Supreme Court dismisses appeal on breach of contract, ruling five-year statute of limitations starts from deed date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a breach of contract claim. The court held that the five-year limitation period for breach of contract actions begins from the date the deed was executed, not from the date of registration. Consequently, the company's arguments regarding the invalidity of property transfers and the lack of direct enrichment were rejected as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticle 946 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The five-year limitation period for breach of contract actions commences from the date of the deed's execution, and appeals based on lack of legal basis for dismissing vague claims are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 19 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 19/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.. Κ. και Σ. ΟΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Νιφλή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Χ., 2) Ο. Π. του Γ., συζύγου Γ. Μ., 3) Π. - Π. Μ. του Γ. και 4) Ε. Μ. του Γ., απάντων κατοίκων Θ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπαχρήστο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3670/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 946 Α.Κ., κατά την οποία η αγωγή διάρρηξης παραγράφεται όταν περάσουν πέντε έτη από την απαλλοτρίωση, προκύπτει ότι το πενταετές χρονικό διάστημα, εντός του οποίου είναι ενεργός η αξίωση για διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αποτελεί παραγραφή κατά την έννοια των άρθρων 247 επ.
Α.Κ. και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από το χρόνο της κατάρτισης της πράξης αυτής, οπότε γεννάται η αξίωση του δανειστή προς διάρρηξη και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, και όχι, στην περίπτωση της καταδολιευτικής μεταβίβασης εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, από τη μεταγραφή του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου (Α.Π. 1733/2022, Α.Π. 964/2022, AΠ 223/2022, Α.Π. 258/2021, ΑΠ 1695/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος της που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της 34140/2001, ήδη αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ... υποχρεώθηκε ο πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος [πρώτος αναιρεσίβλητος], ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.
Χ.. Μ. και Σ. Ε.Ε.", να καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα [αναιρεσείουσα] το συνολικό ποσό των 2.580.194 δραχμών (ήδη 7.572,10 €), ως οφειλόμενο τίμημα από τις καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων, νομιμοτόκως... Η απαίτηση της εκκαλούσας-ενάγουσας από την ανωτέρω αιτία, κατά κεφάλαιο, τόκους, δικαστική δαπάνη και έξοδα απογράφου και επιταγής προς εκτέλεση, ανερχόταν, στις 26.07.2004, στο συνολικό, μη αμφισβητούμενο, ποσό των 37.997,75 €, έναντι του οποίου ο οφειλέτης, πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος δεν της κατέβαλε κανένα ποσό.
Ωστόσο αυτός, καίτοι η ανωτέρω απαίτηση είχε γεννηθεί και υφίστατο σε βάρος του, στις 03.05.2000, μεταβίβασε στις θυγατέρες του, τρίτη και τέταρτη των εφεσιβλήτων-εναγομένων [τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες], αιτία γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα. νομή και κατοχή, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία, τα μοναδικά ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του, συνταχθέντων προς τούτο των ταυτόχρονων, με αριθμούς 8781 και 8782/2000, συμβολαίων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευτυχίας Τζερμιά-Σκοτίδα, που μεταγράφηκαν νομίμως ...
Ειδικότερα, δυνάμει του πρώτου των παραπάνω συμβολαίων, αυτός, ενεργώντας, το μεν, ως παρέχων γονέας, το δε, ως ασκών τη γονική μέριμνα, μετά της συμπράττουσας δεύτερης εφεσίβλητης-εναγομένης [δεύτερης αναιρεσίβλητης], συζύγου του, των, τότε, ανηλίκων θυγατέρων τους, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων-εναγομένων, μεταβίβασε σε αυτές, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, το, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης "1", αυτοτελές και διηρημένο ισόγειο κατάστημα, μετά του παρακολουθήματος τούτου αποθηκευτικού χώρου του υπογείου, εμβαδού 30 μ2, από μία οικοδομή κείμενη στη Θεσσαλονίκη ...
