. 1.6 συμβατικού όρου τον οποίο επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη, και κατά το περιεχόμενο του οποίου "το πινακίδιο εκτελέσεως εντολής συνιστά πλήρη απόδειξη για τη διενέργεια της χρηματιστηριακής συναλλαγής", λόγω αντιθέσεως του προς το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 2251/1999 καθόσον αντιστρέφει σε βάρος του το βάρος του αποδείξεως και περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα άλλως λόγω αντιθέσεως του προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα πινακίδια εκδίδονταν μονομερώς από την αναιρεσίβλητη δεν φέρουν την υπογραφή του και δεν ελάμβανε γνώση αυτών κατά τον χρόνο εκδόσεως τους. Ο λόγος είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και αναφέρθηκε στην πρώτη μείζονα σκέψη της παρούσας, το εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν εκτίμησε τα εν λόγω πινακίδια εντολής ως παρέχοντα πλήρη απόδειξη αλλά τα συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2006 αίτηση και τους με ιδιαίτερα δικόγραφα από 7-10-2007 και 8-10-2007 ασκηθέντες πρόσθετους λόγους του Γ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8994/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