1/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2007
Legislator headnote
AI generated1/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "MELIDOXI HOLDINGS S.A.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Θ. Δ. του Δ. και 3. Α. Δ. του Δ., κατοίκων .... 'Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3658/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5596/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Απριλίου 2005 αίτησή του και τους από 20 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 11 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση. Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξάλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτουμένης αδείας δημοσίας αρχής (Ολ. ΑΠ 50/2005). Οι διατάξεις αυτές (άρθρ. 576 επομ. ΑΚ), με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 582 ΑΚ, είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ. ΑΚ, να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της ειδικής αυτής ευθύνης του εκμισθωτή (ΑΠ 1473/2001). Αν όμως ο μισθωτής παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος έκανε χρήση του μισθίου έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα, που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 322/2004). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη δε η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 26/2004) και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια (ΑΠ 79/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: Με το από 21-11-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες εκμίσθωσαν στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο ένα ακίνητο, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο με πατάρι (ανοικτό εξώστη εντός του ισογείου) και πρώτο όροφο, εμβαδού 540 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος συναυλιών και εκδηλώσεων κατά τον επταετή χρόνο της μίσθωσης από 1-12-2001, αντί μηνιαίου προκαταβαλλομένου (μέσα στο πρώτο δεκαήμερο κάθε μήνα) μισθώματος από 11.738,81 ευρώ για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αυξανόμενο στη συνέχεια ετησίως κατά τον τιμάριθμο κόστους ζωής του προηγούμενου έτους, προσαυξανόμενο ετησίως κατά 3% και στο σύνολό του όχι λιγότερο του 5%, πλέον τέλους χαρτοσήμου και συμπληρωματικού φόρου. Ότι με τους όρους υπ' αριθμ. 6, 7 και 8 του άνω μισθωτηρίου, ο μισθωτής αναλαμβάνει αποκλειστικά την ευθύνη για τη λήψη των απαιτουμένων αδειών και σε περίπτωση κωλύματος δεν δικαιούται να αναζητήσει τυχόν καταβληθέντα ενοίκια, καθώς και την εγγύηση για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης. Ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο με έμπειρους τεχνικούς διπλωματούχους μηχανικούς του ΕΜΠ ή άλλης ισότιμης σχολής, από άποψη στατικής και πολεοδομικής επάρκειας και έκρινε ότι είναι επαρκές για τη χρήση που προορίζεται, όπως αποδεικνύεται και από τη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού που θα προσκομισθεί και θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μισθωτηρίου. Ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο επισταμένα, βρήκε αυτό σε αρίστη κατάσταση, της απόλυτης αρεσκείας του και απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση που το προορίζει. Επιτρέπεται στο μισθωτή να διαρρυθμίσει και να διακοσμήσει το μίσθιο, όπως εξυπηρετεί καλύτερα τη χρήση για την οποία μισθώθηκε και μόνο γι' αυτό το σκοπό. Εννοείται ότι οι παραπάνω διαρρυθμίσεις ή διακοσμήσεις επιτρέπονται μόνον εφόσον δεν θίγεται και δεν βλάπτεται με αυτές η στερεότητα του κτιρίου, καθώς και η εν γένει αρχιτεκτονική του μορφή. Με την από 14-2-2002 τροποποίηση του άρθρου 6 του ως άνω συμφωνητικού, που υπογράφηκε προκειμένου να επιτραπεί στον αναιρεσείοντα - μισθωτή η δυνατότητα παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε εταιρείες, οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εμμένοντες στην αρχική τους συμφωνία, επανέλαβαν, κατά τα λοιπά, το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 6 όρου του αρχικού από 21-11-2001 συμφωνητικού μισθώσεως, αναγράφοντας σ' αυτή ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή αποκλειστικά και μόνο ως χώρος συναυλιών και εκδηλώσεων και ότι ο μισθωτής αναλαμβάνει αποκλειστικά την ευθύνη για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων και σε περίπτωση κωλύματος δεν δικαιούται να αναζητήσει τυχόν καταβληθέντα ενοίκια καθώς και την εγγύηση για την καλή εκπλήρωση των όρων της σύμβασης. Ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο με έμπειρους τεχνικούς διπλωματούχους του Ε.Μ.Π., ή άλλης ισότιμης σχολής από άποψης στατικής ή πολεοδομικής επάρκειας και έκρινε ότι είναι επαρκές για τη χρήση που προορίζεται, όπως αποδεικνύεται από τη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού που θα προσκομισθεί και θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω συμφωνητικού. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο αναιρεσείων μισθωτής παρέλαβε από τους αναιρεσίβλητους εκμισθωτές το μίσθιο ακίνητο καταβάλλοντας κανονικά το οφειλόμενο για τη χρήση του μίσθωμα μέχρι και το Μάρτιο του 2002, ενώ έκτοτε αν και εξακολουθεί να κατέχει το μίσθιο, έχοντας τη δυνατότητα άσκησης σε αυτό της χρήσης που του παρείχαν οι εκμισθωτές, έπαυσε να καταβάλει τα μισθώματα των επομένων μηνών, τα οποία καθυστερεί υπαιτίως. Για το λόγο αυτό οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 10-7-2002 κατάγγειλαν τη μίσθωση και ακολούθως εκτελώντας την επί της από 11-9-2002 αίτησης εκδοθείσα 556/2002 διαταγή απόδοσης του μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος του αναιρεσείοντα ανέλαβαν τη χρήση του μισθίου ακινήτου. Ο αναιρεσείων αρνούμενος την υποχρέωσή του για καταβολή των ως άνω μισθωμάτων και την τεκμαιρόμενη από την καθυστέρηση τούτων υπερημερία, επικαλέσθηκε ότι το μίσθιο, κατά το χρόνο της συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης και παράδοσής του σ' αυτόν, είχε κρυμμένα πραγματικά ελαττώματα συνιστάμενα στην στατική ανεπάρκεια του αυθαιρέτως ανεγερθέντος πρώτου ορόφου και της πλάκας του ισογείου να δεχθούν φορτίο 500 kg/τ.μ., τα οποία γνώριζαν και δολίως του απέκρυψαν οι αναιρεσίβλητοι, αρνήθηκαν δε, αν και προσκλήθηκαν, να του παραδώσουν τους ξυλότυπους και τη στατική μελέτη της προσθήκης του πρώτου ορόφου με το πατάρι, ώστε να ελεγχθεί η στατική ικανότητα του μισθίου, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η έκδοση από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων, τόσο της άδειας αλλαγής χρήσης του, από κατάστημα σε κέντρο συναυλιών και εκδηλώσεων, όσο και της άδειας λειτουργίας αυτού για τη ως άνω χρήση. Ακολούθως το εφετείο δέχθηκε, επίσης, ότι τα αναφερόμενα στάδια κατασκευής και χρήσης του μισθίου, καθώς και τις συνθήκες έκδοσης των αντιστοίχων αδειών με τα συνοδεύοντα αυτές έγγραφα, γνώριζε ο αναιρεσείων κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης στις 21-11-2001, από τον διενεργηθέντα επιστάμενο έλεγχο του μισθίου από άποψη στατικής και πολεοδομικής επάρκειας αυτού, όπως ρητά αναγράφεται στον υπ' αριθμ. 6 όρο του μισθωτηρίου, λόγος για τον οποίο παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά την ευθύνη για τη λήψη των απαιτουμένων αδειών, με την ειδικότερη μάλιστα συμφωνία ότι σε περίπτωση κωλύματος δεν θα δικαιούται αυτός να αναζητήσει τα καταβληθέντα ενοίκια και την εγγύηση καλής εκπλήρωσης της σύμβασης. Επίσης το εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων προέβη στις ίδιες δηλώσεις και κατά την υπογραφή της από 14-2-2002 τροποποίησής του ως άνω μισθωτηρίου, όταν, ευρισκόμενος στην κατοχή του μισθίου επί τρεις περίπου μήνες υπέβαλε στην Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων την από 17-1-2002 αίτησή του για χορήγηση αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου, επί της οποίας μετά διενεργηθέντα έλεγχο του σχετικού φακέλου, που υποβλήθηκε από την πολιτικό μηχανικό Β. Ν., εγκρίθηκε η αρχιτεκτονική μελέτη στις 24-1-2002, ενώ ο αρχικός έλεγχος της στατικής μελέτης του φακέλου έγινε στις 11-2-2002 και συμπληρώθηκαν στο φύλλο αυτού παρατηρήσεις, οι οποίες δεν αποδεικνύεται ότι συμπληρώθηκαν από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η τελευταία δέχεται ότι από τα …/23-7-2002, …/24-10-2002 και …/4-2-2004 έγγραφα της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων προκύπτει ότι 1) ο φάκελος της …/1953 (αρχικής) οικοδομικής αδείας έχει