Legislator Case Law & Legislation
19/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against immigration law conviction, upholding proportionality of sentence.

Case Number 19/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for violating Greek immigration law. The appellant argued for lack of fair trial and proportionality, claiming the nine-year sentence was excessive. The court rejected these claims, finding the sentencing fully justified under the Criminal Code and compliant with constitutional proportionality principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 para. 1 lit. b Const.; Art. 79, 83, 84 Criminal Code: The Supreme Court held that a sentence of nine years imprisonment for immigration violations is not disproportionate and does not violate the principle of proportionality when based on established mitigating circumstances and the gravity of the offense.

Keywords

AI generated
proportionality principle immigration law violation criminal sentencing fair trial rights Supreme Court appeal mitigating circumstances Greek Criminal Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 para. 1 lit. b Const.
Art. 79 Criminal Code
Art. 83 Criminal Code
Art. 84 para. 2 sa Criminal Code
Art. 510 para. 1 lit. A, D, E Criminal Procedure Code
Art. 462 Criminal Procedure Code
Art. 464 Criminal Procedure Code
Art. 473 para. 2, 3 lit. a Criminal Procedure Code
Art. 474 para. 1 and 4 Criminal Procedure Code
Art. 504 para. 1 Criminal Procedure Code
Art. 578 para. 1 Criminal Procedure Code
Art. 115 of Law 5090/2024
Law 4251/2014
Law 4637/2019

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 19 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 19/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου U. P. του M., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1938/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κ. Α., έλαβε αριθμό 3/2024 η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 26 Ιανουαρίου 2024 έκθεση - αίτηση του P. (επων), U. (όν) του M., κατοίκου ... , οδός ..., ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1938/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο), σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 30 παρ.1 εδ. β', του ν. 4251/2014 ("Κώδικας Μετανάστευσης κ.λπ."), την οποία τέλεσε από κοινού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία και κατά συρροή είναι εμπρόθεσμη, καταχωρημένης της αναιρεσιβαλλόμενης στο ειδικό βιβλίο στις 9.1.2024. Η ανωτέρω αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, συνιστάμενους σε έλλειψη ακροάσεως, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 462, 464, 473 παρ. 2, 3 εδ.α', 474 παρ.1 και 4 και 504 παρ.1 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

ΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 4251/2014, που ισχύει από 1-6-2014, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4637/2019, και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου τέλεσης της κρινόμενης αξιόποινης πράξης (15.9.2020), "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή εξήντα χιλιάδων (60.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού.

Εξάλλου με την διάταξη του άρθρου 463 παρ. 3 (του νέου) ΠΚ, που ισχύει από 1-7-2019, όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 περ. δ', ενώ η πράξη διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της και όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών [όπως οι λέξεις "περ.

γ'" στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκαν από τις λέξεις "περ. δ'" και η παρ. 3, όπως είχε συμπληρωθεί με το άρθρο δεύτερο παρ. 2 περ. ιγ' της από 27.6.2019 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 106) και με το άρθρο 95 περ. ιγ' του Ν. 4623/2019 (ΦΕΚ Α'134), διαμορφώθηκε ως άνω με το άρθρο 61 παρ.1 του Ν. 4871/2021 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.2021)]. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι καθιερώνεται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος είτε άμεσος (κοινός) είτε ενδεχόμενος και δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να αναφέρεται στην αιτιολογία το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξης, συνιστά δε επιβαρυντική περίσταση όταν ο δράστης ενεργεί από κερδοσκοπία, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος (περ.

β'). (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 296/2023, ΑΠ 143/2023). Η επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από κερδοσκοπία συντρέχει όταν ο δράστης αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 582/2024, ΑΠ 296/2023, ΑΠ 344/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1576/2022, ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 1033/2021, ΑΠ 615/2020, ΑΠ 679/2015). Εξάλλου κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως.

Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.

Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 909/2024, ΑΠ 854/2024, ΑΠ 836/2024, ΑΠ 131/2023).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης ( ΑΠ 870/2024 , ΑΠ 854/2024 , ΑΠ 823/24, ΑΠ 501/2020). Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.

Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχάς, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, αυτό όμως δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση που αφορά έγκλημα της παραλαβής από τα σύνορα αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην χώρα με σκοπό προώθησής τους στο εσωτερικό της χώρας, από κερδοσκοπία από κοινού και κατά συρροή, για την στοιχειοθέτηση του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο ( ΑΠ 240/2024, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 1359/2022, ΑΠ 457/2022 , ΑΠ 283/2022).

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).

Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 5/2021, Ολ.ΑΠ 3/2008).

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης , που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα εξής (και ειδικότερα ως προς τον προαναφερθέντα κατηγορούμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα) κατ' επιτρεπτή και παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της απόφασης με το διατακτικό της, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΟλΑΠ 1/2018): " Αστυνομικοί της Ομάδας Ασφαλείας του Τ.Σ.Φ Παιονίας, αξιοποιώντας πληροφορία που περιήλθε σε αυτούς προ ημερών, ότι ο 1ος κατηγορούμενος, Αλβανός υπήκοος, ως οδηγός του υπ' αριθμόν ...

αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, μάρκας NISSAN ALMERA, χρώματος ασήμι προβαίνει σε παράνομη διακίνηση αλλοδαπών Αλβανικής καταγωγής, οι οποίοι εισέρχονται λάθρα στην Ελλάδα από μη νομοθετημένο σημείο της μεθορίου της Βόρειας Μακεδονίας, εκτελώντας διατεταγμένη Υπηρεσία την 15/09/2020 και περί ώρα 17:00, τον έθεσαν σε διακριτική παρακολούθηση.

Περί ώρα 20:20 ξεκίνησε να κινείται με το ανωτέρω ... αυτοκίνητο με κατεύθυνση προς Ευζώνους, μέσω Παλαιάς Εθνικής οδού. Οι αστυνομικοί για να μην γίνουν αντιληπτοί περίμεναν αθέατοι στην είσοδο του χωριού των ..., ενώ μετά από λίγα λεπτά το ανωτέρω Ι.Χ.Ε. όχημα πέρασε από μπροστά τους φορτωμένο με επιβάτες.

