19/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated19/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 19 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 19/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου Γάτσιου και Δημητρίου Χαλκιαδάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της Μελέτιου Βασιλείου, που διόρισε πληρεξούσιο τον δικηγόρο Ιωάννη-Διονύσιο Φιλώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 245/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 32/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Ι).-.Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό. έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Ακόμη, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται (και) αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος? ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998). Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998).
Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996)· ενώ αβάσιμος, κατ' άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ. όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο.
Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ.
Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ.
αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [άρθρο 578 ΚΠολΔ].
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών? δηλ. αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα. και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β).ΚΠολΔ, αν τα διδάγματα κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.(ΑΠ ολ. 2/2008)? ενώ, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ ολ. 2/2008).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559. αριθμός 1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ.
η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών γεγονότων, επίσης να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 109/2020).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι παραδεκτός (ορισμένος) τέτοιος λόγος [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
α).είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα", στους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ είναι ταυτόσημος.
Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ]? ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ ολ. 3/1997, ΑΠ 255/2010).
Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται και ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 194/1998).
Επίσης, για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ [άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει να προσδιορίζονται, ποιά είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 194/1998).
Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ' όψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ ολ. 25/2003, ΑΠ 1703/2008).
Ακόμη, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΑΠ ολ. 11/1996, ΑΠ 377/2019). Κατά το άρθρο.559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Τέτοιος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΑΠ ολ. 1/2019, ΑΠ ολ. 12/2000, ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 558/2008). Περαιτέρω, η ένσταση [άρθρο 262 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] όπως και η αγωγή [άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη.
και απορρίπτεται και αυπεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 558/2008) ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1383/2008). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της ενστάσεως (όπως και της αγωγής), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της ενστάσεως συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη νομική επάρκεια αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της ενστάσεως υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ενστάσεως και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.
Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπ' όψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της ενστάσεως, αν και δεν προτάθηκε ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπ' όψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε.(ΑΠ.922/2019). (
ΙΙ).- Ο ν. 308/1976 (ΦΕΚ Α. 101 /30.4.1976) ίσχυσε μέχρι την 28.6.1993, οπότε καταργήθηκε με το άρθρο 3 π.δ. 248/1993 (ΦΕΚ Α. 108/28.6.1993). Το π.δ. 248/1993 εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15Α .ν. 2000/1991 (ΦΕΚ Α. 206/24.12.1991).-σε συνδυασμό προς τα άρθρα 70 παρ.2 ν. 2065/1992 (ΦΕΚ Α. 113/30.6.1992) και 21 ν. 2081/1992 (ΦΕΚ Α. 154/10.9.1992)-και ίσχυσε από την 28.6.1993 [άρθρο 4 π.δ. 248/1993] μέχρι την 11.4.2012, οπότε καταργήθηκε, κατά τα άρθρα 204 παρ.2 εδ. (α) και 330 παρ.2.
ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α. 86/11.4.2012), με εξαίρεση το άρθρο 2 παρ.1 π.δ. 248/1993, που παραμένει σε ισχύ έως την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του Γ.Ε.ΜΗ. Ορίζει δε, το άρθρο 2 παρ.1 π.δ. 248/1993 ότι "για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του".
Κατά ταύτα, η σύμβαση μεσιτείας ρυθμίζεται, στον χρόνο που ενδιαφέρει την ένδικη υπόθεση, από τα άρθρα 703 - 707 ΑΚ και 1 - 4 π.δ. 248/1993. Το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ ορίζει: "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης".
Έτσι, προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής είναι (α).- σύμβαση μεσιτείας, ήτοι υπόσχεση αμοιβής για την εντολή, που ανατέθηκε στον μεσίτη να μεσολαβήσει ή να υποδείξει ευκαιρία προς κατάρτιση της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως, (β).- μεσιτική δραστηριότητα υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας προς κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως, (γ).- κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως και (δ).- αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως (ΑΠ 1391/2019, AΠ 720/2018).
Με τη μεσολάβηση παρέχεται στον μεσίτη εξουσία διαπραγματεύσεως προς επηρεασμό της βουλήσεως του τρίτου - υποψηφίου αντισυμβαλλομένου του μεσιτικού εντολέα ώστε να καταρτισθεί συγκεκριμένη σύμβαση, δηλ. η κύρια - σκοπούμενη σύμβαση. Προς τούτο, η μεσολάβηση περιλαμβάνει, εφ' όσον η έκτασή της δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι στο νόμο δεν ορίζεται, πότε υπάρχει μεσολάβηση, κάθε πρόσφορη (διαπραγματευτική) ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως.
Αυτή (μεσολάβηση) είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επί πλέον την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση από το ένα μέρος στο άλλο των όρων, που προτείνονται ή/και τη διαπραγμάτευση των όρων για την κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως.
Ως ευκαιρία, "έλασσον" της μεσολαβήσεως, νοείται η δυνατότητα καταρτίσεως της σκοπούμενης - κύριας. συμβάσεως, κατά τον χρόνο της υποδείξεως. Ειδικότερα, εφ' όσον η έκταση της υποδείξεως ευκαιρίας δεν προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας και δεδομένου ότι ούτε στο νόμο ορίζεται, πότε υπάρχει υπόδειξη ευκαιρίας, με αυτήν, ο μεσίτης ενημερώνει/πληροφορεί απλώς τον μεσιτικό εντολέα για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστής του προηγουμένως δυνατότητος καταρτίσεως της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως, ήτοι του άγνωστου προηγουμένως στον μεσιτικό εντολέα ενδιαφέροντος, κατά τον χρόνο της υποδείξεως, του τρίτου (ή του εκ νέου ενδιαφέροντος του τρίτου), υποψήφιου αντισυμβαλλόμενου του μεσιτικού εντολέα για την κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως.
Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Η υποχρέωση του μεσιτικού εντολέα προς πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής δημιουργείται, εφ' όσον υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεσιτικής δραστηριότητας και καταρτίσεως της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως δηλ.
η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας ευρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος (καταρτίσεως της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως), όχι όμως και η συμφωνία των οικονομικών όρων της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσεως των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως με τους όρους, που καθορίσθηκαν, όπως (και) με την επιτυχία ορισμένου τιμήματος.
Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη να αποτελούν τη μοναδική αιτία της καταρτίσεως της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως. Μέχρι ποιού σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων. Μπορεί, όμως, να λεχθεί γενικά ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο.
Ακόμη και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, όμως, η κύρια - σκοπούμενη σύμβαση. καταρτίσθηκε μεταγενέστερα, συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαραίτητη κατά το νόμο αιτιώδης συνάφεια. Τη σχέση αιτίου προς αποτέλεσμα, συγκεκριμένα, των ενεργειών του μεσίτη και της πραγματώσεως της κύριας συμβάσεως, αποδεικνύει ο μεσίτης (άρθρα 339 επ.
ΚΠολΔ). Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της κύριας συμβάσεως τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ενώ, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου πίπτει στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα. Αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικώς και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως με απλή υπόδειξη ευκαιρίας δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του μεσίτη ενώ, αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε για την υπόδειξη ευκαιρίας και η σκοπούμενη κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.
Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή, που δόθηκε στον μεσίτη και τις ενέργειες του, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά, κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Η κρίση, όμως, αν αυτά τα πραγματικά περιστατικά, που κυριαρχικώς διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί (ή μη) ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος, που έχει παραχθεί, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του ως άνω άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1391/2019, ΑΠ 964/2006).
Η εφαρμογή των συμπληρωματικών κανόνων της ιδιωτικής βουλήσεως, δηλ. κανόνων ενδοτικού δικαίου, προϋποθέτει ότι οι συμβαλλόμενοι παρέλειψαν ολοσχερώς να ρυθμίσουν σημείο της συμβάσεως είτε ρητώς είτε σιωπηρώς. Το άρθρο 705 ΑΚ, ενδοτικού δικαίου, ορίζει: "(1).- Αμοιβή λογίζεται ότι συμφωνήθηκε σιωπηρά, αν η μεσολάβηση ή η υπόδειξη κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις γίνεται μόνο με αμοιβή ή ανατέθηκε σε επαγγελματία μεσίτη. (2).- Αν δεν ορίστηκε το ποσό της αμοιβής, οφείλεται η αμοιβή, που ισχύει κατά τη διατίμηση και, αν δεν υπάρχει διατίμηση, η αμοιβή, που συνηθίζεται στον τόπο".
Από την παράγραφο (1) του άρθρου 705 ΑΚ συνάγεται ότι αν η εντολή του μεσιτικού εντολέα δόθηκε σε επαγγελματία μεσίτη, δηλ. που ενεργεί κατά σύνηθες επάγγελμα μεσιτείες και συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, οφείλεται αμοιβή και αν ακόμη δεν συμφωνήθηκε (ΑΠ 1565/1986). Η παράγραφος (2) του άρθρου 705 ΑΚ περιέχει συμπληρωματικό κανόνα, ειδικότερα, προϋποθέτει την ύπαρξη συμφωνίας (κατά την παράγραφο 1) περί αμοιβής και κενό ως προς το ποσό της αμοιβής? έτσι, προσδιορίζει το ποσό της και ορίζει ότι οφείλεται η κατά τη "διατίμηση" αμοιβή, δηλ.
η τιμή, που καθορίζεται από τη διοικητική αρχή, στην οποία είναι ανατεθειμένη η εξουσία εκδόσεως της "διατιμήσεως", ενώ, αν δεν υπάρχει "διατίμηση", οφείλεται η αμοιβή, που συνηθίζεται ("ειθισμένη"), κατά το χρόνο και τον τόπο καταρτίσεως της συμβάσεως μεσιτείας (ΑΠ 710/1986). Η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή είναι η αμοιβή με γενική συναλλακτική ισχύ στους κύκλους των ενδιαφερομένων, ήτοι μεσιτών και μεσιτικών εντολέων.
