Legislator Case Law & Legislation
19/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute for vague distortion claim lacking specific document comparison.

Case Number 19/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's decision regarding unpaid fees. The appellant argued the appellate court distorted the content of electronic correspondence and a lawyer's reference, but failed to specify the exact documents or the specific content differences. The court ruled that the appeal was inadmissible due to its vagueness and the lack of evidence showing the lower court misread the documents, as the appeal did not meet the strict requirements for proving such a distortion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of document content is inadmissible if it fails to specify the documents, the content alleged to be distorted, and the specific error made by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of documents labor dispute specificity requirement code of civil procedure evidence evaluation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556 §1, 558, 564 para.1, 566 para.1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para.3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 section a' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 19 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 19/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Τ., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν. του Λ., κατοίκου … που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 68/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3697/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 3-10-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9217/888/2019) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 3697/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 28-5-2018 (υπ' αριθμ.

εκθ. καταθ. 53965/3620/2018) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 68/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 4-4-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 530078/116/2017) αγωγή του (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 5-9-2019, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π.

Α., η δε κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της απόφασης αυτής έλαβε χώρα στις 7-10-2019 (άρθρα 552, 553, 556§1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007) κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009).

Κατά τον αριθμό 1 εδαφ. β' του ίδιου ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο, αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 64/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως και ποιον συγκεκριμένα από τους περιοριστικώς οριζόμενους από την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Προκειμένου να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδαφ, α' ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει τη συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, την νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την έννοια της διατάξεως αυτής, το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολομ.

ΑΠ 27/1998, 32/1996, 1/1995), ώστε να προκύπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια από το ίδιο το αναιρετήριο και, εάν το δικαστήριο απεφάνθη επί της ουσίας, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ή, εάν απορρίφθηκε η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικώς συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, την οικεία ιστορική βάση, και εάν απορρίφθηκε ένσταση και τον τρόπο της παραδεκτής προβολής αυτής (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 220/2020, 933/2018, 495/2010, 1662/2009, 524/2009).

Τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαία, ώστε να εξειδικεύεται και να οριοθετείται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προτείνει και να θεμελιώσει αυτεπαγγέλτως τους αναιρετικούς λόγους βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται επί της αναιρετικής διαδικασίας.

Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε αναδεχθεί ο Άρειος Πάγος, όχι απλώς την κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και την υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρέουσας από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών (ΑΠ 220/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).

Με τον εν λόγω αναιρετικό λόγο, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 44/1990, 3/1997, ΑΠ 103/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, με την από 4-4-2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι, το μήνα Νοέμβριο του έτους 2015 μετά από συμφωνία που κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η τελευταία του ανέθεσε την εντολή να αναλάβει την τακτοποίηση των κληρονομικών υποθέσεων της ιδίας και της ανήλικης θυγατέρας της, που αφορούσαν την κληρονομιά που κατέλειπαν σ' αυτές οι αποβιώσαντες γονείς της πρώτης Λ.

και Α. Ν.η, που απεβίωσαν στις 10-2-2015 και 8-3-2013 αντίστοιχα, συνισταμένων των υποθέσεων αυτών στη διενέργεια δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, όπως αυτές αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή. Ότι από τον μήνα Νοέμβριο του 2015 έως τα μέσα Αυγούστου του έτους 2016, στα πλαίσια της ως άνω εντολής, προέβη στη διεξαγωγή των αναφερόμενων στην αγωγή, δικαστικών και εξώδικων ενεργειών, για τις οποίες δικαιούται, ως συμφωνηθείσα αμοιβή, το ποσό των 109.000 ευρώ, πλέον του ποσού των 15.000 ευρώ για την κάλυψη των αναφερομένων εξόδων, από το οποίο η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 17.000 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 92.000 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 42.000 ευρώ για αμοιβή και έξοδα και επικουρικά, για την περίπτωση που αρνηθεί η εναγομένη ότι καταρτίστηκε μεταξύ τους η επικαλούμενη συμφωνία, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει για τις εργατοώρες απασχόλησής του και τις δικαστικές ενέργειες, στις οποίες προέβη στα πλαίσια της εντολής, το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 73.580 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 68/2018 απόφασή του, απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής για την καταβολή του ποσού των 130.080 ευρώ που αφορούσε τις εργατοώρες απασχόλησής του, ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του και κατά τα λοιπά, αφού δέχθηκε ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 17.000 ευρώ, έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προταθείσα από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη ένσταση εξοφλήσεως και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων-αναιρεσείων με την από 28-5-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3697/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι ο εκκαλών με τους υπό στοιχ. Α, Β και ΣΤ (1ο σκέλος) λόγους της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς όμως στην προκειμένη περίπτωση να γίνεται μνεία του ότι ενδεχομένως η εσφαλμένη αυτή εκτίμηση των αποδείξεων επέδρασε στο διατακτικό της εκκαλουμένης ή ότι εξ' αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό.