Μετά από λίγο οι αστυνομικοί στάθμευσαν το όχημα με τη χρήση φωτεινών και ηχητικών σημάτων και προέβησαν σε νομότυπο αστυνομικό έλεγχο, από τον οποίο προέκυψε ότι εκτός από τον 1ο κατηγορούμενο, οδηγό του οχήματος, επέβαιναν σε αυτό οι 2ος και 3ος των κατηγορουμένων, καθώς και η σύζυγος (ΑLΜΑ PRENDl) και τα δύο ανήλικα τέκνα του 3ου κατηγορουμένου (ένα κορίτσι και ένα αγόρι, που γεννήθηκαν στις 31-5-2013 και 34-2019 αντιστοίχως), όλοι τους Αλβανοί υπήκοοι και κάτοχοι αλβανικών διαβατηρίων.

Άμεσα οι αστυνομικοί προέβησαν στην κατάσχεση του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενώ κατόπιν ελέγχου στην εφαρμογή πληροφοριών της αστυνομίας βρέθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος ήταν καταχωρημένος στον ενιαίο χώρο SCHENGEN με το μέτρο της απαγόρευσης εισόδου στη χώρα μας. Επίσης, πάνω του βρέθηκε και κατασχέθηκε και το χρηματικό ποσό των 1680 ευρώ.

Ερωτηθείς ο 3ος κατηγορούμενος δήλωσε αβίαστα ότι έχει έλθει στη χώρα μας περί το έτος 2006, ότι από το έτος 2014 ζει και εργάζεται στη Σαντορίνη, ότι το έτος 2015 έφερε στο νησί και την οικογένειά του, ότι η γυναίκα του μαζί με τα δύο παιδιά τους μετέβησαν στην Αλβανία προκειμένου να πάρουν ορισμένα έγγραφα που ήταν απαραίτητα για την έκδοση άδειας διαμονής στη χώρα μας και ότι επειδή λόγω του COVIT 19 αδυνατούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, καθόσον τα τότε απαγορευτικά μέτρα δεν το επέτρεπαν, ήρθαν οι εν Αλβανία διαμένοντες συγγενείς του σε επαφή με τον 4ο κατηγορούμενο P. U.

του M. Αλβανό υπήκοο, o οποίος τους είπε ότι μπορεί να φέρει παράνομα μέχρι τη Θεσσαλονίκη την οικογένειά του, αντί ποσού 600 ευρώ για κάθε άτομο. Ότι για το λόγο αυτό ταξίδεψε από Σαντορίνη μέχρι Θεσσαλονίκη και από εκεί με ταξί μέχρι τους Ευζώνους ότι ανέμενε την οικογένειά του στο ξενοδοχείο "ΧΑΡΑ", που βρίσκεται απέναντι από ένα βενζινάδικο στην περιοχή ..., ότι εκεί ήρθε o 4ος κατηγορούμενος μαζί με την οικογένειά του και έναν ακόμη ομοεθνή του, ήτοι τον 2ο κατηγορούμενο, ότι τους επιβίβασε όλους στο υπ' αριθμ. ...

ΤΟΥΟΤΑ AVENSlS, χρώματος μπλε, που τελικώς αποδείχθηκε πως ανήκε στην ιδιοκτησία αυτού (ήτοι του 4ου κατηγορουμένου) και αφού τους μετέφερε με το παραπάνω εντός του χωριού των ..., το οποίο απέχει ελάχιστη απόσταση από το αρχικό σημείο εκκίνησης, τους αποβίβασε από αυτό και τους επιβίβασε στο υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητο, μάρκας NISSAN ALMERA, χρώματος ασήμι, που οδηγούσε o 1ος κατηγορούμενος ο οποίος, όπως τους είπε ο 4ος κατηγορούμενος, θα τους μετέφερε στη Θεσσαλονίκη και εκεί τηλεφωνικώς θα διακανόνιζαν μαζί του (ήτοι με τον 4ο κατηγορούμενο) τον τρόπο πληρωμής, καθώς o ίδιος (3ος κατηγορούμενος) δεν είχε στην κατοχή του εκείνη τη στιγμή χρήματα.

Μετά ταύτα, οι αστυνομικοί της ομάδας ασφαλείας του Τ.Σ.Φ. Παιονίας προέβησαν στην κατάσχεση και του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου μάρκας ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS, χρώματος μπλε, που ανήκε στον 4ο κατηγορούμενο και το οποίο εντόπισαν σταθμευμένο έξωθεν του ξενοδοχείου "ΧΑΡΑ", ενώ την επομένη ημέρα, ήτοι στις 16-9-2020, αστυνομικοί της παραπάνω υπηρεσίας εντόπισαν και συνέλαβαν έξωθεν του δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης τον 4ο κατηγορούμενο ως άμεσα εμπλεκόμενο στην προαναφερθείσα παράνομη μεταφορά από το εξωτερικό στην Ελλάδα των ως άνω παράτυπων αλλοδαπών.

Ο 3ος κατηγορούμενος, κατά την απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επανέλαβε ακριβώς τα ίδια και υποστήριξε ότι προέβη στην ανωτέρω αλόγιστη ενέργεια, διότι είχε ήδη αρχίσει η σχολική χρονιά και η δασκάλα του σχολείου της Σαντορίνης, όπου φοιτούσε η 7,5 ετών κόρη του, τον πίεζε να την στείλει στο σχολείο, ώστε να μην απωλέσει τα μαθήματα και τις λοιπές σχολικές δραστηριότητες.