Εξ άλλου, η αμοιβή του μεσίτη, που έχει συμφωνηθεί, με αίτηση του μεσιτικού εντολέα, μειώνεται από το δικαστήριο της ουσίας στο μέτρο που αρμόζει ("προσήκον"), εάν είναι δυσανάλογα μεγάλη [άρθρο 707 ΑΚ], δηλ. υπέρμετρη, σε σχέση προς τη μεσιτική παροχή (κόπους ή προσπάθειες έστω και άγονες, δαπάνες, χρονική απασχόληση, τρόπο μεσολαβήσεως, ενέργειες γενικώς του μεσίτη) και το έννομο υλικό ή ηθικό όφελος, που ο μεσιτικός εντολέας απoκόμισε από τη σκοπούμενη - κύρια σύμβαση, εν όψει και όλων των ειδικών περιστάσεων (της οικονομικής καταστάσεως των μερών, κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του μεσιτικού εντολέα και των τυχόν επιτόπιων συνηθειών, ήτοι των συνηθειών του τόπου καταρτίσεως της συμβάσεως μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές).
Χρόνος κρίσεως του δυσαναλόγου της απαιτητής μεσιτικής αμοιβής είναι ο χρόνος, εφ' όσον επακολούθησε συζήτηση της αγωγής για την επιδίωξη της μεσιτικής αμοιβής, της συζητήσεως της αγωγής στο ακροατήριο [άρθρο 224 ΚΠολΔ]? έτσι, για την κρίση περί του δυσαναλόγου της μεσιτικής αμοιβής λαμβάνεται υπ' όψη (και) η τυχόν εν τω μεταξύ αύξηση της αξίας του ακινήτου.
Η μείωση της μεσιτικής αμοιβής μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή με ένσταση κατά της αγωγής του μεσίτη, που απαιτεί τη συμφωνημένη αμοιβή του. Στην ένσταση αυτή πρέπει να περιλαμβάνεται [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ) σαφή έκθεση των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών, που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη, ως αόριστη (ΑΠ 1074/2011, ΑΠ 1592/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο.1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 703/1977 (ΦΕΚ Α. 278/26.9.1977) "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελευθέρου ανταγωνισμού", όπως ίσχυε το έτος 2002, απαγορεύεται κάθε συμφωνία, απόφαση ή οποιασδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, που έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα, την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού (άρθρο 1 παρ.1)? ενώ είναι απολύτως άκυρες οι απαγορευμένες αυτές συμφωνίες και αποφάσεις (άρθρο 1 παρ.2).
Η ως άνω απαγόρευση -όπως είναι και η αντίστοιχη απαγόρευση, που θεσπίζεται με το ήδη άρθρο 101 παρ.1 ΣΛΕΕ-.εδράζεται στην αντίληψη ότι κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει, κατά τρόπο αυτόνομο, την πολιτική, που προτίθεται να ακολουθήσει στην αγορά (ΣτΕ 204/2021).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 7.3.2019 [Γ.Α.Κ. 2445/Ε.Α.Κ. 208/7.3.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 32/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, στις 7.1.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 18.7.2016 της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εμπορικής.
εταιρείας υπό την επωνυμία ... και (ii).- από 19.7.2016 της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία ... (διακριτικός τίτλος ...), νόμιμα εκπροσωπούμενων, με έδρα την .... Εκκαλούμενη ήταν η 245/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, στις 29.10.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.6.2014 αγωγής της ενάγουσας - ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας.
Αφορά δε, η αγωγή, χρηματικές απαιτήσεις, συνολικού ποσού 202.300 ευρώ, της ενάγουσας - επαγγελματία μεσίτριας έναντι της εναγομένης - μεσιτικής εντολέα από σύμβαση μεσιτείας, που καταρτίσθηκε τον Ιούνιο 2002 (καταβολή μετά του Φ.Π.Α. μεσιτικής αμοιβής από μεσολάβηση). Με την 245/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των 29.750 ευρώ, αφού κρίθηκε νόμιμη και παραδεκτή (ορισμένη) και, τελικώς, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία ένσταση της εναγομένης για μείωση της μεσιτικής αμοιβής.
Με την 32/2019 απόφαση του εφετείου, οι αντίθετες εφέσεις, αφού συνεκδικάσθηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και, στη συνέχεια, η από 19.7.2016 έφεση απορρίφθηκε στην ουσία, ενώ η από 18.7.2016 έφεση έγινε δεκτή και στην ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 245/2015 πρωτόδικη απόφαση "για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου", κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το συνολικό ποσό των 131.600.ευρώ, μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης για αοριστία της ενστάσεως μειώσεως της μεσιτικής αμοιβής.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας [άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015) , ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από.1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335//2015 και ήδη άρθρα 614 παρ.5 στοιχείο (α), 622 Α παρ.2 ΚΠολΔ].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, στις.7.3.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, στις 4.3.2019, στην αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, της 32/2019 αποφάσεως του εφετείου [άρθρα 122, 123, 495 παρ.1, 552, 553, 556,558, 566 παρ.1, 564 παρ.1, 144, 145 παρ.2 ΚΠολΔ].
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591.παρ.7.ΚΠολΔ].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις: (i).- Mε την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι η 32/2019 απόφαση του εφετείου και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, όπως σαφώς και πλήρως εκτίθενται, ευθέως παραβίασε το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ και δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία? ειδικότερα, εσφαλμένως εφήρμοσε το άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ, ως προς την κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας, υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως, της αναιρεσίβλητης και της καταρτίσεως της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως. (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ (σελ. 5 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη "πράγμα", που νομίμως προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη "τον ισχυρισμό της" (αναιρεσείουσας), που νομίμως πρότεινε πρωτοδίκως και κατ' έφεση ότι "ουδέποτε συνήφθη σύμβαση με την αντίδικο (αναιρεσίβλητη) διότι ούτε ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου Α.
Χ. έχει την εξουσία να δεσμεύει μόνος του την εταιρεία ούτε οι νόμιμοι εκπρόσωποί της συμβλήθηκαν με την αντίδικο καθ' οιονδήποτε τρόπο είτε ρητά είτε σιωπηρά" (σελ. 17 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 32/2019 απόφαση του εφετείου, "παρά το νόμο, δέχθηκε πράγμα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη".
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται: "Η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται ρητώς ότι η πρώτη φορά, που τέθηκε θέμα μεσιτείας, σύναψης μεσιτικής σύμβασης και μεσιτικής αμοιβής είναι με την επιστολή της αντιδίκου (αναιρεσίβλητης), με ημερομηνία 14.10.2002. Δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη οιαδήποτε προηγούμενη όχληση και, κατά συνέπεια, η περικοπή της απόφασης ότι τα αρμόδια όργανά της (αναιρεσείουσας) "ενώ δεν αντέκρουσαν τις επανειλημμένες αναφορές αυτού (του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας) στην απόληψη μεσιτικής αμοιβής," πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε χρόνο μετά τις 14.10.2002.
Διαφορετικά, η απόφαση έχει ήδη περιπέσει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αφού δεν δέχεται ως αποδειχθείσα ότι προηγήθηκε κάποια όχληση σχετικά με την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής" (σελίδες 17 και 21 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 32/2019 απόφαση, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, που σαφώς και πλήρως εκτίθενται, δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, εφ' όσον το εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες (σελ. 17 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο π έ μ π τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται: "Η προσβαλλόμενη (απόφαση) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτόν τον κανόνα, με το να δεχθεί ότι σιωπηρά και με την εν γένει στάση ημών (αναιρεσείουσας) εγκρίναμε προφορικά δοθείσα εντολή προς την αντίδικο (αναιρεσίβλητη) και δεν αποκρούσαμε τις ενέργειες, στις οποίες, κατά την απόφαση, προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από 10.6.2002 έως και 14.11.2002, καθ' ήν στιγμή η προσβαλλόμενη (απόφαση) δέχθηκε ότι η αντίδικος για πρώτη φορά έθεσε θέμα μεσιτικής αμοιβής μόλις με την από 14.10.2002.