Ότι οι λόγοι αυτοί πάσχουν από αοριστία, η οποία δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης, με αποτέλεσμα οι αόριστοι λόγοι έφεσης να εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και πρέπει για το λόγο αυτό -εξεταζόμενοι αυτεπαγγέλτως- να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, δεκτού γενομένου και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης.

Ότι, με τους υπό στοιχ. Γ και ΣΤ (2° σκέλος) λόγους της έφεσής του ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, διότι παρέλειψε να κηρύξει άκυρη την συμφωνία αμοιβής μεταξύ των διαδίκων ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί ελαχίστων ορίων αμοιβών.

Ότι, παρότι, οι λόγοι αυτοί περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (ένσταση αοριστίας) είναι ορισμένοι, διότι ο εκκαλών αναφέρει επαρκώς με ποιο τρόπο χώρησε η παραβίαση των αντιστοίχων κανόνων δικαίου, το γεγονός δε ότι απλώς δεν αναφέρονται αριθμητικά τα σχετικά άρθρα του νόμου ουδόλως καθιστά το δικόγραφο της εφέσεως αόριστο, αφού αναφέρονται οι κανόνες δικαίου που παραβιάσθηκαν και με ποιο τρόπο έγινε η παραβίαση αυτών και τα όσα αντίθετα προβάλλει με τις προτάσεις της η εφεσίβλητη είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, εντούτοις, δυνάμει των άρθρων 58 παρ. 1 και 3 και 63 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, ως ίσχυε κατά το χρόνο της επικαλούμενης συμφωνίας και παροχής της αντίστοιχης δικηγορικής εργασίας ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων διέπεται, πλέον, μετά την κατάργηση των υποχρεωτικών ελάχιστων νόμιμων αμοιβών (βλ.

άρθρο 92 του ν.δ. 3026/1954 - ΦΕΚ A' 235, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 - ΦΕΚ Α' 32, που ίσχυε έως 27.9.2013 και, ακολούθως, άρθρο 58 του ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α' 208, που ισχύει από 27.9.2013, βλ. και ΕΣ 270/2016) από το καθεστώς της συμβατικής ελευθερίας καθορισμού αυτής.

Συνεπώς, ο καθορισμός της αποτελεί προϊόν ελεύθερης διαπραγμάτευσης και η συμφωνημένη αμοιβή δεν δεσμεύεται από ελάχιστα όρια και οι σχετικοί λόγοι έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης. Ότι περαιτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε από την επικουρική βάση της αγωγής το κονδύλιο των 130.080 ευρώ που αφορούσε τις εργατοώρες απασχόλησης του ενάγοντα ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, χωρίς να υπεισέλθει στην εξέταση και εκτίμηση των αποδείξεων.

Ότι ο εκκαλών, ωστόσο, με τον υπό στοιχ. (Δ) λόγο της έφεσής του παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα να στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι της κατ' ουσίαν διερεύνησης της αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, όμως, απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό ως αόριστη, με βάση τα αναφερόμενα στην αγωγή και όχι τα αποδειχθέντα -ώστε να μην υφίσταται αντιφατικότητα ως προς την αιτιολογία της- και, συνεπώς, δεν προχώρησε στην διερεύνηση αυτής κατά το ουσία βάσιμό της.

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος της έφεσης είναι αλυσιτελής, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη (τελευταία παράγραφο), και πρέπει η έφεση ως προς το λόγο αυτό ν' απορριφθεί. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων: "Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του Δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα I του Κώδικα".

Επίσης, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω Κώδικα (Κεφάλαιο ΣΤ', παρ. 1): "Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπο του. Ο γραπτός τύπος δεν είναι συστατικός της συμφωνίας, αλλά αποδεικτικός. Δεν υπάρχουν όρια αμοιβής είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω.