πολτοποιηθεί, 2) στο φάκελο της …/1978 οικοδομικής αδείας, που αφορά προσθήκη καθ' ύψος ορόφου σε υπάρχον κτίσμα δεν βρέθηκαν τα σχέδια α) κάτοψης εξώστη του κινηματογράφου, β) ξυλότυπου εξώστη, γ) ξυλότυπου θεμελίωσης, δ) ξυλότυπου υπογείου και 3) στο φάκελο της αδείας αυτής (…/1978) περιλαμβάνονται, μόνο δήλωση και ξυλότυπος αντοχής από δυο πολιτικούς μηχανικούς για την πλάκα της οροφής ισογείου, που κατασκευάστηκε με την 9316/1953 οικοδομική άδεια και δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε στατικός υπολογισμός αυτής αντίστοιχα. Μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 10-7-2002 ο αναιρεσείων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους αναιρεσίβλητους για την στατική ικανότητα του μισθίου (την οποία άλλωστε είχε ελέγξει κατά τη σύναψη της μίσθωσης) ή την ύπαρξη οποιουδήποτε ελαττώματος, που καθιστούσε αυτό ακατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, ενώ παράλληλα δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ή η αναλαβούσα την υπόθεσή του μελετητής πολιτικός μηχανικός Β. Ν. ζήτησαν από τους αναιρεσίβλητους οποιοδήποτε στοιχείο για τη συμπλήρωση των παρατηρήσεων του στατικού ελέγχου του μισθίου που εκκρεμεί και ότι εκείνοι αρνήθηκαν τη χορήγησή τους ή τη συνδρομή τους προς τούτο. Ο αναιρεσείων, παρά την προηγηθείσα από 10-7-2002 καταγγελία της μίσθωσης, δεν ανταποκρίθηκε στην από 7-8-2002 εξώδικη πρόσκληση των αναιρεσιβλήτων, που του επιδόθηκε στις 8-8-2002, όπως τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου, αλλά εξακολούθησε να κατέχει το επίδικο μίσθιο, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε αντάλλαγμα από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι 29-10-2002, όταν αποβλήθηκε βιαίως από αυτό, με την εκτέλεση της 556/2002 παραπάνω διαταγής απόδοσης του μισθίου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων, το εφετείο έκρινε ότι ο εκκαλών κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης στις 21-11-2001 γνώριζε επακριβώς την πραγματική κατάσταση του μισθίου, το οποίο παρέλαβε και στη συνέχεια κατείχε μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 10-7-2002 ανεπιφύλακτα, εν γνώσει της ανυπαρξίας των προαναφερομένων στοιχείων στους φακέλους των αντιστοίχων οικοδομικών αδειών, που εκδόθηκαν από την αρμόδια πολεοδομία για την κατασκευή του. Από τις ελλείψεις όμως αυτές, που διαπίστωσε ο αναιρεσείων τόσο κατά τον αρχικό επιστάμενο πολεοδομικό-στατικό έλεγχο του μισθίου, όσο και μετά την παραλαβή του κατά τη συμπλήρωση του φακέλου υποβολής της από 17-1-2002 αίτησής του για την αλλαγή της χρήσης του, δεν προκύπτει η επικαλούμενη από τον ίδιο στατική ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα αυτού για τη συμφωνημένη χρήση, αφού η εκκρεμότητα του στατικού ελέγχου ενώπιον της αρμοδίας πολεοδομίας μετά τον Απρίλιο του 2002 οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι ο εκκαλών, έχοντας αναλάβει συμβατικά την ευθύνη για την έκδοση των απαραιτήτων αδειών του μισθίου, δεν προσκόμισε στην ως άνω υπηρεσία τα αναγκαία στοιχεία που ζητήθηκαν, προς συμπλήρωση των σημειουμένων στο ως άνω δελτίο παρατηρήσεων. Τέλος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Αθηναίων, αρνήθηκαν να χορηγήσουν στον αναιρεσείοντα τις απαιτούμενες άδειες αλλαγής χρήσης και λειτουργίας του μισθίου για τα επικαλούμενα από τον ίδιο πραγματικά ελαττώματα, τα οποία ουδέποτε απέκρυψαν οι αναιρεσίβλητοι αλλά αντίθετα αυτός γνωρίζοντας επακριβώς την πραγματική κατάσταση του μισθίου και κρίνοντας αυτό, μετά το διενεργηθέντα έλεγχο, απολύτως κατάλληλο για την προοριζόμενη χρήση, ανέλαβε συμβατικά ακόμη και τον κίνδυνο να μη χορηγηθούν οι ως άνω άδειες, απαλλάσσοντας τους αναιρεσίβλητους από κάθε ευθύνη. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης και με τους πρώτο και δεύτερο λόγους των προσθέτων λόγων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τις εξής παραδοχές: α) ότι ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο με έμπειρους διπλωματούχους μηχανικούς του Ε.Μ.