επιστολή της ... Και μόνο το γεγονός ότι θίγεται το θέμα αυτό μόλις την 14.10.2002, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης (αποφάσεως), αποδεικνύει ότι μέχρι τότε η εταιρεία (αναιρεσείουσα) ουδεμία δικαιοπρακτική πρόθεση ή βούληση είχε εκφράσει για σύναψη σύμβασης μεσιτείας" (σελίδες 17 και 22 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο έ - κ τ ο ς λόγος περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι η 32/2019 απόφαση του εφετείου και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται, ευθέως παραβίασε το άρθρο 705 παρ.2 ΑΚ, το οποίο ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένως εφάρμοσε, ως προς την επιδίκαση και τον προσδιορισμό της συνηθισμένης ("ειθισμένης") μεσιτικής αμοιβής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται: Το εφετείο "παραβίασε ευθέως το άρθρο 705 παρ.2 ΑΚ, λαμβάνοντας ως κριτήριο για την εύρεση της συνηθισμένης αμοιβής του μεσίτη τη νομολογία των Δικαστηρίων επί συμφωνιών μεσιτείας στην Αττική, ενώ θα έπρεπε να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ διότι σύμφωνα με τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού η επικαλούμενη από την προσβαλλόμενη (απόφαση) νομολογία αποτελεί αποτέλεσμα καρτελικής σύμπραξης των μεσιτών Αττικής κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ.1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ". (ii).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 705 παρ.2 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται: "Η 518/VI/2011 τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με τις παραδοχές, που περιλαμβάνει για την ως άνω καρτελική σύμπραξη των μεσιτών Αττικής επί σειρά δεκαετιών, συνιστά και περιλαμβάνει διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία όφειλε να λάβει υπ' όψη της η προσβαλλόμενη (απόφαση) κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 705 ΑΚ και την υπαγωγή σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, κατά τρόπο ώστε να μην λάβει υπ' όψη της, ως κριτήριο της συνηθισμένης στην Αττική μεσιτικής αμοιβής την μέχρι σήμερα διαμορφωθείσα νομολογία, αφού αυτή είναι αποτέλεσμα καρτελικής σύμπραξης" (σελίδες 24 - 32 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο έ β δ ο μ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 32/2019 απόφαση του εφετείου, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγμα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινό, χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, το εφετείο "δέχθηκε ότι η νομολογία των δικαστηρίων αποτελεί κριτήριο για τη συνηθισμένη κατά τις συναλλαγές αμοιβή των μεσιτών στην Αττική, ενώ σύμφωνα με την 518/VI/2011 τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού η ως άνω νομολογία διαμορφώθηκε κατόπιν καρτελικής σύμπραξης των μεσιτών Αττικής, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 ν. 703/1977 και 101 ΣΛΕΕ". (σελίδες 25 - 32 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο ό γ δ ο ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, που σαφώς και πλήρως εκτίθενται, ευθέως παραβίασε το άρθρο 707 ΑΚ, εφ' όσον για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς τη νομική επάρκεια της ενστάσεως από το άρθρο 707 ΑΚ, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα προς τούτο ο νόμος απαιτεί (σελ. 32 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο έ ν α τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι η 32/2019 απόφαση του εφετείου δεν έλαβε υπ' όψη "πράγμα", ειδικότερα, την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, που νομίμως προτάθηκε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, "αλλά, παρά το νόμο, την απέρριψε, ως αόριστη" (σελίδες 32 - 33 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Ο δ έ- κ α τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο στην 32/2019 απόφαση, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο ήτοι απέρριψε την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ ως αόριστη και, συνεπώς, απαράδεκτη, κρίνοντας ότι δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το ως άνω άρθρο 707 ΑΚ για τη θεμελίωση αυτής της ενστάσεως.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται. ότι η "ανάπτυξη" της ενστάσεως του άρθρου 707 ΑΚ, που νομίμως πρότεινε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, γίνεται στις πρωτόδικες επί της αγωγής έγγραφες προτάσεις της και, συγκεκριμένα, "στις σελίδες 24 - 25, 8, 14 επ., 19 επ. και 23" καθώς και στις έγγραφες προτάσεις της στο εφετείο επί της από 19.7.2016 εφέσεώς της και επί της από 18.7.2016 εφέσεως της αναιρεσίβλητης (σελίδες 33 και 35 - 36 της αιτήσεως αναιρέσεως).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και δη, από (A).- την 32/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, (B).- τα 245/3.3.2015 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ταυτάριθμα της 245/2015 (πρωτόδικης) αποφάσεως, (Γ).- τις από 6.3.2015 έγγραφες προτάσεις της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας στο πρωτόδικο δικαστήριο, (Δ).- την από 19.7.2016 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας, (Ε).- τις από 17.4.2017 έγγραφες προτάσεις της εναγομένης - εκκαλούσας - ήδη αναιρεσείουσας στο εφετείο (επί της. ως άνω από 19.7.2016 εφέσεώς της) και (ΣΤ).- τις από 17.4.2017 έγγραφες προτάσεις της εναγομένης - εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας (επί της από 18.7.2016 εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης), τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Το εφετείο με την 32/2019 απόφαση, αφού στο σκεπτικό διέλαβε μείζονα σκέψη για τα άρθρα 703 εδ. (α), 705 παρ.2 και 707 ΑΚ, στη συνέχεια δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 18 - 33): "Η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία ...
δραστηριοποιείται στις κτηματικές συναλλαγές, ως μεσίτρια αστικών συμβάσεων, εγγεγραμμένη στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών με αριθμό μητρώου 9508, ... ενώ η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία ... αποτελεί μία πολυμετοχική εταιρεία 120 εταιριών περίπου του κλάδου της πληροφορικής, με καταστατικό σκοπό την ανέγερση και λειτουργία Τεχνολογικού Πάρκου του ν. 2545/1997 στην περιοχή της Αττικής, έκτασης 108.000.τ.μ., ειδικότερα δε, τη δημιουργία χώρου, ο οποίος οριοθετείται, πολεοδομείται και οργανώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου και στον οποίο εγκαθίσταται βιομηχανίες νέας και υψηλής τεχνολογίας, ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες καθώς και επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.
Στις 18.6.2002, καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το από 15.4.2002 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της τελευταίας, περί εκλογής νέου Δ.Σ. αυτής, που συγκροτήθηκε σε σώμα με το από 16.4.2002 Πρακτικό του Δ.Σ. της ... Η θητεία του ανωτέρω Δ.Σ. ορίστηκε διετής, ενώ την εταιρεία θα εκπροσωπούσαν: (α).- ως προς τις οικονομικές δοσοληψίες, οι Α.
Χ., Η. Κ. και Π. Κ., υπογράφοντας ανά δύο υπό την εταιρική επωνυμία, (β).- ενώπιον κάθε Αρχής Δημόσιας, Δημοτικής, Φορολογικής, Διοικητικής, κάθε υπηρεσίας και κάθε Οργανισμού και Νομικού Προσώπου Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου (ΟΤΕ, ΔΕΗ κ.λπ.) και ενώπιον των Αστυνομικών και Εισαγγελικών Αρχών, την εταιρεία θα εκπροσωπούσαν χωριστά ο Πρόεδρος του Δ.Σ.
Α. Χ. ή ο Διευθύνων Σύμβουλος Η. Κ. και (γ) - ο Πρόεδρος του Δ.Σ. Α. Χ. ή ο Διευθύνων Σύμβουλος Η. Κ. δικαιούνταν, υπογράφοντας ο καθένας χωριστά, να επικυρώνουν αντίγραφα και αποσπάσματα των Πρακτικών των Γενικών Συνελεύσεων και του Διοικητικού Συμβουλίου ... Το έτος 2002, η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία, στα πλαίσια του καταστατικού της σκοπού, αναζητούσε ακίνητο συγκεκριμένης έκτασης για τη δημιουργία του Τεχνολογικού Πάρκου ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ.
Μεταξύ των διαθεσίμων ακινήτων ήταν και ένα, που πωλούσε η μη διάδικος εταιρεία ..., έκτασης 431 περίπου στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν στα ... Αττικής, γεγονός που είχε περιέλθει σε γνώση του τότε Προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας Α. Χ. από τρίτον, ονόματι ..., ο οποίος του ανέφερε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν ιδιοκτησίας της ....
Όπως υποστήριξε, με την αγωγή της, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία, τον Ιούνιο του ιδίου έτους (2002), η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της Α. Χ., ανέθεσε στο νόμιμο εκπρόσωπό της Μ. Β., προφορικώς, την εντολή να φέρει σε επαφή τους εκπροσώπους της δεύτερης με αυτούς της εταιρείας ..., προκειμένου να αγοράσουν το συγκεκριμένο ακίνητο της τελευταίας, που βρίσκεται στη θέση "Νεροφαγώματα" της Κοινότητας ...
επί της Εθνικής Οδού, έκτασης 431 στρεμμάτων, προκειμένου να υλοποιηθεί το τεχνολογικό πάρκο ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ καθώς και ότι για τη διαμεσολάβηση αυτή συμφωνήθηκε η νόμιμη μεσιτική αμοιβή 2%. Από την πλευρά της, η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία αρνήθηκε την αγωγή, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε συνεβλήθη με την αντίδικο εταιρεία καθώς και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ τους αμοιβή 2%, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι: (α).- Ο τότε Πρόεδρος του Δ.Σ.
της Α. Χ. δεν συμφώνησε ούτε έδωσε προφορική εντολή, που να μπορούσε να την δεσμεύσει εγκύρως, αφού η ίδια, βάσει του 25/16.4.2002 πρακτικού του Δ.Σ. της, το οποίο δημοσιεύθηκε στο 5845/26.6.2002 ΦΕΚ, αναλάμβανε υποχρεώσεις, δεσμευόταν και εκπροσωπούνταν νομίμως έναντι τρίτων προσώπων μόνο με την από κοινού υπογραφή των εξουσιοδοτημένων μελών του Δ.Σ.
της Α. Χ., Η. Κ. και Π. Κ., (β).- η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δεν εξηγεί τον χρόνο και τον τρόπο κατά τους οποίους οι από τους προαναφερόμενους Κ. και Κ. ενέκριναν, όπως υποστήριξε, μια τέτοια προφορική εντολή, (γ).- η αντίδικος, της συστήθηκε, ως εκτιμήτρια ακινήτων, προσφέροντάς της ανάλογες υπηρεσίες και όχι ως μεσίτρια, (δ).- η ίδια διάδικος (ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) τους ανέφερε ότι διατηρούσε συνεργασία με την ..., για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε, κατά την έρευνα του παραπάνω ακινήτου, που υποδείχθηκε σε αυτήν (εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) από τρίτον, παραπέμπτοντας σχετικώς στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.
Η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ... απέδειξε ότι πράγματι, την άνοιξη περίπου του έτους 2002, κατόπιν προφορικής εντολής του Α. Χ., με την ιδιότητα του τελευταίου ως Προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας, ανέλαβε την υποχρέωση να φέρει σε επαφή τους εκπροσώπους της τελευταίας με τους αρμόδιους εκπροσώπους της εταιρείας ..., με σκοπό την αγορά του προπεριγραφομένου ακινήτου από την δεύτερη (εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα).
Σε εκτέλεση της ανωτέρω χορηγηθείσης εντολής: (1).- Στις 10.6.2002, πραγματοποιήθηκε πρώτη συνάντηση των στελεχών της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης Μ. Β. και Μ. Α. στην ... με τον Γενικό Διευθυντή Περιουσίας της ... Γ. Β. και ορίστηκε ραντεβού για την ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, (2).- στις 17.6.2002, πραγματοποιήθηκε πρώτη συνάντηση στην ...
με τον Γ. Β. και ΠΑΡΚΟ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, στην οποία παραβρέθηκαν οι ... (μέλος του Δ.Σ. της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας), ... και … στην οποία συζητήθηκαν τα χαρακτηριστικά του οικοπέδου και οι τιμές, ενώ δόθηκαν τα πρώτα στοιχεία από τον Γ. Β., (3).- στις 20.6.2002, πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στην ..., στην οποία παραβρέθηκαν οι Γ.
Β.ς με τους συμβούλους ΡΟ.ΚΗ και F. καθώς και οι Χ., Μ. και Α. και στην οποία έλαβαν χώρα συζητήσεις για την χωροθέτηση του οικοπέδου καθώς και για τις ενέργειες στις οποίες είχε προχωρήσει η ..., (4).- στις 25.6.2002, έλαβε χώρα νέα συνάντηση των Γ. Β.υ, Χ., Β. και Α. με αντικείμενο το συντονισμό και τις μεθοδεύσεις για ΥΠΕΧΩΔΕ και Οργανισμό της ...ς, ενώ επιπλέον πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις, (5).- στις 27.6.2002, έγινε μία ακόμη συνάντηση στην ...