Τα αυτά επιβεβαίωσε και η μάρτυρας υπερασπίσεώς της Ν. Μ., η οποία έχει κατασκευαστική εταιρία στη Σαντορίνη και τυγχάνει εργοδότριά του (τον απασχολεί ως κατασκευαστή πέτρας στα έργα, που ανοικοδομεί), ενώ η ανωτέρω προσέθεσε ότι η εκ μέρους της εργασιακή πρόσληψη του 3ου κατηγορουμένου έγινε με όλους τους νόμιμους τύπους, διότι τόσο αυτός, όσο και η υπόλοιπη οικογένεια έχουν πάρει προσωρινή άδεια παραμονής στη χώρα μας.

Ο 2ος κατηγορούμενος με τη σειρά του αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή ότι είχε οιαδήποτε συμμετοχή στη μεταφορά από την Αλβανία στην Ελλάδα της γυναίκας και των δύο τέκνων του συγκατηγορουμένου του και υποστήριξε ότι κι ίδιος είναι απλά μεταφερόμενος και όχι διακινητής. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι επί σειρά ετών εργαζόταν κατά τη χειμερινή περίοδο στη Σαντορίνη σε διάφορες οικοδομικές και ηλεκτρολογικές εργασίες, ότι ο ομοεθνής του R.

D., ο οποίος επί χρόνια ασκεί το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών στο νησί της Σαντορίνης, τον κάλεσε να έρθει να εργαστεί μαζί του και κατά τη χειμερινή περίοδο του 2020-2021, ότι, επειδή δεν είχε νόμιμη άδεια διαμονής στη χώρα μας, ήρθε σε επαφή με τον 4ο κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι μπορεί να τον μεταφέρει λάθρα στην Ελλάδα έναντι αμοιβής και τέλος, ότι το χρηματικό ποσό των 1680 ευρώ που βρέθηκε στην κατοχή του, το είχε για να καλύψει τα έξοδα διαμονής του στη Σαντορίνη, όπου ήταν ο τελικός προορισμός του.

Τα αυτά επανέλαβε και η εξετασθείσα μάρτυρας υπερασπίσεώς του Σοφία Ξανθουλέα του Βασιλείου, δικηγόρος στο επάγγελμα, η οποία, ως ιδιοκτήτρια οικίας στη Σαντορίνη, επιβεβαίωσε ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατά τη χρονική 2017-2019 απασχολείτο ως ηλεκτρολόγος σε διάφορα έργα στο νησί, καθώς και ότι κατά την καλοκαιρινή περίοδο, που οι εργασίες λόγω τουρισμού σταματάνε, τόσο ο ίδιος, όσο και άλλοι Αλβανοί υπήκοοι μεταβαίνουν στη χώρα τους και επανέρχονται κατά τον Σεπτέμβριο, προκειμένου να συνεχίσουν την εργασία τους.

Η ίδια επιβεβαίωσε, επίσης, τον καλό και εργατικό χαρακτήρα τούτου και επισήμανε ότι ένας άνθρωπος, που επιδίδεται σε τέτοιου είδους παράνομες πράξεις με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, δεν εργάζεται τόσο σκληρά, ούτε επιστρέφει στον τόπο εργασίας του, αφού εξασφαλίσει χρήματα από τη διάπραξη τέτοιου είδους εγκλημάτων.

Ο 1ος κατηγορούμενος από την άλλη, ισχυρίστηκε εξ αρχής ότι πράγματι είχε γνωριμία με τον 4ο κατηγορούμενο, κι ότι επειδή ο τελευταίος μετέβαινε συχνά στην Αλβανία, του έδινε κατά καιρούς χρήματα και φάρμακα που προορίζονταν για τους εκεί διαβιούντες ηλικιωμένους γονείς του. Επίσης ισχυρίστηκε, ότι δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με διακινήσεις παράτυπων Αλβανών έναντι αμοιβής και ότι όταν στις 15-9-2020 αυτός του τηλεφώνησε και του ζήτησε να μεταφέρει με το αυτοκίνητό του μια οικογένεια στο ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης, προφασιζόμενος ότι o ίδιος δεν μπορούσε, τον πίστεψε και θέλησε να τον εξυπηρετήσει, ανταποδίδοντας τις εξυπηρετήσεις, που αυτός του είχε κάνει στο παρελθόν αναφορικά με τους γονείς του.

Ότι κατά την επιβίβαση των τριών ενηλίκων και των δύο ανηλίκων Αλβανών υπηκόων, αυτός ζήτησε να του επιδείξουν κάποιο νομιμοποιητικό έγγραφο, οπότε ο 3ος κατηγορούμενος (πατέρας των ανηλίκων και σύζυγος της γυναίκας) του επέδειξε βεβαίωση κατάθεσης αίτησης διαμονής, έγγραφο, το οποίο αυτός θεώρησε επαρκές για τη νόμιμη διενέργεια της μεταφοράς.

Κατά την ενώπιον του παρόντος απολογία του ο 1ος κατηγορούμενος επανέλαβε τα ίδια και πρόσθεσε ότι ζει και εργάζεται στη χώρα μας από το έτος 2000, απασχολούμενος κυρίως σε αγροτικές εργασίες, ότι διαμένει μετά της οικογενείας του (σύζυγο και δύο τέκνα) στο χωριό ..., ότι τα τέκνα του γεννήθηκαν στην Ελλάδα και φοιτούν σε ελληνικά σχολεία, ότι με τη σκληρή και τίμια εργασία του κατάφερε να γίνει αγαπητός στους ανθρώπους της περιοχής και τέλος, ότι αποτελεί κι ο ίδιος θύμα του 4ου των κατηγορουμένων, καθώς εάν γνώριζε την ως άνω έκνομη δράση του, δεν θα προέβαινε στη μεταφορά των ομοεθνών του με το δικό του μάλιστα αυτοκίνητο, το οποίο χρησιμοποιεί για την εργασία του και το οποίο αποστερήθηκε, λόγω της κατάσχεσης.

