Supreme Court annuls first-instance judgment for procedural errors in labor vehicle damage case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding vehicle damage compensation due to procedural violations. The court found that the lower court incorrectly applied personal detention as an enforcement measure for a debt under 30,000 euros and failed to properly interrupt the limitation period for the partial claim. Consequently, the case was remitted for retrial with a different judge while costs were assigned to the losing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 261(a) and 221(1) of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: A first-instance judgment is annulled if the court incorrectly applies personal detention for enforcement of a sum below the statutory threshold or fails to interrupt the limitation period for a partial claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 19 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 19/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Χ. και 2) Χ. Χ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαλτέζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1047/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-02-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1047/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 5-12-2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που αφορά σε διαφορά για ζημιές από αυτοκίνητο και εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 681Α του ίδιου Κώδικα, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με το Ν 4335/2015 και ήταν εφαρμοστέα κατά την παράγραφο 2 του ένατου άρθρου του ίδιου Νόμου για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε πριν από την 01-01-2016 (στις 18-12-2012).
Με το άρθρο 666 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε, ρητά εξαιρείται η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 466 έως 472 του ΚΠολΔ για τις μικροδιαφορές στις εργατικές διαφορές και, για την ταυτότητα του λόγου, στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο. Επομένως, η απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ορθώς κατά νόμο εκδικάσθηκε σύμφωνα με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, υπόκειται σε έφεση, παρότι με την αγωγή ζητείτο η επιδίκαση ποσού κάτω των 5.000 ευρώ (άρθρο 466 του ΚΠολΔ), και δεν είναι ανέκκλητη (άρθρο 512 του ΚΠολΔ).
Άλλωστε, σύμφωνα με την αρχή της μείζονος εύνοιας, ακόμη και αν η απόφαση εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον επιτρέπεται είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε, είτε βάσει αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί (ΟλΑΠ 5/1985, ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 52/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30-3-2017, δεν έγινε επίδοσή της ούτε ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση και ως εκ τούτου κατέστη τελεσίδικη την 01-04-2019, με την πάροδο της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν 4335/2015).
Έκτοτε άρχισε η διετής προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εντός της οποίας και δη στις 10-02-2021 κατατέθηκε η αίτηση αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι εμπρόθεσμη.
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 981/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 399/2020, ΑΠ 1349/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 494/2018).
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 905/2018, ΑΠ 1042/2017).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνον ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 561/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το 1ο μέρος του, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 το άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, μη απαντώντας στη σχετική ένστασή τους, καθόσον στο εισαγωγικό δικόγραφό του (το ενάγον) ισχυρίζεται μεν, ότι οφείλει για το από … έως ….
χρονικό διάστημα παροχές (συντάξεις) στα μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος ασφαλισμένου του Α. Σ., ήτοι στη σύζυγο και το ανήλικο τέκνο του, καθώς και ότι με απόφαση του Διοικητού του έχει καθορισθεί για το ίδιο χρονικό διάστημα το ύψος των προς αυτό μεταβιβασθεισών αξιώσεων των τελευταίων κατ' αυτών (αναιρεσειόντων), πλην όμως, δεν αναφέρει στην αγωγή του α) ποια είναι τα μέλη της πιο πάνω οικογένειας και β) ποια είναι ακριβώς η μεταβιβασθείσα, δια της εκ του νόμου εκχωρήσεως σ' αυτό, αξίωση ενός εκάστου μέλους της, παρά μόνον εκθέτει, ότι κατά το έτος … καθορίσθηκαν με απόφαση του Διοικητού του οι μεταβιβασθείσες στο Ίδρυμα αξιώσεις αμφοτέρων των μελών της οικογένειας (συζύγου και τέκνου) του ασφαλισμένου σ' αυτό, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 4.758,96 ευρώ.
Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν σε ποσοτική αοριστία της αγωγής, αφού πρόκειται ουσιαστικά περί ελλείψεων εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα των εναγόντων και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία (ποσοτική αοριστία) συναρτάται με την ίδρυση της κατ' άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλειας.