με τους Γ. Β., Β. και Α., που αφορούσε σε διαπραγματεύσεις για τις τιμές και την περαιτέρω συνάντηση με F., σύμβουλο της ... επί θεμάτων ακίνητης περιουσίας, (6).- στις 11.7.2002, στο ΠΑΡΚΟ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ έλαβε χώρα καινούργια συνάντηση με τους Χ., Κ., F., Μ., Α. και Β., αναφορικά με τη δρομολόγηση συναντήσεων με παράγοντες του ΥΠΕΧΩΔΕ και άλλων υπουργείων? στη συνάντηση αυτή προτάθηκε στην εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα να συνεργαστεί με συνεργάτη της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, ονόματι Φ.
Δ., για την επίλυση θεμάτων πολεοδομικής φύσης, ενώ, ακολούθως, με το από 16.7.2002 έγγραφο περιγραφής του επιδίκου ακινήτου, που απέστειλε στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα πραγματοποιήθηκε περιγραφή του πολεοδομικού καθεστώτος, αλλά και των δημοσιεύσεων του περιγραφομένου ακινήτου, με διατύπωση κάποιων παρατηρήσεων, ζητώντας του, έτσι, να επιληφθεί θεμάτων, που άπτονταν της επιδιωκόμενης αγοραπωλησίας, (7).- στις 19.7.2002, πραγματοποιήθηκε άλλη συνάντηση στα γραφεία της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης με τους Χ., Β., Μ., Α.
καθώς και με τον συνεργάτη της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης Φ. Δ., με αντικείμενο την ενημέρωση για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του οικοπέδου, με την προοπτική να γίνει περαιτέρω έρευνα, μέσω του τελευταίου, σε επίπεδο υπουργείων, (8).- στις 20.7.2002, ακολούθησε ακόμα μία συνάντηση στο ΠΕΝΤΕΛΙΚΟ, όπου παραβρέθηκαν οι Γ.
Β.ς, Χ., Β., Α., τότε έληγε η θητεία του τελευταίου ως Γενικού Διευθυντή Περιουσίας και αυτός αναβαθμίστηκε σε Γεν. Διευθ. Διοικ. της ... κατά τη συνάντηση εκείνη έγινε γενική ενημέρωση για την δρομολόγηση προς πώληση του οικοπέδου στο ΠΑΡΚΟ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, που θα συνεχιζόταν από τον Μ. Β., (9).- στις 6.8.2002, πραγματοποιήθηκε εκ νέου συνάντηση στα γραφεία της ...
και γνωριμία με το νέο Γενικό Διευθυντή Περιουσίας (της ...).Μ. Β. και με αφορμή το γεγονός αυτό έγιναν συστάσεις με τους Γ. Β., Ρ. ΚΗ, Β., Α. και ακολούθησε γενική ενημέρωση με δρομολόγηση του θέματος από τον Γ. Β. προς τον Μ. Β., ενώ καθ` όλη τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου του έτους 2002 γίνονταν συναντήσεις και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τη νέα Διεύθυνση Περιουσίας της ..., παράλληλα, την από 6.8.2002.
επιστολή της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας προς την ..., υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής (Α. Χ.), στην οποία η εν λόγω διάδικος (εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) παραθέτει τις απόψεις της, αναφορικά με το τίμημα, που προτίθεται να καταβάλει (για την αγορά του παραπάνω ακινήτου) καθώς και για τον τρόπο καταβολής αυτού, ο Πρόεδρος του.
Δ.Σ. αυτής (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας) την απέστειλε, την αμέσως επόμενη ημέρα, δηλ. στις 7.8.2002, στον συνεργάτη της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης Δ. Μ. για να λάβει γνώση και να ενημερωθεί για τις. προτάσεις, που υπέβαλε η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, αναφορικά με το τίμημα ... (10).- στις 26.9.2002, επαναλήφθηκαν οι επαφές καθώς πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο Κολωνάκι των Ρ.
ΚΗ, Β. και Α. και έγιναν συζητήσεις για το τίμημα του οικοπέδου, (11).- στις 3.10.2002, ακολούθησε νέα συνάντηση στο ΠΑΡΚΟ ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ των Χ., Μ., Β. και Α., σχετικά με τις διαπραγματεύσεις στην ... καθώς και για τη συνάντηση των Χ. και Β., (12).- στις 5.10.2002, σε νέα συνάντηση των Χ., Γ. Β.υ και. Αθανασίου στο ΠΕΝΤΕΛΙΚΟ, έγινε ενημέρωση από τον Γ.
Β. για δρομολόγηση, μεθόδευση καλύτερου τιμήματος και τρόπου αγοράς και (13).- στις 14.11.2002, έγινε μία ακόμα συνάντηση στην ... με τους Μ. Β., Ρ. ΚΗ, Β., Α. και Μ., κατά την οποία πραγματοποιήθηκε παράλληλα ενημέρωση από την ... για τον τρόπο προτάσεων αγοράς από τους υποψήφιους, συζητήθηκε το τίμημα και επιπλέον προκρίθηκε ραντεβού των Χ.
και Κ., δηλ. πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικές συναντήσεις, που αφορούσαν στην αντιμετώπιση διάφορων πολεοδομικών και χωροταξικών θεμάτων στη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στις 19.7.2002, ο τοπογράφος μηχανικός Φ. Δ., που συνεργάζεται με την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία σε θέματα πολεοδομικής φύσεως, χωροταξικά, δασικά και παραβρέθηκε σε αυτή, ανέλυσε στον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ.
της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας διεξοδικά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του οικοπέδου, τα ενδεχόμενα προβλήματα, αναφορικά με την χωροθέτηση του οικοπέδου, την οικοπεδική του κάλυψη, τον συντελεστή. Συγκεκριμένα, του ανέλυσε το πολεοδομικό καθεστώς της περιοχής, τους όρους δόμησης και του εξήγησε ότι επίκειται νομοθετική τακτοποίηση, με Προεδρικά Διατάγματα, που αφορούσαν στη ζώνη οικιστικού ελέγχου της περιοχής, αλλά και την προστασία της Πάρνηθας διότι ένα μέρος του ακινήτου χαρακτηριζόταν ως δασικό.
Λόγω δε της εμπειρίας του, αναφέρθηκε στις συναρμοδιότητες των υπουργείων και των δημοσίων υπηρεσιών και υπέδειξε τρόπους επίλυσης των θεμάτων, που απασχολούσαν (κατάθεση αιτήσεων, διοικητικές προσφυγές κ.λ.π.), ενώ, παράλληλα, έγινε ειδική αναφορά και στην δουλεία, που υφίστατο στο οικόπεδο σχετικά με την απαλλοτρίωση υπέρ της ΔΕΗ για εγκατάσταση πυλώνων υψηλής τάσης.
Στα πλαίσια αυτά, ο ως άνω συνεργάτης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης συνέταξε την από 19.11.2002 τεχνική έκθεση, την οποία παρέδωσε στον τότε Πρόεδρο του Δ. Σ. της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας. Εν τω μεταξύ, ο τελευταίος, με την παραπάνω ιδιότητά του, σε συνέχεια προφορικής συνεννόησης με το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, ενημέρωσε τον δεύτερο ότι το Δ.Σ.
της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας αποφάσισε να του αναθέσει την εκπόνηση εκτίμησης του ακινήτου της. ..., έναντι αμοιβής, που, σύμφωνα με τη μεταξύ τους συνεννόηση, θα ήταν συμβολική και θα ανερχόταν στο ποσό των 300 ευρώ, με την παράλληλη παράκληση για την άμεση ανταπόκριση αυτού, έτσι ώστε η εκτίμηση να παραδοθεί το αργότερο μέχρι τις 20.10.2002 και με την επιπλέον μνεία ότι ήταν στην διάθεσή του, για οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμ.
πρωτ. 2003/11.10.2002 επιστολή του Α. Χ., υπογεγραμμένη από τον τελευταίο κάτω από την εταιρική σφραγίδα). Σε απάντηση της αμέσως προηγούμενης επιστολής, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης απέστειλε προς τον Α. Χ., με την ιδιότητά του ως Προέδρου της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας, την από 14.10.2002 επιστολή του, στην οποία ανέφερε ότι η ανατεθείσα μελέτη - εκτίμηση θα εκπονούνταν χωρίς αμοιβή, δωρεάν, συνδέοντας εμμέσως πλην σαφώς την προσφορά αυτή με την διαμεσολάβηση και τις ενέργειες της εταιρείας του.
Εξακολουθώντας στην ίδια επιστολή, παραδεχόταν ότι η υπόδειξη του προς πώληση ακινήτου είχε γίνει από τον προαναφερόμενο τρίτο (ονόματι ...), με την επισήμανση, όμως, ότι αυτός αναφέρθηκε αρχικά στον Πρόεδρο της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας την ιδιοκτήτρια (...), χωρίς, κατά τα λοιπά, να μεσολαβήσει για την πραγματοποίηση συνάντησης απευθείας με στελέχη της τελευταίας ή να προβεί σε άλλη ενέργεια, σε αντίθεση με τις ενέργειες, στις οποίες προέβη η εταιρεία του ίδιου (ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) και.
στις οποίες αναφέρθηκε συνοπτικά. Επιπλέον στην επιστολή αυτή θιγόταν το θέμα του τιμήματος (του προς πώληση ακινήτου), με ειδική μνεία στην αρχική προσφορά του ... προς την εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, ύψους 7.500 - 9.000 δρχ./τ.μ., σε αντιπαραβολή με το χαρακτηριζόμενο ως επιθυμητό. τίμημα από την ... και εν τέλει με το προσφερόμενο από την τελευταία, που κυμαινόταν από 5.500 - 5.800 δρχ./τ.μ.