Ο μάρτυρας υπερασπίσεώς του Σ. Κ. του Π., που εξετάστηκε στο ακροατήριο και τυγχάνει εργοδότης του 1ου κατηγορουμένου, επιβεβαίωσε όλα τα ανωτέρω και προσέθεσε ότι αυτός ενεπλάκη στο περιστατικό λόγω της φιλοτιμίας του και ειδικότερα επειδή δεν μπορεί να προβάλει άρνηση, όταν κάποιος του ζητά να τον εξυπηρετήσει, ενώ προσέθεσε ότι όλοι στη γύρω περιοχή τον υπολήπτονται λόγω της εργατικότητας και του καλού χαρακτήρα του.

Ο 4ος κατηγορούμενος, κατά την ενώπιον του ανακριτή απολογία του στις 20-9-2020 συνομολόγησε ότι είχε γνωριμία με τον 1ο κατηγορούμενο και ότι τον εξυπηρετούσε πηγαίνοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα φάρμακα στους γονείς του στην Αλβανία, πλην όμως απέφυγε να διευκρινίσει την ακριβή του σχέση με τον τελευταίο, ισχυριζόμενος ότι στις 15-9-2020 τον παρακάλεσε πράγματι να πάει την οικογένεια στη Θεσσαλονίκη, διότι ο ίδιος ήθελε δήθεν να πάει στην οικία του στα ...

και διότι γνώριζε ότι ο 1ος κατηγορούμενος έχει δικό του αυτοκίνητο, κι ότι θα πήγαινε εκείνο το βράδυ σε κάποιο ποδοσφαιρικό αγώνα στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Οι δύο αστυνομικοί, Β. Ε. και Ν. Τ., που εξετάστηκαν ως μάρτυρες κατηγορίας στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατέθεσαν ότι ο 4ος κατηγορούμενος κατ' επανάληψη έχει απασχολήσει τις Αρχές για παραβάσεις του Κώδικα Μετανάστευσης (Ν. 4251/2014), με αποτέλεσμα να τον παρακολουθούν διακριτικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι τυγχάνει ιδιαίτερα προσεκτικός ώστε να διαφεύγει της συλλήψεως, ότι επειδή έχει απαγόρευση εξόδου από τη χώρα λόγω διάπραξης στο παρελθόν άλλου παρόμοιου αδικήματος, ερχόταν στο Τελωνείο των ...

με το υπ' αριθμ. ... αυτοκίνητό του, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS, το οποίο στάθμευε είτε στο πάρκινγκ του Τελωνείου είτε στο ξενοδοχείο "ΧΑΡΑ". Ότι ακολούθως, έφτανε με τα πόδια στο Τελωνείο και περνούσε τα σύνορα, εκεί τον περίμενε η σύζυγός του με ένα αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ KOROLA, χρώματος ασημί με αλβανικές πινακίδες κυκλοφορίας, τον έπαιρνε και πήγαιναν στην Αλβανία.

Ότι αυτό το έκανε τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, γεγονός, που επιβεβαιώνεται κι από τον έλεγχο του διαβατηρίου του, στον οποίο συχνά προέβαιναν στο πλαίσιο νομότυπων ελέγχων προς εντοπισμό της έκνομης δραστηριότητάς του (κατέθεσαν ότι το διαβατήριό του ήταν γεμάτο με συνοριακές σφραγίδες του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, διότι στα εν λόγω κράτη εισερχόταν και εξερχόταν νομίμως).

Ότι κατά την επάνοδό του από την Αλβανία, μετέφερε με το προαναφερθέν όχημα, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ KOROLA, διάφορους μετανάστες, όταν δε αυτοί δεν διέθεταν τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, τους περνούσε ο ίδιος παράνομα με τα πόδια και εν συνεχεία έπαιρνε το σταθμευμένο όχημά του, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ AVENSIS και κατευθυνόταν στα ..., όπου διατηρεί οικία.

Σε κάποιες περιπτώσεις, τους παράνομους μετανάστες τους προωθούσε στο εσωτερικό της χώρας μέσω άλλων οδηγών, όπως έπραξε εν προκειμένω με τον 1ο κατηγορούμενο B., ενώ τους νόμιμους τους μετέφερε πολλές φορές κι ο ίδιος, τελώντας σε γνώση ότι δεν πρόκειται να υποστεί δυσμενείς συνέπειες. Ερωτηθέντες οι δύο αστυνομικοί για την ανάμειξη του 1ου κατηγορουμένου στην ένδικη υπόθεση κατέθεσαν με ειλικρίνεια ότι, πλην αυτής της περιπτώσεως, δεν εντόπισαν να έχει διαπράξει, σε συνεργασία με τον 4ο κατηγορούμενο, κάποιο άλλο παρόμοιο αδίκημα, ενώ επιβεβαίωσαν ότι αυτός μέχρι σήμερα δεν έχει απασχολήσει τις διωκτικές Αρχές, μολονότι διαμένει μονίμως στη χώρα μας από το έτος 2000.

Το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως τη μεθοδικότητα και τον τρόπο δράσης του 4ου κατηγορουμένου (όπως χαρακτηριστικά είπε ο αστυνομικός Ν. Τ., προσπαθούν επί χρόνια να τον συλλάβουν και δεν τα καταφέρνουν), διατηρεί αρκετές αμφιβολίες ως προς τον δόλο του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος ευκόλως θα μπορούσε να παρασυρθεί από τον ανωτέρω ιδιαίτερα ευφυή συγκατηγορούμενό του και να διαπράξει την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη, χωρίς ωστόσο να θέλει στην πραγματικότητα την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοιά της.

Συνεπώς, θα πρέπει ο 1ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν παράβασης του άρθρου 30 παρ. 1β του Ν. 4251/2014 λόγω αμφιβολιών. Επίσης, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί αθώος της απλής συνέργειας στην παράβαση του άρθρου 30 παρ. 1β του Ν. 4251/2014, διότι το Δικαστήριο επείσθη ότι ήταν απλά ένας μεταφερόμενος και ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στη μεταφορά και προώθηση από την Αλβανία στην Ελλάδα του 3ου κατηγορουμένου, της συζύγου αυτού και των δύο ανηλίκων τέκνων τους, πρόθεση δε αυτού ήταν να περάσει τα ελληνικά σύνορα, έστω και χωρίς νομότυπο τρόπο και να μεταβεί προς εργασία στη νήσο Σαντορίνη, όπως είχε πράξει και στο παρελθόν.