Η αναγραφείσα, στο προσκομιζόμενο με επίκληση 8781/2000 συμβόλαιο, εμπορική και αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, στο ποσό των 20.094.061 δραχμών, ήτοι, σε 58.970,10 €. Επίσης, δυνάμει του δεύτερου των παραπάνω συμβολαίων, οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, ενεργώντας, από κοινού, ως παρέχοντες και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα των προαναφερόμενων θυγατέρων τους, μεταβίβασαν σε αυτές, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία, το, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης "6" αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου μιας οικοδομής κείμενης στο συνοικισμό Χ.
Θ., στη συμβολή των οδών Ξ., αριθ. 5-7 και Σ., εμβαδού, μικτού, 91,34 μ2 και καθαρού, 77 μ2, μετά του αναλογούντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου ... εμπορικής και αντικειμενικής αξίας, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, 15.007.781 δραχμών, ήτοι, 44.043,38 € ... Αμφότερες οι ανωτέρω απαλλοτριώσεις των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εφεσιβλήτου-εναγομένου, οι οποίες έλαβαν χώρα ενόσω εκκρεμούσε η διαταχθείσα αποδεικτική διαδικασία, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επί της ασκηθείσης αγωγής της εκκαλούσας-ενάγουσας σε βάρος του, για την οποία, στη συνέχεια, εκδόθηκε η προαναφερόμενη, ήδη αμετάκλητη εκτελεστή απόφαση ...
έγιναν με σκοπό την καταδολίευση της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρείας (εκκαλούσας-ενάγουσας) από εκείνον και την αποφυγή εξόφλησης του, προς αυτήν, χρέους του, ήτοι, έγιναν με σκοπό βλάβης της περιουσίας της ... Αποτέλεσμα δε των μεταβιβάσεων ήταν να καταστεί ανέφικτη η ικανοποίηση της απαίτησης της εκκαλούσας-ενάγουσας ...
Αμυνόμενοι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι πρότειναν, παραδεκτώς, πρωτοδίκως, την ένσταση παραγραφής της αγωγής διάρρηξης, η οποία, αφενός, παρίσταται νόμιμη, κατ' άρθρο 946 ΑΚ, αφετέρου δε, αποδεικνύεται και ουσία βάσιμη, καθόσον, από την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων γονικών παροχών, στις 03.05.2000, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, της οποίας η κατάθεση και η επίδοση σε αυτούς συντελέστηκαν στις 30.05.2005 ...
παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Επομένως ... η ερευνώμενη αγωγή διάρρηξης υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή από την απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 946 ΑΚ, δεκτής γινομένης ως βάσιμης και κατ' ουσία της παραπάνω ένστασης. Η, πρωτοδίκως, προταθείσα, με την, από 26.11.2007, προσθήκη επί των προτάσεών της, αντένσταση της εκκαλούσας-ενάγουσας περί της έναρξης του χρόνου παραγραφής της αγωγής από τη μεταγραφή, στις 30.05.2000, των προαναφερθέντων συμβολαίων γονικών παροχών και όχι από τη σύνταξή τους,...
κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Ομοίως, απορριπτέα τυγχάνει και η ετέρα, επικουρικώς προταθείσα αντένσταση της εκκαλούσας-ενάγουσας, περί της αναγνώρισης των επίδικων αξιώσεών της από τους εφεσιβλήτους-εναγομένους και, περαιτέρω, της παραίτησης αυτών από την προβολή της ένστασης παραγραφής. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε αυτή, πρωτοδίκως, ότι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι, δια του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Δημητρίου Σαλτούρου, αναγνώρισαν, στις 07.09.2006 ...
τις αξιώσεις της και επιδίωξαν συμβιβασμό, o οποίος και επιτεύχθηκε, τελικώς, στο ποσό των 32.000 €, καταβλητέου εφάπαξ, στις 22.09.2006, τον οποίο, όμως, οι αντίδικοί της δεν τήρησαν, η δε αναγνώριση και ο, μεταξύ τους, συμβιβασμός εμπεριείχε και παραίτηση τούτων από την προβολή της ένστασης παραγραφής της αγωγής διάρρηξης.
Εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι, με το πρώτο σκέλος της ανωτέρω αντένστασης, προβάλλεται λόγος διακοπής της παραγραφής, κατ' άρθρο 260 ΑΚ, τότε, δοθέντος ότι η αναγνώριση της αξίωσης επιφέρει την εν λόγω διακοπή της παραγραφής μόνον εφόσον συντελέστηκε πριν από τη συμπλήρωση του οριζόμενου χρόνου αυτής (παραγραφής), έπεται ότι η ως άνω αντένσταση παρίσταται απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, κατά το αντίστοιχο πρώτο σκέλος της, περί αναγνώρισης, στις 07.09.2006, των αξιώσεων της εκκαλούσας-ενάγουσας από τους εφεσιβλήτους-εναγομένους, εφόσον αυτή φέρεται πως έγινε μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής της αγωγής διάρρηξης.
Εφόσον δε ήθελε εκτιμηθεί ότι, η αναγνώριση της απαίτησης και ο συμβιβασμός προτάθηκαν προς στήριξη της επικουρικής αντένστασης περί της παραίτησης των εφεσιβλήτων-εναγομένων από την προβολή της ένστασης παραγραφής της αγωγής διάρρηξης, κατ' άρθρο 276 ΑΚ, τότε η προταθείσα αντένσταση, η οποία είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη αυτή (κατά την οποία η παραίτηση από την παραγραφή είναι έγκυρη μετά τη συμπλήρωσή της), πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι παραιτήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της προβολής της ένστασης παραγραφής της ένδικης αγωγής.
Η δε ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ... πως ο πρώτος εφεσίβλητος-εναγόμενος επιδίωξε, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, να συμβιβαστεί με την εκκαλούσα-ενάγουσα και να εξοφλήσει την επίδικη απαίτησή της, ουδόλως αναιρεί το, αποδεικνυόμενο από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την τελευταία, από 08.09.2006, συνταχθέντα δύο ανυπόγραφα σχέδια ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβασμού και μία δήλωση παραίτησης της ίδιας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής, απευθυνόμενη προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο, όμως, ουδέποτε κατατέθηκε, ότι o επικαλούμενος συμβιβασμός, ο οποίος επιχειρήθηκε ανάμεσα σε αυτήν (εκκαλούσα-ενάγουσα) και τον πρώτο των εφεσιβλήτων-εναγομένων, χωρίς τη συμμετοχή και των λοιπών διαδίκων, ουδέποτε επιτεύχθηκε, περιορισθείς μόνο στο στάδιο των (άνευ αποτελέσματος) διαπραγματεύσεων μεταξύ τους, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη ως συνιστώσες, έστω και σιωπηρή, δήλωση του οφειλέτη της, πρώτου αντιδίκου της, περί παραίτησής του από την προβολή της ένστασης παραγραφής της αγωγής διάρρηξης, η οποία, άλλωστε, δεν αποτέλεσε καν αντικείμενο των εν λόγω διαπραγματεύσεων (που αφορούσαν, αποκλειστικώς, την απορρέουσα αξίωση από την 34140/2001 πρωτοβάθμια απόφαση).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με παρόμοιες αιτιολογίες, αφενός, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσία την ένσταση παραγραφής της ένδικης αγωγής διάρρηξης, απορρίπτοντας, αφετέρου, ως αβάσιμη την επικουρική αντένσταση από την αναγνώριση των επίδικων αξιώσεων της εκκαλούσας-ενάγουσας και, περαιτέρω (με βάση την επίκληση της αναγνώρισης και του επελθόντος, δήθεν, συμβιβασμού), της παραίτησης από την προβολή της ένστασης παραγραφής της αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αντίστοιχοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα-ενάγουσα μέμφεται την εκκαλούμενη απόφαση αναφορικώς με τις ανωτέρω κρίσεις της, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι.
Εξάλλου, απορριπτέος τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός της εκκαλούσας-ενάγουσας, με τον οποίο αυτή επιχειρεί να στοιχειοθετήσει, επίσης επικουρικώς, αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εφεσιβλήτων-εναγομένων προβολής της ένστασης παραγραφής της αγωγής διάρρηξης. Ειδικότερα, πρωτοδίκως, με την προσθήκη επί των προτάσεών της, η ανωτέρω διάδικος ισχυρίστηκε ότι, μετά την αναγνώριση από τους αντιδίκους της των επίδικων αξιώσεών της και την κατάρτιση συμβιβασμού μεταξύ τους, κάθε προβολή της ένστασης παραγραφής εμφανίζει χαρακτήρα άκρως καταχρηστικό και καθίσταται ανενεργής.