με την προϋπόθεση της χωροθέτησης κ.λ.π. ενεργειών. Καταλήγοντας στην επιστολή αυτή, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης διέλαβε ειδική αναφορά, σύμφωνα με την οποία, με βάση τον Αστικό Κώδικα περί μεσιτικών αμοιβών, την ενημέρωνε ότι το προς αγορά ακίνητο μπορεί να μην υποδείχθηκε από την εταιρεία του, αλλά όμως, η εν λόγω εταιρεία μεσολάβησε για την διαπραγμάτευση του τιμήματος, για τις επαφές και την πληροφόρηση απευθείας με στελέχη της ..., δικαιούμενη ως εκ τούτου αυτής (μεσιτικής αμοιβής), με την επιπρόσθετη αναφορά ότι το Δ.Σ.
αυτής (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας) θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να εκτιμήσει τις ενέργειες της δικής του εταιρείας για την ολοκλήρωση της αγοράς του ακινήτου της ... στα ... είτε σε επίπεδο διαμεσολαβήσεων με την παραπάνω εταιρεία είτε (σε ενέργειες) με οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία (όπως τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 14.10.2002, ως άνω, επιστολής).
Τα αρμόδια δε όργανα της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας ούτε στις συναντήσεις, που είχαν με το νόμιμο εκπρόσωπο και τους συνεργάτες της αντιδίκου ούτε σε άλλο ενδιάμεσο χρονικό σημείο, αντιτέθηκαν στις παραπάνω ενέργειες του νομίμου εκπροσώπου και των συνεργατών της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, ενώ δεν αντέκρουσαν τις επανειλημμένες αναφορές αυτού (του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας) στην απόληψη μεσιτικής αμοιβής, όπως λογικά, θα αναμενόταν στην περίπτωση που δεν ήθελαν να αναλάβουν και δεν ανέλαβαν τέτοια υποχρέωση έναντι της εταιρείας αυτής (ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης), διαχωρίζοντας τη θέση τους και διευκρινίζοντας εξ αρχής ότι προτίθεντο να συναλλαχθούν και να επιδιώξουν την αγορά του προπεριγραφόμενου ακινήτου από την πωλήτρια, ως άνω, εταιρεία χωρίς τη δική της μεσολάβηση και σε κάθε περίπτωση χωρίς να προτίθενται να καταβάλουν σε αυτή μεσιτική αμοιβή.
Το ίδιο συνέβη και κατά τη συνάντηση των μελών του Δ.Σ. της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας με τον εκπρόσωπο και συνεργάτες της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που πραγματοποιήθηκε, τον Οκτώβριο του 2002, με αφορμή την ενεργό ανάμιξη της τελευταίας στην διαμεσολαβητική διαδικασία, κατά την διάρκεια της οποίας, εκτός των θεμάτων που αφορούσαν την επίσπευση της εξέλιξης αυτής (διαδικασίας διαμεσολάβησης), τέθηκε εκ νέου και το θέμα της αμοιβής της συγκεκριμένης διαδίκου (ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης).
Κατ` αυτόν τον τρόπο, η προφορικώς δοθείσα εντολή εγκρίθηκε σιωπηρά από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας, όπως σαφώς συνάγεται από την εν γένει στάση αυτών, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία, που δεν θα είχε, προφανώς, κανένα όφελος, δεν θα προέβαινε στις.
ανωτέρω ενέργειες, διαμεσολαβώντας για λογαριασμό της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας στην ..., αλλά ούτε και θα συνέχιζε να ενεργεί, προκειμένου να διευκολύνει την σχετική διαδικασία για να ολοκληρωθεί η αγορά του ακινήτου αυτού από την αντίδικό της. Ακολούθως, με την από 7.11.2002 επιστολή της, η πωλήτρια εταιρεία (...) ενημέρωσε τον τότε Πρόεδρο της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας ότι μετά την εκδήλωση ενδιαφέροντος από την πλευρά της εταιρείας του, της παρέδιδαν τους τίτλους ιδιοκτησίας με συνημμένα τα σχετικά πιστοποιητικά μεταγραφής τους προς πώληση ακινήτου καθώς και την πράξη χαρακτηρισμού τμήματος αυτού, ως ιδιωτικού δάσους, όπως και την προσφυγή της ίδιας (πωλήτριας) κατ` αυτής μαζί με τα σχετικά έγγραφα και ένα παλαιότερο τοπογραφικό, ζητώντας της να καταθέσει την τελική δεσμευτική προσφορά της εντός πέντε (5) ημερών.
Συγχρόνως της υποδείκνυε ότι η προσφορά έπρεπε να. συνοδεύεται απαραίτητα από εγγυητική επιστολή αναγνωρισμένης και νόμιμα λειτουργούσας στην Ελλάδα Τράπεζας, η οποία θα έπρεπε να είναι αμετάκλητη, άνευ όρων και σε πρώτη ζήτηση, διάρκειας ενός μηνός και ποσού ίσου με το 1/10 του προσφερόμενου για την αγορά του ακινήτου τιμήματος.
Στην ίδια επιστολή αναφέρονταν: (α).- Λεπτομέρειες, που αφορούσαν τις περιπτώσεις της αποδοχής ή μη της ανωτέρω εγγυητικής επιστολής, συναρτώμενες με την υπογραφή ή μη συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, (β).- οι όροι που θα περιλαμβάνονταν απαραίτητα στο υπογραφησόμενο προσύμφωνο αγοραπωλησίας, (γ).- οι συνέπειες της μη.
αποδοχής της προσφοράς ή παρέλευσης της προθεσμίας υπογραφής του προσυμφώνου καθώς και ότι (δ).- η υποβολή της τελικής δεσμευτικής προσφοράς αποδείκνυε αμάχητα ότι ο προσφέρων (εν προκειμένω, δηλ. η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) είχε επισκεφθεί το εκποιούμενο ακίνητο και είχε λάβει πλήρη γνώση της νομικής και πραγματικής κατάστασης αυτού, όπως επίσης και την πλήρη αποδοχή των όρων της συγκεκριμένης επιστολής (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 7.11.2002 επιστολή της ...).
Εν συνεχεία, η εναγομένη. - εφεσίβλητη - εκκαλούσα επανήλθε με το θέμα της παράτασης της προθεσμίας υποβολής προσφοράς, με την από 13.11.2002 επιστολή του Προέδρου του Δ.Σ. αυτής. Συγχρόνως, με αφορμή την οριστική προσφορά, που ζητήθηκε, πραγματοποιούνταν συναντήσεις και επαφές μεταξύ των στελεχών αυτής (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας) και της ..., ενώ εξακολουθούσε και η μεταξύ αυτών αλληλογραφία, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με ημερομηνίες 15.11.2002 και 26.11.2002 επιστολές της εναγομένης.- εφεσίβλητης - εκκαλούσας και της ....
Τελικώς, η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της ..., υποβάλλοντας δεσμευτική προσφορά με τέσσερις (4) εναλλακτικές προσεγγίσεις, που αφορούσαν το προσφερόμενο τίμημα (3.003.416,90 ευρώ έως 4.800.000 ευρώ), τον τρόπο πληρωμής και αποπληρωμής του καθώς και εγγυητική επιστολή Τράπεζας, στην οποία επαναλαμβάνονταν και οι όροι, που περιγράφονταν στην από 7.11.2002 προηγούμενη επιστολή της πωλήτριας, ως άνω, εταιρείας.
Παράλληλα, με τις παραπάνω ενέργειές της και λόγω της εκκρεμότητας της επιχειρηθείσας κατά τον παραπάνω τρόπο αγοραπωλησίας, η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, με σκοπό την εξεύρεση περιοχής για την εγκατάσταση του Πάρκου Υψηλής Τεχνολογίας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, με ισάριθμες επιστολές της, απευθύνθηκε σε επτά (7) μεσιτικές εταιρείες, που ενδεχομένως να ενδιαφέρονταν να συνεργαστούν μαζί της, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα - εφεσίβλητη - εκκαλούσα.
Αργότερα, με την από 11.12.2002 επιστολή της, η ..., σε συνέχεια του εκδηλωθέντος εκ μέρους της εναγομένης. - εφεσίβλητης - εκκαλούσας ενδιαφέροντος για την αγορά του ακινήτου των ... και της υποβολής της σχετικής προσφοράς της, ενημέρωσε την τελευταία ότι αυτή δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή, δεδομένου ότι η διοίκηση της.
πωλήτριας αποφάσισε να μην πωλήσει το συγκεκριμένο ακίνητο σε τιμή μικρότερη των 8.000.000 ευρώ, αναφέροντάς της ότι στην περίπτωση που δεν ήταν διατεθειμένη. να προβεί στην αγορά του ακινήτου αυτού στην παραπάνω τιμή, μπορούσε να παραλάβει αμέσως την εγγυητική επιστολή που συνόδευε την αρχική προσφορά της (όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης, από 11.12.2002 επιστολής).
Η πωλήτρια εταιρεία (...), προκειμένου να. διασφαλίσει ότι το ακίνητό της θα πωλούνταν σε τιμή, που θα ανταποκρινόταν πράγματι στην εμπορική του αξία, προσέφυγε στην διαδικασία του πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο οποίος, όμως, απέβη άκαρπος, ενώ η ίδια (πωλήτρια εταιρεία), που είχε διακηρύξει τον σχετικό διαγωνισμό, ήταν ελεύθερη (κατ` άρθρο 361 ΑΚ) να συνάψει την επιδιωκόμενη σύμβαση ακόμη και με τρίτο, ο οποίος δεν συμμετείχε στον προκηρυχθέντα διαγωνισμό.
Έτσι, τελικώς, μεταξύ της ... και της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας καταρτίστηκε το υπ` αριθμ. ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας του ακινήτου στα ... Αττικής, δυνάμει του οποίου η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να το πωλήσει και να το μεταβιβάσει κατά κυριότητα στην δεύτερη, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους 7.000.000 ευρώ, ενώ προς εξασφάλιση της πωλήτριας, η αγοράστρια παρέδωσε στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής την υπ` αριθμ. ...
εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ισχύος έως την 30.10.2004. Στο προσύμφωνο αυτό, εκτός της αναφοράς των όρων αποπληρωμής του τιμήματος, συμφωνήθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν ενώπιον της συντάξασας αυτό συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή της, την 1.8.2004 ή και νωρίτερα, οποτεδήποτε το ζητούσε μονομερώς η αγοράστρια, με πρόσκληση, που θα επιδιδόταν με δικαστικό επιμελητή στην πωλήτρια προ σαράντα πέντε (45) ημερών, με την προϋπόθεση ότι θα προηγούνταν η λήψη από την πωλήτρια της αναγκαίας άδειας προς άρση.