Επειδή, όμως αποδείχθηκε ότι ήταν καταχωρημένος στον κατάλογο των ανεπιθυμήτων αλλοδαπών, θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της παράβασης του άρθρου 82 παρ. 4 Ν. 3386/05, με την αναγνώριση ωστόσο στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, η οποία πρωτοδίκως του είχε αναγνωριστεί.

Περαιτέρω, ο 3οs κατηγορούμενος, που κατηγορείται για απλή συνέργεια και ηθική αυτουργία στην παραβ. του άρθρου 30 παρ. Ιβ του Ν. 4251/2014, καθώς και για παραβ. του άρθρου 83 παρ. 1 του 3386/2005 πρέπει να κηρυχθεί αθώος όλων των πράξεων, διότι αποδείχθηκε ότι αυτός είχε εισέλθει στη χώρα μας το έτος 2006 και όχι το 2016, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο και διότι στόχος του ήταν η συνένωση της οικογένειάς του και η φοίτηση του μεγαλυτέρου των παιδιών του στο σχολείο της νήσου Σαντορίνης, όπου μονίμως όλοι διαβιούν, ενώ στις συνεννοήσεις με τον 4ο κατηγορούμενο προέβησαν οι εν Αλβανία συγγενείς του και όχι ο ίδιος, με αποτέλεσμα να μη δύναται να του αποδοθεί κάποιου είδους ευθύνη ή συμμετοχή στη διάπραξη των προαναφερθέντων αξιοποίνων πράξεων.

Αναφορικώς με τον 4ο κατηγορούμενο, το παρόν Δικαστήριο ουδεμία αμφιβολία διατηρεί ότι διέπραξε εκ δόλου και εκ κερδοσκοπίας την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της παρ. του άρθρου 30 παρ. Ιβ του Ν. 4251/2014, καθόσον αποδείχθηκε ότι στις 15-9-2020 οδηγώντας ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ COROLA, με αλβανικές πινακίδες κυκλοφορίας, παρέλαβε τον 2ο κατηγορούμενο και την σύζυγο και τα δύο ανήλικα τέκνα του 3ου κατηγορουμένου από την Αλβανία, μολονότι τελούσε σε γνώση ότι στερούνταν των αναγκαίων νομιμοποιητικών εγγράφων, με σκοπό να τους προωθήσει παράνομα στην Ελλάδα από μη νομοθετημένο σημείο της μεθορίου της με τη Βόρεια Μακεδονία έναντι χρηματικής αμοιβής, ύψους 600 ευρώ για κάθε μέλος της οικογένειας του 3ου κατηγορουμένου και έναντι χρηματικής αμοιβής, που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστεί ως προς τον 2ο κατηγορούμενο.

Ακολούθως όλοι μαζί, αφού μετέβησαν με το προαναφερόμενο όχημα από την Αλβανία στη Βόρεια Μακεδονία, κινήθηκαν μέχρι μια ορεινή περιοχή αυτής πλησίον της Ελλάδας, πέρασαν πεζοί τα σύνορα από μη νομοθετημένο σημείο της οικείας μεθορίου, εν συνεχεία δε ο 4οs κατηγορούμενος οδήγησε πεζούς τους τέσσερις προμνημονευόμενους αλλοδαπούς υπηκόους στο ξενοδοχείο "ΧΑΡΑ", που βρίσκεται έξωθεν του οικισμού των ...

Κιλκίς, και τους επιβίβασε στο υπ' αρ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητό του, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ AVENSlS, χρώματος μπλε, που ήταν σταθμευμένο εκεί. Στο ανωτέρω αυτοκίνητο επιβιβάστηκε και ο 3ος κατηγορούμενος, που είχε εντωμεταξύ προσέλθει, προκειμένου να συναντήσει την οικογένειά του, σε ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται πλησίον του Τελωνείου των ...

και αφού ο κατηγορούμενος τους μετέφερε όλους μαζί με το ανωτέρω αυτοκίνητό του εντός του οικισμού των ..., που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το σημείο εκκίνησης τους αποβίβασε από αυτό και τους επιβίβασε στο υπ' αρ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου, με σκοπό ο τελευταίος να τους μεταφέρει, κατ' εντολή του, στα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από όλα τα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην αρχή της παρούσας και κυρίως από τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων κατηγορίας-αστυνομικών, οι οποίοι επιβεβαίωσαν την ανωτέρω έκνομη δραστηριότητα του 4ου κατηγορουμένου, ενώ προσέθεσαν ότι αυτός προβαίνει σε τέτοιου είδους αξιόποινες πράξεις κατ' επανάληψη.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει ο 4ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται, με την αναγνώριση όμως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α'Π.Κ., η οποία πρωτοδίκως του είχε αναγνωριστεί".

Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε και τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις: 1, 5 παρ.2, 12, 13, 14 παρ. 1, 16, 17, 18 α, 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 79, 80, 83, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1 ΠΚ. Άρ. 30 παρ. 1β'ν. 4251/2014, 82 παρ. 4 ν. 3386/2005 και αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α' του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019) επέβαλε σ' αυτόν ποινή καθείρξεως 5 ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή εννέα (9) ετών με το ακόλουθο κατά πιστή αντιγραφή διατακτικό: "Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού με άλλον, ήτοι έχοντας κοινό δόλο και μετά από μεταξύ τους συναπόφαση και συνεννόηση, με συγκλίνουσες ενέργειες και με κοινή δράση και στα πλαίσια των μεταξύ τους συμφωνηθέντων περί διαδοχικής δράσης για την πραγμάτωση της εγκληματικής τους ενέργειας, ενεργώντας εκ κερδοσκοπίας και κατά συρροή, ως οδηγός μεταφορικού μέσου, μετέφερε από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτης χώρας που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας.