Τέτοιος λόγος αναίρεσης, όμως, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως ήδη εκτέθηκε. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το 1ο μέρος του, είναι απαράδεκτος. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την … και περί ώρα 12.45, ο ασφαλισμένος στο ενάγον για τις περιπτώσεις ασθενείας, αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου, Α.
Σ., με αριθμό μητρώου…, οδηγώντας την με αρ. κυκλ. …. δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο στο δεξιό άκρο της εθνικής οδού Ι. - Α. Θ. Ε., με κατεύθυνση από … προς … και είχε φτάσει στο … χιλιόμετρο, όπου υπάρχει συμβολή με ανώνυμη αγροτική οδό, όταν ο 1ος εναγόμενος, οδηγών το υπ' αρ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκει κατά κυριότητα και κατά 50% εις έκαστον, στους 1ο και 2η των εναγομένων, ασφαλισμένο για υλικές ζημίες τρίτων στην 3η εναγομένη που έχει ήδη πτωχεύσει, κινούμενος στην ως άνω αγροτική οδό, εισήλθε στην εθνική οδό Ι. - Α.
Θ. Ε., διέσχισε κάθετα το ρεύμα της οδού προς …, έχοντας πρόθεση, παρά την διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στο ρεύμα της ως άνω οδού προς … και με την κίνησή του αυτή απέκοψε την προς τα εμπρός πορεία της μοτοσικλέτας του ασφαλισμένου στο ενάγον, που επέπεσε στο εμπρός αριστερό τμήμα του οχήματος των εναγομένων, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ασφαλισμένου στο ενάγον, από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αρ. 2239/2011 απόφαση του Εφετείου Αθήνας.
Ο ασφαλισμένος στο ενάγον κατά τον χρόνο της σύγκρουσης εργαζόταν στον Δήμο …, ως οδηγός όλων των κατηγοριών οχημάτων, με μηνιαίο καθαρό μισθό € 1.250, λόγω δε του θανάτου του ασφαλισμένου στο ενάγον, χορηγήθηκε σύνταξη στα δικαιούχα μέλη της οικογενείας του ασφαλισμένου (σύζυγος και ανήλικο τέκνο), για το διάστημα από ….
Έως…, σύμφωνα με την υπ' αρ. … απόφαση του Διοικητή ΙΚΑ- ΕΤΑΜ και ειδικότερα € 396,58 μηνιαίωςΧ12 μήνες 4.756,96, ποσό που το ενάγον κατέβαλε στους ως άνω δικαιούχους και υπεκατεστάθη στα δικαιώματα των δικαιούχων, έναντι του ζημιώσαντος". Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το 2ο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι από τις παραδοχές της δεν προκύπτει ούτε η ταυτότητα των ζημιωθέντων προσώπων, των οποίων οι κατά των αναιρεσειόντων αποζημιωτικές αξιώσεις έχουν εκχωρηθεί ex lege στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το ύψος των οποίων έχει προσδιορισθεί με απόφαση του Διοικητού του, ούτε, επομένως, το ύψος της εκχωρηθείσας σ' αυτό αποζημιωτικής αξίωσης ενός εκάστου εξ αυτών.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι δεν εκτίθενται οι διατάξεις του νόμου, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου η προσβαλλόμενη. Σε κάθε περίπτωση, είναι και αβάσιμες, διότι με σαφή και πλήρη αιτιολογία εκτίθεται η κατά των εναγομένων αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ποσού 4.758,96 ευρώ, που εκχωρήθηκε σ' αυτό από τους δικαιούχους, σύζυγο και ανήλικο τέκνο του θανόντος ασφαλισμένου του Α.
Σ., χωρίς να απαιτείται για την πληρότητά της η παράθεση άλλων επιπλέον στοιχείων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη εκτίθεται η απαίτηση του ενάγοντος κατά των εναγομένων, το ύψος και η αιτία αυτής, οι εκχωρητές της απαίτησης προσδιορίζονται επαρκώς με την ιδιότητά τους ως συζύγου και ανηλίκου τέκνου του ασφαλισμένου Α.