περιορισμών του ν. 3250/1924, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 2148/1952 (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ` αριθμ. ... επικαλούμενο και προσκομιζόμενο προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Αθηνών. Ευδοκίας Οικονόμου). Ακολούθως, καταρτίστηκε το υπ` αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο πώλησης της αυτής, ως άνω, συμβολαιογράφου, για την επίτευξη της οποίας είχε προηγηθεί η προπαρατιθέμενη μεσιτική δραστηριότητα της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, που, κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες κατέστησε δυνατές, κατ` αρχήν, τις διαπραγματεύσεις μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας εταιρείας (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας), την άμεση παρακολούθηση των διαπραγματεύσεων αυτών με την παράλληλη προσφορά υπηρεσιών, που κατέτειναν.
στην επίλυση των προβλημάτων που άπτονταν της θέσης αλλά και του καθεστώτος του προς πώληση ακινήτου και επιπλέον τη διατήρηση συνεχούς επικοινωνίας, προκειμένου να διατηρείται εναργές το ενδιαφέρον μεταξύ των ως άνω μερών για. τη σύναψη της οριστικής ως άνω συμφωνίας. Η προπαρατεθείσα δε μεσολαβητική δραστηριότητα θεωρείται αντικειμενικά πρόσφορη αιτία του παραχθέντος κατά τα ανωτέρω αποτελέσματος, της σύναψης της προαναφερόμενης σύμβασης αγοραπωλησίας, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι εξαρτήθηκε από άλλους όρους, με συνέπεια να δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης εταιρείας.
Η αιτιώδης αυτή συνάφεια δεν διακόπηκε από το γεγονός ότι το πωλούμενο κατά τα ανωτέρω ακίνητο εκτέθηκε σε πλειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η ιδιοκτήτριά του (...), διότι, παρά το γεγονός ότι παρεμβλήθηκε η διαδικασία αυτή, αρχικά, κατά το χρόνο διενέργειας των διαμεσολαβητικών ως άνω δραστηριοτήτων, σαφώς υπήρχε η δυνατότητα κατάρτισης της συγκεκριμένης αγοραπωλησίας, η οποία δεν εξέλιπε ούτε κατά το χρόνο σύναψης του προδιαληφθέντος προσυμφώνου, αρχικώς, αλλά ούτε και κατά το χρόνο σύναψης του οριστικού συμβολαίου πώλησης αυτού (ακινήτου), έτσι ώστε να αναιρείται η σχέση μεταξύ αυτών (διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων) ως αιτίου και της επιτευχθείσας σύμβασης πώλησης του παραπάνω ακινήτου, ως αποτελέσματος.
Κι αυτό γιατί ακόμη και μετά την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού, ανεξαρτήτως. των υποβληθεισών εκ μέρους των συμμετασχόντων προσφορών καθώς και του εάν αυτές πληρούσαν ή όχι τις τεθείσες προϋποθέσεις, η προκηρύξασα αυτόν (διαγωνισμό) ιδιοκτήτριά εταιρεία (...), η οποία διατηρούσε, κατ` άρθρο 361 ΑΚ, τη συμβατική ελευθερία να τις δεχτεί ή να τις απορρίψει, ακόμη δε και να καταρτίσει τελικά τη σύμβαση πώλησης του ακινήτου της, με μη μετασχόντα στον σχετικό διαγωνισμό, εφόσον αυτός απέβη άκαρπος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, προέβη εν τέλει στη σύναψη της παραπάνω πώλησης με την εναγομένη - εφεσίβλητη.- εκκαλούσα εταιρεία, οι βάσεις της οποίας (σύμβασης πώλησης) τέθηκαν από την προπεριγραφείσα διαμεσολαβητική δραστηριότητα της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, ενώ εξακολουθούσε να υπάρχει η χορηγηθείσα στην τελευταία.
μεσιτική εντολή. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται ούτε: (α).- λόγω της παράλληλης ιδιότητας του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης ως εκτιμητή ακινήτων, (β).- λόγω της επικαλούμενης από πλευράς της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας συνεργασίας της τελευταίας με την ..., δεδομένου ότι από όλα τα ανωτέρω προέκυψε σαφώς ότι η εν λόγω διάδικος (ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) ενεργούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση για λογαριασμό της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας, πραγματοποιώντας υπέρ αυτής τις προπαρατεθείσες ενέργειες, (γ).- λόγω του ότι στο υπ` αριθμ. ...
συμβολαιογραφικό προσύμφωνο διελήφθη δήλωση των συμβληθέντων μερών, σύμφωνα με την οποία, στην κατάρτιση της προκείμενης σύμβασης δεν μεσολάβησε μεσίτης. Ειδικότερα, τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο προσύμφωνο πώλησης ακινήτου διότι η διαληφθείσα ως άνω μνεία δεν είναι από τα θέματα για τα οποία το δημόσιο αυτό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη και, συνεπώς, ως προς το ζήτημα αυτό, το οικείο (δημόσιο) έγγραφο εκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, κατ` άρθρο 340 του ΚΠολΔ.
Ενόψει δε των προπαρατεθέντων, προκύπτει ότι η σχετικώς διαληφθείσα μνεία στο προαναφερόμενο προσύμφωνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συνακόλουθα αποδείχτηκαν: (α).- η σιωπηρή κατάρτιση της σύμβασης μεσιτείας μεταξύ των διαδίκων, σε εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη προέβη στις προπαρατεθείσες διαμεσολαβητικές ενέργειες, (β).- το γεγονός ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία αποδέχτηκε τις προσφερθείσες υπηρεσίες της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης που τυγχάνει επαγγελματική εταιρεία μεσιτικών εργασιών και (γ).- η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης πώλησης και της παροχής των ανωτέρω μεσιτικών ενεργειών προς την εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία.
Συνεπώς, οι λόγοι της δεύτερης έφεσης της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας εταιρείας, σύμφωνα με τους οποίους η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχτηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη: (1).- πρόσφερε στην ίδια (εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) υπηρεσίες μεσιτείας, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας της συστήθηκε ως εκτιμητής ακινήτων και όχι ως μεσίτης, συμμετέχοντας στα πλαίσια της έρευνας για την πλευρά της ...
και όχι για την ίδια (εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα) (δεύτερος λόγος), καθώς και ότι (2).- δικαιούται μεσιτικής αμοιβής διότι ο αιτιώδης σύνδεσμος διακόπηκε λόγω της διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο οποίος αποδεικνύει ότι ο φερόμενος ως μεσίτης δεν συνεισέφερε στην επίτευξη της σύμβασης και δεν επηρέασε την.
βούληση της πωλήτριας, που, μετά την άκαρπη έκβαση του ως άνω διαγωνισμού, δέχτηκε μετά από διαπραγματεύσεις τη νέα, βελτιωμένη προσφορά της ίδιας (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας), κατόπιν της οποίας επιτεύχθηκε τελική συμφωνία για την πώληση του επίμαχου ακινήτου στο ποσό των 7.000.000 ευρώ (τρίτος λόγος), είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι.
Επισημαίνεται δε ότι και ο περί παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 11.10.2002 επιστολής της εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας επικαλούμενος (πρώτος) λόγος της δεύτερης έφεσης, εκτιμάται ως λόγος εσφαλμένης εκτίμησης απόδειξης, καθόσον δεν αναφέρεται στην από μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, ...
αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για. τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί σωστό ο εκκαλών.....Κατά τα λοιπά, τα όσα η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ισχυρίζεται περί προφορικής συμφωνίας για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής ποσοστού 2% επί του τιμήματος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, δεδομένου ότι οι σχετικές περικοπές των καταθέσεων μαρτύρων που εξετάστηκαν, με την επιμέλειά της και αναφέρονται στην ύπαρξη σχετικής προφορικής συμφωνίας, αναιρούνται και από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι τέτοιου είδους ρητή συμφωνία (για την απόληψη, δηλαδή, μεσιτικής αμοιβής ύψους 2% επί του πωλούμενου ακινήτου) δεν έγινε σε κανένα χρονικό σημείο της ανωτέρω διαμεσολαβητικής δραστηριότητας της εν λόγω διαδίκου, η οποία, αντιστοίχως, δεν την επικαλέστηκε επ` αφορμή των εν γένει ενεργειών της, περιορισθείσα καταληκτικώς, με την από 20.4.2005 εξώδικη πρόσκληση, που απέστειλε στην εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, να αναφερθεί στη νόμιμη μεσιτική αμοιβή, που αυτή δικαιούνταν, λόγω της ολοκλήρωσης της πώλησης του προπεριγραφόμενου ακινήτου, συνεπεία των μεσολαβητικών εργασιών της και την οποία (αμοιβή) η ίδια (ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) προσδιόριζε, μονομερώς, σε ποσοστό 2%.
επί της τιμής πώλησης του ακινήτου, αφού ούτε και τότε διέλαβε οιαδήποτε μνεία σε ανάλογη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 20.4.2005 εξώδικης. πρόσκλησης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε στην αντίδικό της, στις 22.4.2005, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτή δικαστικού επιμελητή επί του σώματός της).
Εφόσον, επομένως, δεν καταρτίστηκε ρητή συμφωνία για το ύψος της αμοιβής της ενάγουσας - εκκαλούσας. - εφεσίβλητης, η αμοιβή που της οφείλεται για την διαμεσολαβητική ως άνω δραστηριότητά της καθορίζεται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 705 του ΑΚ. Μετά δε την κατάργηση, από το π.δ. 248/1993, του ν. 308/1976 (με την παρ. 8 του άρθρου 3 του οποίου καθοριζόταν ο τρόπος υπολογισμού της μεσιτικής αμοιβής στην περίπτωση που αυτή δεν οριζόταν με συμφωνία) δεν υφίσταται πλέον "διατίμηση", δηλ.