Συγκεκριμένα, στις 15-09-2020 και περί ώρα 13:00, οδηγώντας ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, τύπου Corolla, χρώματος ασημί, με αλβανικές πινακίδες κυκλοφορίας στο οποίο επέβαινε και ο συγκατηγορούμενος του, E. (ον) G. του S. και της L., παρέλαβε τους 1) (επ) P. (ον) Α. του A. και της L., υπήκοο Αλβανίας η οποία συνόδευε τα δύο ανήλικα τέκνα της 2) P. E., γεν. ..., και 3) P. E., γεν. ..., από τα ...

με σκοπό να τους προωθήσει παράνομα στην Ελλάδα από μη νομοθετημένο σημείο της μεθορίου με τη Βόρεια Μακεδονία έναντι χρηματικής αμοιβής 600 ευρώ για καθένα από τους μεταφερόμενους. Συγκεκριμένα αφού κινήθηκε με τους ανωτέρω με το προαναφερόμενο όχημα μέχρι μια ορεινή περιοχή στη Βόρεια Μακεδονία της Ελλάδας και ακολούθως αφού πέρασαν πεζοί τα σύνορα από μη νομοθετημένο σημείο της μεθορίου με τη Βόρεια Μακεδονία τις απογευματινές ώρες της 15-09-2020, στη συνέχεια τους οδήγησε πεζούς στο ξενοδοχείο "ΧΑΡΑ", που βρίσκεται έξω από τον οικισμό ...

Κιλκίς και από εκεί τους επιβίβασε στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, τύπου AVENSIS, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του[ς] στο οποίο επίσης επιβιβάστηκε και ο συγκατηγορούμενος του, Ε. (ον) G. του S. και της L., και οδηγώντας το ανωτέρω όχημα, κατευθύνθηκε εντός του οικισμού ..., όπου αφού τους αποβίβασε από αυτό, στη συνέχεια o συγκατηγορούμενος του (επ) Χ. (ον) B.

του Ν. και της B., υπήκοος Αλβανίας, με τον οποίο δρούσε από κοινού, στον ως άνω τόπο και την ίδια ημέρα (15-09-2020) και περί ώρα 21:10, τους επιβίβασε στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής NlSSAN, τύπου ALMERA, χρώματος ασημί, ιδιοκτησίας του, που οδηγούσε, και στο οποίο επέβαιναν ο συγκατηγορούμενος του, (επ) P. (ον) Ε.

του K. και της D., υπήκοος Αλβανίας, καθώς και ο συγκατηγορούμενος του, (επ) Ε. (ον) G. του S. και της L., ως συνοδηγός, και ακολούθως κινήθηκε με κατεύθυνση προς το Πολύκαστρο Κιλκίς μέσω της Παλαιάς Εθνικής Οδού, με σκοπό να μεταφέρει τους ανωτέρω τρεις αλλοδαπούς υπηκόους στα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης, ώστε στη συνέχεια να μεταβούν στη Σαντορίνη.

Ωστόσο στον κυκλικό κόμβο του Πολυκάστρου Κιλκίς το ανωτέρω όχημα που οδηγούσε o συγκατηγορούμενος του, (επ) Χ.(ον) B. του Α. και της B., ακινητοποιήθηκε για έλεγχο με τη χρήση φωτεινών και ηχητικών σημάτων από αστυνομικούς της Ομάδας Ασφαλείας του Τ.Σ.Φ. Παιονίας, από τους οποίους και διαπιστώθηκε, μετά από γενόμενο σχετικό έλεγχο, ότι οι ανωτέρω τρεις αλλοδαποί υπήκοοι στερούνταν των απαραίτητων εγγράφων για τη νόμιμη παραμονή τους στη χώρα, γεγονός το οποίο γνώριζε.

Με τον τρόπο, δε, αυτό, αυτός, ενεργώντας από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενο του, (επ) X. (ον) B. του A. και της B., εκ κερδοσκοπίας, μετέφερε από το εξωτερικό στην Ελλάδα τους ανωτέρω πολίτες τρίτης χώρας που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας." V.

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της παράβασης του άρθρου 30 παρ.1β του Ν. 4251/2014, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα αναφέρεται : α) ότι ο αναιρεσείων παρέλαβε τρία άτομα από το εξωτερικό και αφού πέρασαν πεζοί τα σύνορα από μη νομοθετημένο σημείο τους επιβίβασε σε ΙΧΕ, και στη συνέχεια σε άλλο Ι.Χ.Ε. ιδιοκτησίας τους προκειμένου με το συνεργό του να τους προωθήσει στο εσωτερικό της χώρας , β) ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην Ελλάδα γ) το παράνομο της εισόδου των ανωτέρω αλλοδαπών στη Χώρα, το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, όπως συνάγεται από τις ειδικά και με λεπτομέρεια αναφερόμενες συνθήκες σχετικά με την παραλαβή τους εκτός της χώρας και την προώθησή τους στο εσωτερικό της χώρας με την εκτός νομοθετημένης περιοχής των συνόρων της Ελλάδας με την Βόρεια Μακεδονία, την διαδοχική τους επιβίβαση σε διάφορα αυτοκίνητα προκειμένου να μην εντοπιστούν εύκολα με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων , ήτοι εκτίθενται όλα τα περιστατικά από τα οποία σαφώς συνάγεται ο δόλος του κατηγορούμενου, ο οποίος μνημονεύεται, χωρίς να απαιτείται άλλη ειδικότερη επ' αυτού αιτιολογία και δ) με τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την ανωτέρω πράξη από κερδοσκοπία, αφού για την μεταφορά εκάστου πολίτη τρίτης χώρας είχε συμφωνήσει να λάβει το ποσό των 600 ευρώ για κάθε άτομο.

Παράθεση επί πλέον στοιχείων δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος περιστατικών. Επίσης αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή ο προσδιορισμός ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 30 παρ.1β του Ν. 4251/2014 είναι αβάσιμος.