Π. ή άλλης ισότιμης σχολής από στατικής και πολεοδομικής απόψεως και το έκρινε επαρκές για τη χρήση που προορίζεται, όπως αποδεικνύεται από τη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού που θα προσκομισθεί και θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού, χωρίς να αναφέρει ποιοι μηχανικοί εξέτασαν το κτίριο του μισθίου και αν εκδόθηκε βεβαίωση πολιτικού μηχανικού και ποίου που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού, β) ότι αυτός κατέβαλε τα μισθώματα από της παραλαβής μέχρι και το Μάρτιο 2002 και κατέχει το μίσθιο έχοντας τη δυνατότητα χρήσης αυτού, χωρίς να αιτιολογεί πως ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο αφού δέχεται (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι δεν είχε εκδοθεί η κατά νόμο άδεια για την αλλαγή χρήσης του, γ) ότι αυτός γνώριζε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 6 όρου του μισθωτηρίου, χωρίς να διασαφηνίζει τι αναγραφόταν στον όρο αυτό του μισθωτηρίου και τι γνώριζε ο αναιρεσείων για τη στατική επάρκεια του μισθίου και ειδικότερα αν αυτό είχε τη δυναμικότητα να δέχεται το βάρος των 560 Kg που απαιτείτο για τη μετατροπή της αδείας ώστε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος συναυλιών και εκδηλώσεων, δ) ότι ενώ δέχεται ότι ύστερα από αίτησή του αναιρεσείοντος εκδόθηκαν τα παραπάνω .../27-2-2002, .../24-10-2005, .../4-2-2004 έγγραφα της πολεοδομίας, ακολούθως δεν εξηγεί πώς, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γνώριζε ο αναιρεσείων την κατάσταση του μισθίου κατά το χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης στις 21-11-2001, ε) ότι ενώ στο φύλλο του από 11-2-2002 αρχικού ελέγχου της στατικής μελέτης, αναφέρονται οι γενόμενες παρατηρήσεις και αναφέρεται ότι οι παρατηρήσεις αυτές όσο και οι υπόλοιπες παρατηρήσεις που σημειώνονται στο φύλλο ελέγχου δεν συμπληρώθηκαν από τον αναιρεσείοντα, δεν αναφέρεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ποιες είναι οι λοιπές παρατηρήσεις του φύλλου ελέγχου, ποια στοιχεία παραμένουν σε εκκρεμότητα και αν υπήρχε δυνατότητα συμπληρώσεως αυτών, στ) ότι δεν διευκρινίζεται αν η ευθύνη του αναιρεσείοντος και η ευθύνη του εκμισθωτή εξικνείται και όταν η άδεια δεν χορηγείται εξ αιτίας πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου που δεν επιδέχονται διάρθρωση από τον αναιρεσείοντα, όπως η στατική δυναμικότητα του κτιρίου, ζ) δεν διασαφηνίζεται γιατί οι αρμόδιες υπηρεσίες της πολεοδομίας δεν αρνήθηκαν την χορήγηση αδείας αλλαγής χρήσης και λειτουργίας, όταν αναφέρει ότι η σχετική αίτηση περιείχε παρατηρήσεις που δεν υλοποιήθηκαν για την έκδοση της, όπως η μελέτη για τη στατική επάρκεια του κτιρίου, ώστε να έχει δυναμικότητα 500 Kg/τ.μ., που ήταν αναγκαία για τη χορήγηση της αδείας, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο ως χώρος συναυλιών και εκδηλώσεων και θ) πως, ενώ δέχεται ότι δεν υπήρχε στατικός υπολογισμός του κτιρίου του μισθίου, ακολούθως δέχεται ότι έγινε έλεγχος της στατικής μελέτης αυτού από τους προσληφθέντες από τον αναιρεσείοντα μηχανικούς. Με το περιεχόμενο αυτό οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι όλες οι παραπάνω επισημαινόμενες ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές και βάλλει κατά την ανέλεγκτης των πραγμάτων κρίσης του δικαστηρίου, ενώ το πόρισμα αναφέρεται με σαφήνεια ήτοι, ότι ο αναιρεσείων γνώριζε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως την κατάσταση του μισθίου από άποψη στατικής και πολεοδομικής επάρκειας και για το λόγο αυτό παρέλαβε το μίσθιο ανεπιφύλακτα, αναλαμβάνοντας μάλιστα αποκλειστικά την ευθύνη για τη λήψη των απαιτουμένων αδειών, ενώ, ακολούθως, περιήλθε σε υπερημερία περί την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Απριλίου μέχρι και Ιουλίου 2002, και μετά την κατά την 10-7-2002 καταγγελία των αναιρεσιβλήτων και την από 11-8-2002 λύση της υφισταμένης συμβάσεως μισθώσεως στην υποχρέωση αυτού (αναιρεσείοντος) προς απόδοση του μισθίου και καταβολή αποζημίωσης χρήσεως για την κατακράτηση του μισθίου μέχρι 29.10.2002, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του, κατά τους ισχυρισμούς του, υπήρχε κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου και εμπόδιζε τη χρήση αυτού και το οποίο (ελάττωμα) αποσιώπησαν με δόλο οι αναιρεσίβλητοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την έρευνα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το