προσδιορισμός της αμοιβής από το νόμο ή από διοικητική πράξη, εκδιδόμενη από την κατά νόμο αρμόδια αρχή. Επομένως, ελλείψει "διατίμησης", οφείλεται (κατά την παρ. 2 του άρθρου 705 ΑΚ) η μεσιτική αμοιβή, που συνηθίζεται στην Αττική. Βάσει της νομολογίας των τελευταίων ετών προκύπτει κατ' αρχήν ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων που άγονται ενώπιον των δικαστηρίων για την επιδίκαση μεσιτικών αμοιβών, που αφορούν αστικές συμβάσεις αγοράς ακινήτων, η πλέον συνηθισμένη αμοιβή, που συμφωνείται, είναι το ποσοστό 2% επί της πραγματικής αξίας του μεταβιβαζόμενου (και μάλιστα ανεξαρτήτως.
της αξίας αυτού), προσαυξημένη με το νόμιμο Φ.Π.Α, με τον οποίο επιβαρύνονται. κατά το ν. 2859/2000 οι μεσιτικές αμοιβές. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ίδια η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα συνομολογεί ότι το τίμημα της πώλησης του ανωτέρω ακινήτου συμφωνήθηκε στο ποσό των 7.000.000 ευρώ και, συνεπώς, το αναγραφόμενο στο παραπάνω πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα των 5.600.000 ευρώ, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό τίμημα αυτού, που ανήλθε στο προαναφερόμενο ποσό (των 7.000.000 ευρώ), δεδομένου ότι η τακτική αυτή, δηλ.
η αναγραφή στο συμβόλαιο μικρότερου τιμήματος αντί του πραγματικά συμφωνηθέντος, συνηθίζεται στις συναλλαγές για καθαρά φορολογικούς λόγους. Αντιθέτως, πέραν των σχετικών περικοπών των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης και οι οποίοι αναφέρονται σε τίμημα ύψους 8.500.000 ευρώ, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε ότι η αγοραπωλησία του επίμαχου ακινήτου ανήλθε στο τελευταίο αυτό ποσό, όπως αβασίμως η συγκεκριμένη διάδικος (ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη) ισχυρίστηκε.
Συνακόλουθα, η αμοιβή που οφείλεται στην ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσό των [(7.000.000.X 2% =) 140.000 ευρώ + 26.600 ευρώ (που αντιστοιχεί στον αναλογούντα επί του ποσού αυτού Φ.Π.Α.) = 166.600 - 35.000 ευρώ (ποσό το οποίο η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη συνομολογεί ότι της καταβλήθηκε για την αιτία αυτή) =] 131.600 ευρώ και το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την 1.4.2006 μέχρι την εξόφληση, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, ως προς το κεφάλαιό της αυτό ...
Η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα προέβαλε, με προφορική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την οποία παράλληλα ανέπτυξε με τις προτάσεις, που η εν λόγω διάδικος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει, την ένσταση για μείωση της μεσιτικής αμοιβής ... ισχυρίζεται συναφώς ότι για την υπογραφή της υπ` αριθμ. ...
πράξης της συμβολαιογράφου. Αθηνών Ευδοκίας Οικονόμου, η αντίδικός της εταιρεία δεν προέβη σε καμία απολύτως πράξη μεσιτικής παροχής, αλλά ότι η τελευταία άσκησε την αγωγή αυτή, επειδή πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες την υπογραφή της προαναφερόμενης πράξης, ζητώντας, κατόπιν αυτών, να γίνει δεκτή η υποβληθείσα ένστασή της και να μειωθεί η μεσιτική αμοιβή σε ποσοστό 0,30% - 0,50%, όπου κυμαίνεται η.
συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή σε τέτοιου είδους δικαιοπραξίες. Πλην όμως, η αμέσως προηγούμενη ένσταση δεν έχει τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, καθόσον, εκτός του στοιχείου της συνηθισμένης, κατά τους ισχυρισμούς της συγκεκριμένης διαδίκου, αμοιβής των μεσιτών της περιοχής σύναψης της μεσιτείας.
για παρόμοιες συναλλαγές, δεν προσδιορίζεται κανένα από τα υπόλοιπα .... κριτήρια, προκειμένου να καταδειχθεί το υπέρμετρο της αμοιβής, σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και ειδικότερα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες), τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση αλλά και τον τρόπο απασχόλησης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης μεσίτριας εταιρείας, όσο και με αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση όφελος της εντολέως (εναγομένης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας), λαμβανομένων υπόψη όλων των ειδικών περιστάσεων.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά μερική. παραδοχή της ένστασης του άρθρου 707 ΑΚ, ως βάσιμης και από ουσιαστικής. άποψης, έκρινε ότι συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας έπρεπε να μειωθεί από το ποσό των 140.000 ευρώ στο ποσό των 60.000 και μετά την αφαίρεση από το τελευταίο ποσό του κονδυλίου των 35.000 ευρώ προσδιόρισε ως επιδικαστέο το ποσό των 25.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
ποσοστού 19% (4.750 ευρώ), ενώ η σχετική ένσταση ήταν αόριστη, έσφαλε ... Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της πρώτης έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, με τον οποίο η εν λόγω διάδικος παραπονείται για την κατ` ουσίαν (μερική) παραδοχή της εν λόγω ένστασης, να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να απορριφθεί η ως άνω ένσταση ως αόριστη ...
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει κατ` ουσία δεκτή η πρώτη (από 18.7.2016) έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ... Ακολούθως, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ... και να ερευνηθεί στην ουσία της η από. 16.6.2014 ... αγωγή. Με βάση δε τις προδιαληφθείσες παραδοχές, η ενάγουσα.
εταιρεία δικαιούται, για την παραπάνω αιτία, το συνολικό ποσό των εκατόν τριάντα.ενός χιλιάδων εξακοσίων ευρώ (131.600), με το νόμιμο τόκο όσον αφορά το ποσό της αμοιβής, χωρίς την προσαύξηση του αναλογούντος Φ.Π.Α. (ποσοστού 19%) ποσού είκοσι έξι χιλιάδων εξακοσίων (26.600) ευρώ, από την 1.4.2006 μέχρι την εξόφληση ...
Περαιτέρω, πρέπει ... να απορριφθεί στην ουσία της η από 19.7.2016 (δεύτερη) έφεση ...".
(Β).- Στα 245/3.3.2015 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ταυτάριθμα της 245/2015 (πρωτόδικης) αποφάσεως, καταχωρήθηκε η ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, που η εναγομένη - αναιρεσείουσα πρότεινε προφορικώς στο ακροατήριο, ως εξής [άρθρα 677 παρ.1, 679 παρ.1, 115 παρ.3 ΚΠολΔ -όπως ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015- 256 παρ.1 ΚΠολΔ]: "Ένσταση μείωσης ... στο προσήκον μέτρο, ένσταση εκ του άρθρου 707 ΑΚ".
(Γ).- Η εναγομένη - αναιρεσείουσα στις από 6.3.2015 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναπτύσσει την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ [άρθρο 115 παρ.3 ΚΠολΔ, που ίσχυσε πριν από το ν. 4335/2015], όπως παρακάτω (σελίδες 24 - 25): "Για την αδόκητη περίπτωση, όπου γίνει δεκτή η παρούσα αγωγή, υποβάλλουμε την ένσταση εκ του άρθρου 707 ΑΚ ... Για την υπογραφή της ... πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Οικονόμου ομολογείται στην αγωγή ότι η αντίδικος εταιρεία (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) δεν προέβη σε καμία απολύτως πράξη μεσιτικής παροχής. Η αντίδικος ασκεί την παρούσα αγωγή, επειδή πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες για την υπογραφή της ως άνω πράξεως. Ως εκ τούτου δέον όπως γίνει δεκτή η ένσταση και όπως μειωθεί η μεσιτική αμοιβή της αντιδίκου σε ποσοστό 0.30% - 0.50% και όχι σε 2%, πόσω μάλλον εφ' όσον αυτή είναι και η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή σε τέτοιου είδους δικαιοπραξίες". Η συγκεκριμένη ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ δεν αναπτύσσεται, περαιτέρω, "στις σελίδες 8, 14 επ., 19 επ. και 23" των πιο πάνω πρωτόδικων εγγράφων προτάσεων, όπως η αναιρεσείουσα, ως άνω, επικαλείται.
(Δ).- Στην από 19.7.2016 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), υπάρχει λόγος εφέσεως για την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ υπό το ως άνω περιεχόμενο, ήτοι όπως αναπτύσσεται στις από 6.3.2015 πρωτόδικες νόμιμες έγγραφες προτάσεις. [άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ].
(Ε).- Η εκκαλούσα (εναγομένη - αναιρεσείουσα) στις από 17.4.2017 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 19.7.2016 εφέσεώς της, αναπτύσσει την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, όπως στις από 6.3.2015 πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της [ισχύον άρθρο 115 παρ.3 ΚΠολΔ].
(ΣΤ).- Επίσης, η εναγομένη - εφεσίβλητη - αναιρεσείουσα στις από 17.4.2017 νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 18.7.2016 εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης, αναπτύσσει την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, όπως στις από 6.3.2015 πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, επί των λόγων αναιρέσεως (για το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών) λεκτέα τα εξής:
Κρίνοντας, έτσι, το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ακόμη, το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 705 παρ.2 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται, αφού δεν προσέδωσε σε αυτήν έννοια διαφορετική από την αληθινή και ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, όπως τα δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 705 παρ.2 ΑΚ.
Συγκεκριμένα, το εφετείο δέχθηκε ότι: (α).- Η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δραστηριοποιείται στις κτηματικές συναλλαγές, ως μεσίτρια αστικών συμβάσεων, εγγεγραμμένη στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών και, ως "επαγγελματική εταιρεία μεσιτικών εργασιών" (επαγγελματίας μεσίτρια), "την άνοιξη περίπου του έτους 2002", ύστερα από προφορική εντολή του Α.
Χ., Προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης - αναιρεσείουσας και εκπροσώπου της, ανέλαβε την υποχρέωση να φέρει σε επαφή τους εκπροσώπους της (εναγομένης - αναιρεσείουσας), με σκοπό την αγορά ακινήτου, εκτάσεως 431 περίπου στρεμμάτων, στα ... Αττικής (θέση 'Νεροφαγώματα' της Κοινότητας ..., επί της Εθνικής Οδού), κυριότητας της μη διαδίκου πωλήτριας εταιρείας ΑΓΙΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ. (β).- Σε εκτέλεση της εντολής, ακολούθησε (όπως παρατίθεται) η μεσιτική δραστηριότητα, υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως, της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης δηλ.