Οι λοιπές, σχετικές αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στους ίδιους αναιρετικούς λόγους και αναφέρονται αφενός σε εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων , που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αφετέρου σε ελλιπή αιτιολογία αφορώσα σε αμφισβήτηση των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

VI. Η επιβαλλόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, στους οποίους πρέπει να εκτείνεται η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του νέου ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του νέου ΠΚ, το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.

Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος, επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο.

Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του [ΑΠ 188/2022, ΑΠ 114/2020, ΑΠ 608/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής, προέβαλε, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπό του (και) της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

ε' νέου ΠΚ. Ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ (ότι, δηλαδή, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του), όπως, κατά τα προεκτιθέμενα, προτάθηκε, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα μόνο με την αναφορά της νομικής διάταξης του άρθρου του Π.Κ., που την προβλέπει και χωρίς καθόλου παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή της και την ουσιαστική διερεύνηση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του εν λόγω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και μάλιστα να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία γι' αυτόν.

Ωστόσο το άνω Δικαστήριο διέλαβε, ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεως του κατηγορουμένου επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, όπως δε δήλωσε ο 2ος μάρτυρας κατηγορίας πρόκειται περί ατόμου που κατ' επανάληψη έχει ασχοληθεί με τέτοιου είδους αξιόποινες πράξεις δια των μεθοδευμένων δε ενεργειών του έχει καταστήσει ιδιαιτέρως δύσκολο τον εντοπισμό του από τις διωκτικές Αρχές (ο ίδιος μάρτυς επισήμανε ότι η έξωθεν των Δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης σύλληψή του έγινε εντελώς τυχαία, καθόσον ενώ τον παρακολουθούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν).

Πρέπει επομένως το αίτημα του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του Π.Κ. να απορριφθεί ως αβάσιμο". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, την επιβαλλόμενη, από τις ως άνω διατάξεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχόμενο, ότι ο αναιρεσείων μετά τη πράξη του δεν επέδειξε μεταστροφή της συμπεριφορά καθ' όσον έχει κατ' επανάληψη δείξει παραβατική συμπεριφορά μετά την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης του, με επακόλουθο να μη συντρέχει στο πρόσωπό του επίδειξη καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.

Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθό μέρος αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της, προβλεπόμενης από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.

ε' του νέου ΠΚ, ελαφρυντικής περίστασης, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, σχετικές με την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αφετέρου σε ελλιπή αιτιολογία αφορώσα σε αμφισβήτηση των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το Δικαστήριο στην απόρριψη του συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

VII. Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 71 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Αυτοτελής είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης. Από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "δεν πράττει με δόλο όποιος κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν", συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη, αποτελούσα την αντίστροφη όψη του δόλου έχει ως συνέπεια το μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξης στο δράστη, λόγω άγνοιας ή εσφαλμένης αντίληψης αυτού περί συστατικού στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού, το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητα της πράξης.

Η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη υπό ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη υπό στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένως αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξης και μάλιστα όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ή περιστατικού το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητά της και είναι αδιάφορο ποία υπήρξε η πηγή της πλάνης.

Αν, όμως, τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν πραγματική πλάνη, υπό την προαναφερθείσα νομική έννοια, δηλαδή άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου από τα συστατικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού, το οποίο επαυξάνει τη βαρύτητα αυτού, αλλά αναφέρονται σε εξωτερικούς όρους του αξιοποίνου ή σε νομικώς αδιάφορα για τη συγκρότηση του εγκλήματος περιστατικά (και δεν πρόκειται περί ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις των λόγων άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού, οπότε χωρεί ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ), ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί άρνηση της κατηγορίας και μάλιστα υπό ευρεία έννοια, καθόσον, κυριολεκτικώς δεν αναφέρεται σε στοιχείο της κατηγορίας. (ΑΠ 240/2024, ΑΠ 957/2022, ΑΠ 754/2019).

Συνεπώς, όταν ο κατηγορούμενος προβάλλει ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, ο οποίος στην πραγματικότητα συνιστά άρνηση της κατηγορίας, τότε το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ούτε πολύ περισσότερο (έχει υποχρέωση) να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων προέβαλε στο Δικαστήριο της ουσίας, ως αυτοτελή ισχυρισμό περί (πραγματικής) πλάνης, τα ακόλουθα: "Ο συνήγορος του 4ου κατηγορούμενου .... Δήλωσε ότι ο εντολέας ήταν σε πλάνη κατά την τέλεση της πράξης, έκανε εξυπηρέτηση και δεν έλαβε χρήματα". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, που αποτελεί άρνηση υποκειμενικού στοιχείου του προαναφερόμενου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, και, συνεπώς, της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελής με την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει περί αυτού και μάλιστα να τον απορρίψει αιτιολογημένα.

Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως με τη μορφή της μη απάντησης στον ως άνω ισχυρισμό είναι αβάσιμος. VIII. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., όριζε ότι "η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία". Ήδη οι διατάξεις της ως άνω παραγράφου έχουν τροποποιηθεί με το άρθρο 12 του ισχύοντος από 18.11.2019 Ν. 4637/2019 και ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".

Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 του ισχύοντος από 01.07.2019 Π.Κ., περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στο δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής.

Άλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η ρύθμιση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση περί την ποινή (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1337/2020).

Για την αιτιολογία της απόφασης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών, που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και διατακτικού της για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παράγραφο 7 του άρθρου 79 αιτιολογία, αν από το σύνολο των αιτιολογιών της (απόφασης) προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 188/2022, ΑΠ 1949/2019).

Περαιτέρω, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης, το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας και ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξης), τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη σχετική με την ποινή απόφασή του, άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά ( ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1376/2020, ΑΠ 716/2020).

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, αναγνωρίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 13/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη σχετική επιμέτρηση της ποινής, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".. κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 79 του ΠΚ , με την επιμέτρηση των ποινών καθορίζεται η ανάλογη δίκαιη τιμωρία των εγκλημάτων με βάση τη βαρύτητα των πράξεων και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτές.