Ο ισχυρισμός αυτός παρίσταται,... προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον, πέραν της επίκλησης της αναγνώρισης της απαίτησης και του συμβιβασμού δεν εκτίθενται άλλες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των διαδίκων, οι οποίες να τελούν σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους και οι οποίες, σε συνδυασμό και με την αδράνεια των εφεσιβλήτων-εναγομένων, να επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εκκαλούσα-ενάγουσα, από τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός τους, η οποία τείνει σε ανατροπή της διαμορφωθείσας και διατηρηθείσας, για μακρό χρόνο, κατάστασης, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, με αποτέλεσμα να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία, παραδεκτώς, αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και ο, περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 36700/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας προς διάρρηξη των ως άνω απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών υπέπεσε στην κατ' άρθρο 946 ΑΚ πενταετή παραγραφή, δεχόμενο ότι αυτή άρχισε από το χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων γονικών παροχών, και όχι από τη μεταγραφή των συνταχθέντων αντίστοιχων συμβολαιογραφικών εγγράφων, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 247 επ.
και 278 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 253, 279, 280, 1033 και 1198 Α.Κ., τις οποίες, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη υπόθεση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη και με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδεχθέντα πραγματικά περιστατικά, η προθεσμία του άρθρου 946 Α.Κ.
αποτελεί παραγραφή, η οποία άρχισε, εν προκειμένω, από τη σύναψη των συμβάσεων μεταβίβασης της κυριότητας των ακινήτων (καταστήματος και διαμερίσματος), η οποία έγινε την 3-5-2000, και όχι από τη μεταγραφή των συμβολαιογραφικών πράξεων την 30-5-2000 και, συνεπώς, αυτή είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής, η οποία κατατέθηκε και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 30-5-2005, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, χωρίς να μεσολαβήσει οποιοδήποτε διακοπτικό της παραγραφής γεγονός.
Εξάλλου, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αναφέροντας ειδικότερα τους χρόνους σύναψης των συμβάσεων γονικής παροχής (3-5-2000) και το χρόνο της άσκησης της αγωγής (30-5-2005), ώστε, με βάση τα περιστατικά αυτά να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της δεκτής γενομένης, ως άνω, ένστασης των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 276 Α.Κ., παραίτηση από την παραγραφή μετά τη συμπλήρωσή της είναι έγκυρη. Επίσης, κατά το άρθρο 260 Α.Κ., η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Από τη δεύτερη ως άνω διάταξη συνάγεται ότι αναγνώριση αποτελεί κάθε ρητή ή σιωπηρή εκδήλωση του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρέωσής του, η οποία επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής (Α.Π. 997/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα αντενστάσεις περί διακοπής της παραγραφής ως μη νόμιμη και περί παραιτήσεως των αναιρεσιβλήτων από την παραγραφή μετά την συμπλήρωσή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 276 και 260 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού α) κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, ρητά ή σιωπηρά, από την ένσταση παραγραφής και, συνεπώς, δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 276 Α.Κ., και β) κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η επικαλούμενη αναγνώριση έγινε την 7-9-2006, δηλαδή μετά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, και επομένως η προβληθείσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής δεν είναι νόμιμη.