Σ. αντίστοιχα, ενώ κρίσιμο είναι το ύψος του συνολικά εκχωρηθέντος ποσού και κατ' επέκταση η κατά των εναγομένων αξίωση του ενάγοντος και όχι τα επιμέρους ποσά που δικαιούτο καθένας από τους εκχωρητές να λάβει από το ενάγον. Από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 Ν 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 Ν 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ, για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδίκαια, κατά το ποσό των οφειλόμενων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ενώ ο παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος (ΑΠ 676/2017, ΑΠ 235/2011, ΑΠ 666/2010), χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα (ΑΠ 666/2010).
Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος της που αφορά στις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αυτοδίκαια στο ΙΚΑ, κατά το χρόνο γένεσής της - χρόνο επέλευσης της ζημίας (όπως π.χ.
τραυματισμό), μόνο στην έκταση που το τελευταίο οφείλει παροχές στον παθόντα και ασφαλισμένο του κατά την ειδική νομοθεσία που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις (ΑΠ 530/2019, ΑΠ 750/2018). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 του ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' του ΑΚ και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής, για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου, (άρθρο 331 ΚΠολΔ), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει, αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην, μέχρι την τελεσιδικία, ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 του ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 738/2003).
Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, διότι οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται, όμως, αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει, αφότου, ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 204/2019, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 426/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1047 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 Ν 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, τα εξής, σχετικά με το συναφή δεύτερο λόγο αναίρεσης: "Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη στην ουσία της η ένσταση παραγραφής που προβάλλουν οι εναγόμενοι καθώς η παραγραφή έχει διακοπεί με την άσκηση της από 6/11/2010 αγωγής του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας (ΓΑΚ 194487/2010), με την οποία ζητείται το ποσό των τεσσάρων αρχικών αποφάσεων του Διοικητή του ΙΚΑ, ήτοι το ποσό των € 27.613,12, για το ίδιο συμβάν, που συζητήθηκε στην μετ' αναβολή δικάσιμο της 4/12/2012 και έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 277/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας".
Ακολούθως, το Ειρηνοδικείο Αθηνών δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν στο ενάγον € 4.756,96, έκαστος εις ολόκληρον, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και απήγγειλε προσωπική κράτηση διαρκείας έξι μηνών στους εναγομένους, ως μέσον εκτέλεσης.
Με την κρίση του αυτή, ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης έχει διακοπεί με την από 06-11-2010 αγωγή του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 277/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 27.613,12 ευρώ για το προγενέστερο χρονικό διάστημα και για την ίδια αιτία, το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, καθόσον με την αγωγή εκείνη διακόπηκε η πενταετής παραγραφή για το μέρος μόνο της αξίωσης αποζημίωσης, που κατήχθη σε δίκη και αφορά στο προγενέστερο του επιδίκου διάστημα, όχι δε και για την ένδικη αξίωση, που ανάγεται σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα στη νομική σκέψη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ.
α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης της αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη η έκδοση τελεσίδικης απόφασης για μέρος της όλης αξίωσης εντός των πέντε ετών, αφότου το ενάγον έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του υπόχρεου προς αποζημίωση, έτσι ώστε, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν τίθεται ζήτημα εικοσαετούς παραγραφής από την τελεσιδικία ως προς την ένδικη αξίωση, που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε η ανωτέρω αποζημίωση των 27.613,12 ευρώ.
Συνακολούθως, το Ειρηνοδικείο Αθηνών υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Τέλος, ομοίως βάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με βάση τον οποίο το Ειρηνοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560, διότι απήγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος των αναιρεσειόντων ως μέσον εκτέλεσης της απόφασης, με την οποία επιδικάσθηκε ποσό 4.756,96 ευρώ, ήτοι ποσό μικρότερο των 30.000 ευρώ κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1047 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των προαναφερόμενων λόγων της (δεύτερου και τρίτου), και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ.
Θ' ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1947/2017), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1047/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