ακολούθησαν οι διαπραγματευτικές ενέργειες της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ώστε να έρθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της κύριας - σκοπούμενης συμβάσεως. (γ).- Καταρτίσθηκε το ... οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Οικονόμου, που αφορά το πιο πάνω συγκεκριμένο ακίνητο, κείμενο στα ...
Αττικής, θέση 'Νεροφαγώματα' της Κοινότητας ..., επί της Εθνικής Οδού. (δ).- Για την "επίτευξη" της πωλήσεως "είχε προηγηθεί η προπαρατιθέμενη μεσιτική δραστηριότητα" της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, "οι βάσεις της συμβάσεως πωλήσεως τέθηκαν από την προπεριγραφείσα διαμεσολαβιτική δραστηριότητα" της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, "ενώ εξακολουθούσε να υπάρχει η χορηγηθείσα στην τελευταία (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) μεσιτική εντολή. (ε).- Δεν καταρτίσθηκε ρητή συμφωνία για το ύψος της αμοιβής της επαγγελματία μεσίτριας ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ώστε, "ελλείψει διατίμησης, οφείλεται η μεσιτική αμοιβή, που συνηθίζεται στην Αττική". (στ).- "Βάσει της νομολογίας των τελευταίων ετών προκύπτει κατ' αρχήν ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, που άγονται ενώπιον των δικαστηρίων για την επιδίκαση μεσιτικών αμοιβών, που αφορούν αστικές συμβάσεις αγοράς ακινήτων, η πλέον συνηθισμένη αμοιβή, που συμφωνείται, είναι το ποσοστό (2%) επί της πραγματικής αξίας του μεταβιβαζόμενου".
Τα πιο πάνω γεγονότα που έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, κρίνονται επαρκή για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου, της μεσιτικής δραστηριότητας, υπό τη μορφή της μεσολαβήσεως, της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και της καταρτίσεως της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως (υπ' αριθμ. ... οριστικό συμβόλαιο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Οικονόμου).
Διέλαβε δε, το εφετείο, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου άρθρου 703 εδ. (α) ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε. Συγκεκριμένα, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις είναι οι ως άνω αιτιολογίες του εφετείου, τόσο για τη μεσιτική εντολή της εναγομένης - αναιρεσείουσας προς την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, με περιεχόμενο τη μεσολάβηση, προς κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως, όσο και για τη μεσιτική δραστηριότητα καθώς και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής (μεσολαβητικής) δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και του επελθόντος αποτελέσματος (καταρτίσεως της σκοπούμενης - κύριας συμβάσεως).
Επίσης, τα γεγονότα που έγιναν ανελέγκτως δεκτά ότι η εντολή της μεσιτικής εντολέα εναγομένης - αναιρεσείουσας δόθηκε στην επαγγελματία μεσίτρια ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και δεν υπάρχει "διατίμηση" για τον προσδιορισμό της μεσιτικής αμοιβής, δικαιολογούν τη συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή στην τελευταία (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) και αν ακόμη αμοιβή δεν συμφωνήθηκε.
Η μεσιτική αμοιβή δε, "ελλείψει διατίμησης", είναι η συνηθισμένη μεσιτική αμοιβή, ήτοι η με γενική συναλλακτική ισχύ στους κύκλους των ενδιαφερομένων διαδίκων. Μετά ταύτα, ο τ έ τ α ρ- τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ και ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ καθώς και ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι παραδεκτοί (ορισμένοι), όμως, είναι αβάσιμοι.
Εξ άλλου, το εφετείο στην 32/2019 απόφαση δεν στήριξε την κρίση του για τον προσδιορισμό της συνηθισμένης μεσιτικής αμοιβής σε συμφωνία, απόφαση ή οποιασδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων [άρθρα 1 παρ.2 ν. 703/1977, 101 παρ.1 ΣΛΕΕ] ώστε ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτό της υπό στοιχείο (i) μερικότερης αιτιάσεως, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Περαιτέρω, ο π ρ ώ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 703 παρ.1 εδ. (α) ΑΚ].
Ακόμη, ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο.(ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, ως προς το μέρος, που αναφέρεται στο ότι η 518/VI/2011 τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού "συνιστά" δίδαγμα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, αφού η απόφαση αυτή της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας υπό την εκτεθείσα στην (Ι) νομική σκέψη έννοια? ενώ, ως προς το μέρος, που αναφέρεται στο ότι η ίδια 518/VI/2011 τελεσίδικη απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού "περιλαμβάνει" διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 705 παρ.2 ΑΚ] και τέτοια αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι όσα παραπάνω η αναιρεσείουσα αναφέρει στον λόγο αυτό αφορούν σε άρνηση της ένδικης (από 16.6.2014) αγωγής, όμως, δεν νοείται, ως "πράγμα", η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής. Επίσης, ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού και πάλι όσα η αναιρεσείουσα αναφέρει στον λόγο αυτό, ως άνω, αφορούν σε άρνηση της ένδικης αγωγής εν τούτοις, δεν νοείται, ως "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής.
Ο π έ μ π τ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ως αόριστος διότι όπως ειπώθηκε, στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το εφετείο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή. παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 703 εδ. (α) ΑΚ].
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβαίνει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Έτσι, όσα, περαιτέρω, η αναιρεσείουσα αναφέρει, ως άνω, δεν στοιχειοθετούν τον λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Ο έ β δ ο μ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν προσδιορίζεται "πράγμα" υπό την εκτεθείσα στην (Ι) νομική σκέψη έννοια, δηλ.
νόμιμος, λυσιτελής, αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αντίθετα, υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε και πάλι είναι απαράδεκτος.
Ο ό γ δ ο ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός (ορισμένος), όμως, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι το εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί και, συγκεκριμένα, το εφαρμοστέο άρθρο 707 ΑΚ, που η αναιρεσείουσα επικαλείται για τη θεμελίωση του δικαιώματός της (εναγομένης - αναιρεσείουσας) μειώσεως της μεσιτικής αμοιβής.
Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε στην (
ΙΙ) νομική σκέψη, η μεσιτική αμοιβή μειώνεται από το δικαστήριο στο προσήκον μέτρο, εφ' όσον είναι υπέρμετρη σε σχέση προς τη μεσιτική παροχή (κόπους ή προσπάθειες, έστω και άγονες, δαπάνες, χρονική απασχόληση, τρόπο μεσολαβήσεως, ενέργειες γενικώς του μεσίτη) και το έννομο υλικό ή ηθικό όφελος, που ο μεσιτικός εντολέας απεκόμισε από την κύρια - σκοπούμενη σύμβαση, εν όψει και όλων των ειδικών περιστατικών (οικονομικής καταστάσεως των μερών, κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του μεσιτικού εντολέα και τυχόν επιτόπιων συνηθειών, ήτοι του τόπου καταρτίσεως της συμβάσεως μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές).
Στα πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα και δη, στις από.6.3.2015 πρωτόδικες νόμιμες έγγραφες προτάσεις και στην από 19.7.2016 έφεση της εναγομένης - αναιρεσείουσας καθώς και στις από 17.4.2017 δύο νόμιμες έγγραφες προτάσεις της στο εφετείο (επί της από 19.7.2016 εφέσεώς της και επί της από 18.7.2016 εφέσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης), η ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ, εκτός του στοιχείου της συνηθισμένης αμοιβής των μεσιτών της περιοχής καταρτίσεως της επίμαχης συμβάσεως μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, δεν αναπτύσσεται, περαιτέρω, κατά τα πιο πάνω λοιπά στοιχεία της.
Έτσι, το εφετείο ορθώς έκρινε την ένσταση από το εφαρμοστέο άρθρο 707 ΑΚ αόριστη (νομική αοριστία). Ο έ ν α τ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδ. (β) ΚΠολΔ, δεν στοιχειοθετείται και, συνεπώς, είναι αβάσιμος διότι, όπως η ίδια η αναιρεσείουσα επικαλείται, ως άνω, το εφετείο "απέρριψε, ως αόριστη", την ένσταση του άρθρου 707 ΑΚ.
Η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός (ένταση) έχει ληφθεί υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Ο δ έ κ α τ ο ς λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός, όμως, είναι αβάσιμος, αφού, όπως ειπώθηκε, δεν αναφέρονται για τη θεμελίωση του αιτήματος της ενστάσεως του άρθρου 707 ΑΚ όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται από αυτό το άρθρο [707 ΑΚ].
Έτσι, το εφετείο, που απέρριψε την ένσταση, ως απαράδεκτη για αοριστία, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.
Άλλος λόγος προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 7.3.2019 αίτηση για αναίρεση της 32/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα. 106,176,183 ΚΠολΔ).
(
ΙΙΙ).- Στο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται από την 1.1.2016 [άρθρο 1/άρθρα τρίτο, τέταρτο και ένατο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015)], ορίζεται ότι επί υποθέσεως, που αφορά διαφορά του άρθρου 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ (προηγουμένως άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ), εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, ειδικότερα της αναιρέσεως από την 1.1.2016, δεν υποχρεούται για να είναι παραδεκτή η αναίρεση να καταθέσει παράβολο. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση, στις 7.3.2019, ως άνω, της ένδικης αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα κατέθεσε το υπ' αριθμ. 26355402095905060061/2019 παράβολο, ποσού: 450 ευρώ και είδος παραβόλου: e - ΠΑΡΑΒΟΛΟ. Εν τούτοις, για την ένδικη διαφορά των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ (και ήδη άρθρο 614 παρ.5 στοιχείο (α) ΚΠολΔ), η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να καταθέσει παράβολο. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως παραπάνω (
ΙΙΙ) μείζονα σκέψη, πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο αυτό, ποσού (450) ευρώ, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αναιρέσεως (ΑΕΔ.3/2014).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.3.2019 αίτηση για αναίρεση της 32/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που oρίζει στo ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800).ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ' αριθμ. 26355402095905060061/2019 παραβόλου, που κατέθεσε, ποσού: 450 ευρώ και είδος παραβόλου: e - ΠΑΡΑΒΟΛΟ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 11 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 12 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