Επίσης, το Εφετείο απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 276 Α.Κ., δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αναφέροντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ανέλεγκτες παραδοχές α) ότι δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι παραιτήθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της προβολής της ένστασης παραγραφής της ένδικης αγωγής, β) ο επικαλούμενος συμβιβασμός, ο οποίος επιχειρήθηκε ανάμεσα στην αναιρεσείουσα και τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, χωρίς τη συμμετοχή και των λοιπών διαδίκων, ουδέποτε επιτεύχθηκε, περιορισθείς μόνο στο στάδιο των (άνευ αποτελέσματος) διαπραγματεύσεων μεταξύ τους, και γ) οι εν λόγω διαπραγματεύσεις δεν συνιστούν, έστω και σιωπηρή, δήλωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, περί παραίτησής του από την προβολή της ένστασης παραγραφής της αγωγής διάρρηξης, η οποία δεν αποτέλεσε καν αντικείμενο των εν λόγω διαπραγματεύσεων, αλλά ο επιδιωκόμενος συμβιβασμός αφορούσε τη χρηματική απαίτηση της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος, με το οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται για τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις διαπραγματεύσεις για συμβιβασμό, που δεν κατέληξαν σε σύμβαση, τα πρόσωπα, που συμμετείχαν σε αυτές, και το αντικείμενο του συμβιβασμού, είναι απαράδεκτος, αφού με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, ΑΠ 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους ανωτέρω πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, με τον πρώτο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως, με τον οποίο προέβαλε αντίθετους ισχυρισμούς περί των ζητημάτων της φύσης και του κατά το νόμο χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας του άρθρου 946 Α.Κ., και με το δεύτερο, ότι δεν έλαβε υπόψη του λόγο εφέσεως περί μη ορθής εκτίμησης του περιεχομένου της αντένστασης παραίτησης από την ένσταση παραγραφής και εσφαλμένης απόρριψης αυτής κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο πρώτος λόγος, κατά το ως άνω αναφερόμενο σκέλος, είναι απαράδεκτος, διότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για τα ζητήματα της φύσης και της έναρξης της προθεσμίας παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποτελούν νομική επιχειρηματολογία και νομικούς ισχυρισμούς αναγόμενους στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 946 ΑΚ και, συνεπώς, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ακόμη και όταν, όπως εν προκειμένω, αποτέλεσαν λόγο εφέσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο σχετικός λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας αναφορικά με την αντένσταση παραίτησης των αναιρεσιβλήτων από την ένσταση παραγραφής, ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο εκτίμησε εκ νέου το περιεχόμενο της αντένστασης, εξέτασε εξαρχής τα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., που έχει χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπροσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (Α.Π. 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Α.Π. 1316/2021, Α.Π. 626/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αντένσταση καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων της ένστασης παραγραφής, ισχυριζόμενη ότι η ένσταση ασκείται καταχρηστικά, μετά την αναγνώριση των επίδικων αξιώσεων αυτής (αναιρεσείουσας) από τους αναιρεσίβλητους και την κατάρτιση σύμβασης συμβιβασμού.
Η αντένσταση αυτή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι μόνη η απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς κατ' άρθρο 214Α ΚΠολΔ δεν καθιστά καταχρηστική την προσβολή της ένστασης παραγραφής, επαναφέρθηκε δε με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, την απέρριψε και πάλι ως αόριστη, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των διαδίκων, οι οποίες, σε συνδυασμό με την αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στην αναιρεσείουσα από τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός τους, η οποία τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο υπό τις ως άνω συνθήκες και περιστάσεις.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., η οποία εν προκειμένω δεν τύγχανε καθόλου εφαρμογής, δεδομένου ότι, ειδικότερα, τα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, αληθινά υποτιθέμενα, δεν επαρκούν πράγματι για τη θεμελίωση αντένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτή δεν ισχυρίζεται επιπλέον ότι η επικαλούμενη αναγνώριση και ο συμβιβασμός της δημιούργησαν εύλογη πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους να προβάλουν ένσταση παραγραφής, και ότι η πεποίθησή της αυτή δημιούργησε πραγματική κατάσταση που διήρκεσε επί μακρό χρόνο, έτσι ώστε να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ανατροπή της κατάστασης αυτής γίνεται καθ' υπέρβαση, και μάλιστα προφανή, των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, όπως απαιτείται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περιλάμβανε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτεί ο κανόνας του άρθρου 281 Α.Κ. για τη στοιχειοθέτηση καταχρηστικότητας και ήταν για το λόγο αυτό αόριστος. Επομένως, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου ως άνω δικαιώματος για να κρίνει ορισμένη την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ως άνω ένσταση και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 939 Α.Κ., οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 941, 942 και 943 Α.Κ., προκύπτει ότι η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης.
Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 937 Π.Κ., δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Όμως, ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ.
Α.Κ. Τούτο συμβαίνει, πλην άλλων περιπτώσεων, και όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 Π.Κ. ή όταν υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου. Η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό που βρίσκεται πέρα από το δόλο του οφειλέτη και τη γνώση του τρίτου, στοιχεία που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 Α.Κ.
προϋποθέσεις της διάρρηξης, καθιστά δε την συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα (Ολ.Α.Π. 12/2008, Α.Π. 88/2023, Α.Π. 601/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ισχυρίστηκε, επικουρικά, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι διέπραξαν εις βάρος της το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, ο πρώτος επειδή ματαίωσε ολικά την ικανοποίησή της με τη μεταβίβαση προς τις ανήλικες θυγατέρες του της ακίνητης περιουσίας του, και η δεύτερη επειδή με πρόθεση παρέσχε στον πρώτο άμεση συνδρομή κατά την τέλεση της πράξης του, μετέχοντας στις μεταβιβάσεις ως νόμιμη εκπρόσωπος των ανηλίκων, και γι' αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη τους, το ποσό των 38.434,20 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ματαιωθείσα απαίτησή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση αυτής, ως μη νόμιμη, η δε αναιρεσείουσα επανέφερε αυτήν με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, το οποίο την απέρριψε εκ νέου ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η καταδολίευση δανειστών δεν συνιστά αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 και 919 Α.Κ., επειδή ως συνέπειά της ορίζεται με το άρθρο 939 Α.Κ.
η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης και όχι η αποζημίωση, ακόμη και όταν η απαλλοτρίωση συνιστά το αδίκημα του άρθρου 397 Π.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 939 Α.Κ. σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 397 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., η οποία δεν τύγχανε εφαρμογής.
Συγκεκριμένα, εφόσον η αναιρεσείουσα με την αγωγή της επικαλείται αποκλειστικά την παράβαση του άρθρου 397 Π.Κ. προκειμένου να θεμελιώσει παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, χωρίς να ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνέτρεχαν οι όροι του ποινικού αδικήματος της απάτης εις βάρος της ή ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, δηλαδή όχι απλώς δόλος του πρώτου και γνώση της δεύτερης, αλλά επιπλέον κατάστρωση σχεδίου εκ μέρους αμφοτέρων για τη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης αυτής (αναιρεσείουσας) και επιδίωξη της επιτυχίας του με συνεργασία και διάφορα τεχνάσματα, δεν στοιχειοθετείται, υπό τα εκτιθέμενα, αδικοπραξία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού μόνη η παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων έχει ως συνέπεια τη διάρρηξη των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών και όχι την αποζημίωση της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο τέταρτος, από τον αρ. 1 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 έως 943 Α.Κ. προκύπτει ότι χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι' αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του, δεν επαρκεί για ικανοποίηση των απαιτήσεών τους εναντίον του.
Η αγωγή για διάρρηξη αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος και μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος κατά το άρθρο 943 εδ.
α' Α.Κ. να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν από την απαλλοτρίωση. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης, με βάσει τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό.
Όμως με το ν. 2298/1995, που ισχύει από 4-4-1995, στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης εισήχθησαν νέες διατάξεις, που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 936 § 3 ΚΠολΔ, τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ' ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επόμενα του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του, και β) κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 992 § 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης.
Με βάση τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 § 37 ν. 2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 του Α.Κ., αλλά μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε.