Το Δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες των ποινών για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας των εγκλημάτων το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα ή τον κίνδυνο που προκάλεσαν, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο των εγκλημάτων, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνοδεύσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή τους (παρ. 2).

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν τις πράξεις, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με τις πράξεις ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια των πράξεων και μετά τις πράξεις και Ιδίως που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες των πράξεών του (παρ. 3).

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4).

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης των θυμάτων, δ) το γεγονός ότι τα θύματα δεν μπορούσαν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, ε) το ότι o υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ¨ρόλο" σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ, 5).

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρηση (παρ. 6) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, με βάση τη βαρύτητα των προπεριγραφεισών πράξεων που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι και το βαθμό της ενοχής τους να επιβληθεί σε βάρος τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ως άνω άρθρων 79 και 80 του Π.Κ., οι αναφερόμενες στο διατακτικό ποινές, οι οποίες αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους γι' αυτές, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών των συγκεκριμένων ποινών για τους ίδιους και τους οικείους τους και αφού λήφθηκαν, Ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησαν οι ανωτέρω αξιόποινες πράξεις τους, η φύση και το είδος τους, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεσή τους, η προσωπική και οικονομική κατάσταση των υπαιτίων, οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις καθώς, επίσης, και όλες οι προπεριγραφόμενες περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την τέλεσή τους σε συνδυασμό με το βαθμό του δόλου τους, όπως και την όλη στάση και διαγωγή τους κατά τη διάρκεια των πράξεων και μετά απ' αυτές ".

Από τις εν λόγω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα τόσο στο περί της ενοχής σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της ίδιας απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής, που επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε ο αναιρεσείων, την προσωπικότητά του και το βαθμό της ενοχής του, αξιολογώντας για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 της προεκτεθείσης διάταξης του άρθρου 79 του Π.Κ., όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, στοιχεία τα οποία ειδικά και εμπεριστατωμένα μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών.

Εν σχέσει, δε, με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο ανωτέρω ποινή, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαλαμβανόμενων στα σκεπτικά περί ενοχής και ποινής, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, ενώ διέλαβε και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους, το μνησθέν Δικαστήριο, προέβη στην υπαγωγή των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας επιβάλλοντας στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα , μετά από την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 1 α'ΠΚ) την ποινή της καθείρξεως των πέντε (5) ετών για κάθε ένα από τα συνολικά τρία (3) μεταφερόμενα πρόσωπα και συνολικά του επέβαλε τη συνολική ποινή των εννέα (9) ετών.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας ρητά αναφέρει τους λόγους που δικαιολογούν την κρίση του για την επιμέτρηση των παραπάνω ποινών που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο (καθώς και στον συγκατηγορούμενό του) και δεν περιορίζεται, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, μόνο στην απλή αναφορά στοιχείων που συνεκτιμώνται κατά το στάδιο της επιμέτρησης χωρίς να εξειδικεύεται το πως ακριβώς τα στοιχεία αυτά οδήγησαν στην τελική επιβολή της ποινής.

Ειδικότερα στο ανωτέρω σκεπτικό, κυρίως, διαλαμβάνεται ότι για την επιβολή των ανωτέρω ποινών το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη φύση, το είδος και τη βαρύτητα των ένδικων πράξεων, τη βλάβη που προξένησαν και τον κίνδυνο που προκάλεσαν, καθώς και τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκαν, τον βαθμό της ενοχής του κατηγορουμένου, καθώς και τις ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και εκτίθενται στο περί ενοχής σκεπτικό και διατακτικό του που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τα οποία (το άνω σκεπτικό περί ποινής) αλληλοσυμπληρώνεται και αποτελεί ενιαίο σύνολο, όπως επίσης (διαλαμβάνονται) και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση των επιβληθεισών ποινών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' προβαλλόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πέμπτο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι αβάσιμος.

VIII. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Η παραβίαση της αρχής αυτής πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει και του ύψους της ποινής που έχει επιβληθεί ή τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας (Ολ.

ΑΠ 14/2001, ΑΠ 1144/2019). Η επιβολή της ποινής όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, έχει επιμετρηθεί αρκούντως αιτιολογημένα, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, που ρητά αναφέρονται σ' αυτήν και μέσα στα μειωμένα όρια που διαγράφει το άρθρο 83 εδ, α' ΠΚ, αφού η επιβολή της ποινής της κάθειρξης των πέντε ( 5 ) για κάθε αξιόποινη πράξη και συνολική ποινή (5 +2 +2 )των (9 ) εννέα ετών έγινε ενόψει της αναγνώρισης της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 σα.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (άρθρ. 79, 83, 84 ΠΚ), χωρίς να καταστήσει χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου και να υπερβεί την εξουσία του, κρίνοντας κυριαρχικά εντός του προβλεπόμενου από το νόμο πλαισίου, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας, αφού οι επιβληθείσες ποινές, ενόψει του είδους, της βαρύτητας και της εν γένει απαξίας της εγκληματικής συμπεριφοράς, στην οποία υπέπεσε ο αναιρεσείων, δεν κρίνονται δυσανάλογες.

Σημειώνεται ότι τα παραπάνω κρίνονται με βάση την αναγνώριση ενός και μόνου κατά τα άνω ελαφρυντικού (84 2 α' ΠΚ) και εφόσον δεν έχει αναγνωρισθεί τελικά στον κατηγορούμενο άλλο ελαφρυντικό, κατά τα προαναφερόμενα πιο πάνω. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού στηριζόμενος στο άρθρο 25 Σ, 84 παρ. 2, Δ ΚΠΔ είναι αβάσιμος

IX. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν. 5090/2024), κατά τα οριζόμενα ειδικότερον στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2024 αίτηση του P. (επων), U. ( όν) του M. και της P., κατοίκου ... , οδός ... ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1938/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