μίσθιο είχε πραγματικό ελάττωμα κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου σ' αυτόν, έλαβε υπόψη την από 24-11-2003 έκθεση αυτοψίας της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, δεχθείσα ειδικότερα ότι οι διαλαμβανόμενες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας παραδοχές, δεν αναιρούνται από την παραπάνω έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε από την όμορη οικοδομή (επειδή ο υπό έρευνα χώρος ήταν κλειστός) και διαπιστώθηκε ότι στο μίσθιο ακίνητο και στον πρώτο όροφο αυτού έχει κατασκευασθεί μεταλλική οροφή, η οποία, ανεξαρτήτως του ότι ως απολύτως εμφανής, ήταν γνωστή στον αναιρεσείοντα από τον διενεργηθέντα πολεοδομικό έλεγχο του μισθίου, δεν αποδείχθηκε ότι επηρεάζει δυσμενώς την στατική ικανότητα ή λειτουργικότητα του μισθίου αλλά ούτε αποκλείει την έκδοση των απαιτουμένων για τη λειτουργία αυτού αδειών της αρμόδιας Δημοτικής Αρχής και επομένως, εκ του λόγου αυτού, δεν αίρεται η υπερημερία του αναιρεσείοντος περί την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος μετά το Μάρτιο του 2002 (σελ. 14ο φύλλο προσβαλλόμενης). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠοΛΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παραπάνω από 24.11.2003 έκθεση αυτοψίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ο αναφερόμενος σ' αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν έγινε συνεκτίμηση αυτού μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος. Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με τη εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1061/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του για τη μη ύπαρξη ελαττωμάτων στο μίσθιο ακίνητο, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή σε κατάθεση μάρτυρα, σε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και στα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η αναφερθείσα (στην υπό στοιχ.
ΙΙ της παρούσας) έκθεση αυτοψίας, χωρίς να στηρίξει σε αυτή αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ίδιας ως άνω έκθεσης αυτοψίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα στην πρώτη σκέψη της παρούσας, ότι το μίσθιο δεν παρουσίαζε πραγματικό ελάττωμα, κατά την κατάρτιση της μισθώσεως, και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Αλλά και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το τρίτο μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το κτίσμα του μισθίου ήταν αυθαίρετο, δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση αδείας αλλαγής χρήσης αυτού, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση αδείας αλλαγής χρήσης του μισθίου.
V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος στην καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων των μηνών Απριλίου έως και του μηνός Οκτωβρίου 2002, πλην όμως κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, όπως τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό εκτιμήθηκαν από το Εφετείο, έγινε από το τελευταίο δεκτό ότι οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν για μεν τους μήνες από Απρίλιο έως και το μήνα Αύγουστο 2002, όταν επήλθαν τα αποτελέσματα της προηγηθείσας καταγγελίας της μίσθωσης, τα μισθώματα των μηνών αυτών, για δε τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2002, όταν περά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και της λύσεως της συμβάσεως της μισθώσεως (άρθρ. 599 παρ. 1 και 601 ΑΚ) ο αναιρεσείων - μισθωτής εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου, την αποζημίωση χρήσεως για τους μήνες αυτούς, που αυτός παρακράτησε το μίσθιο. Έτσι το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' εκτίμηση του οποίου προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έδωσε καμία απάντηση επί του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμού ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα καθοριζόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απάντησε στον ισχυρισμό αυτόν. Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.4.2005 αίτηση και τους από 20-6-2006 πρόσθετους λόγους του Α. Β. για αναίρεση της 5596/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