Το γεγονός ότι ο τρίτος δεν μπορεί, μετά την απαγγελία της διάρρηξης, να αντιτάξει κατά του επισπεύδοντα δανειστή το δικαίωμα που απέκτησε από τον καθ'ου με την καταδολιευτική δικαιοπραξία, σημαίνει ότι η απαλλοτρίωση, και μετά τη διάρρηξη, δεν ανατρέπεται καθεαυτή. Η διάρρηξη δεν επιφέρει την ακύρωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, αλλά φορέας του δικαιώματος παραμένει ο τρίτος, χωρίς όμως να μπορεί να το αντιτάξει στο δανειστή (Α.Π. 797/2021, Α.Π. 822/2017, Α.Π. 2002/2014).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 904 § 1 α' Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης) και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Επομένως, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου και επιπλέον να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (Ολ.Α.Π. 6/2020, Α.Π. 858/2020, Α.Π. 1524/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της ισχυρίστηκε περαιτέρω, επικουρικά, ότι οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες-αναιρεσίβλητες, με την αποδοχή των γονικών παροχών του πρώτου αναιρεσιβλήτου, κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες εις βάρος της περιουσίας της (αναιρεσείουσας) για αιτία παράνομη, αφού οι μεταβιβάσεις του καταστήματος και του διαμερίσματος έγιναν για την καταδολίευσή της, ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι ως άνω αναιρεσίβλητες να της αποδώσουν τη νομή και κατοχή των ακινήτων, άλλως να της καταβάλουν τη ματαιωθείσα απαίτησή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τη βάση αυτή ως μη νόμιμη και η αναιρεσείουσα την επανέφερε με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, το οποίο την απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την αιτιολογία ότι οι γονικές παροχές των ακινήτων, ακόμη και αν έγιναν προς καταδολίευση της αναιρεσείουσας, δεν είναι άκυρες, εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει την ακυρότητα ως κύρωση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, επομένως οι μεταβιβάσεις αποτελούν νόμιμη αιτία του πλουτισμού των τρίτης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων και δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός τους, επιπλέον δε και για το λόγο ότι υπό τα εκτιθέμενα δεν υφίσταται άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την αναιρεσείουσα προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., η οποία δεν τύγχανε εφαρμογής. Συγκεκριμένα, ο τυχόν καταδολιευτικός χαρακτήρας των μεταβιβάσεων των ακινήτων δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα αυτών κατά τα άρθρα 174 και 178 Α.Κ., όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, μόνη συνέπεια της καταδολιευτικής φύσης της δικαιοπραξίας είναι η χορήγηση διαπλαστικού δικαιώματος στο δανειστή προς άσκηση της αγωγής διάρρηξης και, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής αυτής, η μη αντιταξιμότητα εκ μέρους του τρίτου της απαλλοτρίωσης έναντι του δανειστή, ο οποίος μπορεί να κατάσχει το πράγμα και να ικανοποιηθεί από αυτό, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως οι μεταβιβάσεις των ακινήτων εξακολουθούν να είναι έγκυρες και να αποτελούν νόμιμη αιτία πλουτισμού των τρίτης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων, ενώ εξάλλου δεν υφίσταται εν προκειμένω ούτε η απαραίτητη αμεσότητα περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ της περιουσίας της αναιρεσείουσας και των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, αφού τα ακίνητα περιήλθαν στις τελευταίες από την περιουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, χωρίς να αποτελέσουν ποτέ μέρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, η δε επικαλούμενη ζημία της τελευταίας από τη ματαίωση της ικανοποίησής της δεν βρίσκεται σε άμεση, αλλά έμμεση αιτιώδη σχέση με τον πλουτισμό των τρίτης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσβάλλει τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της εφετειακής απόφασης και για έλλειψη αιτιολογίας κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά το σκέλος τους αυτό, οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσας, η αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αφορά αποκλειστικά τα ελαττώματα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, επομένως η σχετική διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε στην ουσία τον κρίσιμο ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως αόριστο ή μη νόμιμο, όπως εν προκειμένω, ενώ τυχόν σφάλμα συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1935/2017).
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, για την οποία παραδεκτώς κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο μετά την άσκησή της και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Α.Π. 523/2023, Α.Π. 995/2020, Α.Π. 126/2019), να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου αυτού στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-1-2020 αίτηση της εταιρίας "Ι. Κ. και Σ. Ο.Ε." για αναίρεση της 967/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.