Φυσικά και ισχύουν οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 371 ΑΚ και 58 του Κώδικα Δικηγόρων συνάγεται ότι ο έγγραφος τύπος δεν είναι συστατικός της συμφωνίας, αλλά αποδεικτικός και η τυχόν προφορική συμφωνία περί αμοιβής μεταξύ δικηγόρου και εντολέως, εφόσον είναι αρκούντως ορισμένη, δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής των παραρτημάτων του Κώδικα Δικηγόρων.

Ουσιαστικά, δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 58 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία ή αρκούντως ορισμένη προφορική συμφωνία... Ότι ο εκκαλών με τον υπό στοιχ. (Ε) λόγο της έφεσής του παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου καθώς η εκκαλουμένη παρότι δέχθηκε την μη ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων.

Ωστόσο, η εκκαλουμένη αποδέχθηκε την ύπαρξη αρκούντως ορισμένης προφορικής συμφωνίας, η οποία -σύμφωνα και με την αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη- αποκλείει την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης ως μη νόμιμος. Με βάση τα παραπάνω, το εφετείο προέβη στην απόρριψη της έφεσης στο σύνολό της.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την ως άνω κρίση της παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και δη οι διατάξεις του άρθρου 58 παρ. 3 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, μη υπάγοντας το εφετείο εσφαλμένως τα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα της ως άνω διάταξης, ήτοι μη εφαρμόζοντας τον κανόνα αυτόν, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και ειδικότερα, ενώ δέχεται στη σελίδα 8 στίχοι 12 επομ.

ότι, ουσιαστικά η διάταξη του άρθρου 58 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων, εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία ή αρκούντως ορισμένη προφορική συμφωνία, ακολούθως, δεν προχωρεί σε εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, δεχόμενη ότι η εκκαλουμένη απόφαση αποδέχθηκε την ύπαρξη αρκούντως ορισμένης προφορικής συμφωνίας, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης ως μη νόμιμο, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, αναφορικά με την μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά τη μη εφαρμογή της, ούτε περιέχονται σ' αυτή οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επιπλέον, δεν αναφέρεται ούτε και το περιεχόμενο των σχετικών λόγων έφεσης που πρότεινε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να ελεγχθεί αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας τους λόγους αυτούς έφεσης, παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 58 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων.

Επίσης, με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠλΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, λόγω μη προσφυγής σ' αυτούς προκειμένου να προβεί σε ερμηνεία της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δε δέχθηκε και δη ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο της επίμαχης συμβάσεως, ώστε να τίθεται θέμα προσφυγής του στις διατάξεις αυτές και σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση.

Επιπλέον, με τον από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνιστάμενη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) θα έπρεπε να δεχθεί ότι, λόγω της έλλειψης αντιρρήσεων εκ μέρους της εναγομένης και της συνέχισης της μεταξύ τους συνεργασίας, συνάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σιωπηρή κατάρτιση συμφωνίας για την αμοιβή του και β) με την παραδοχή του περί ύπαρξης αρκούντως ορισμένης προφορικής συμφωνίας, έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία δε γίνεται να υπάρχει στην ίδια περίπτωση και εξόφληση και ομολογία οφειλής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ούτε ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση και σε κάθε περίπτωση, καθόσον, το εφετείο δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον προβαλλόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το 1ο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα, κατά λέξη, ότι : " με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς μου παραπονέθηκα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, διότι δε δέχθηκε την ύπαρξη (της επικαλούμενης από αυτόν) συμφωνίας μεταξύ εμού και της αντιδίκου μου περί του ύψους της αμοιβής μου.

Η συμφωνία μου αυτή αποδείχθηκε πλήρως δια των προσκομισθέντων από εμένα μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, αλλά και από το γεγονός ότι μετά την ανταλλαγή αυτών, συνεχίστηκε η συνεργασία μας με την αντίδικο, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη αορίστως δέχθηκε ότι αποδείχθηκε αρκούντως η ύπαρξη ορισμένης προφορικής συμφωνίας, χωρίς παράλληλα να αναφέρεται το περιεχόμενο, ο τόπος και ο χρόνος της συνάψεως της συμφωνίας αυτής, ούτε κανένα από τα λοιπά στοιχεία της, αλλά ούτε επί τη βάσει ποιων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε η συμφωνία αυτή.

Περαιτέρω, η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε το κονδύλιο που αναφέρεται στις εργατοώρες ως αόριστο και το αιτούμενο συμφωνηθέν ως ουσία αβάσιμο, δεχθέν την προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως. Για τις παραδοχές αυτές, τις οποίες η απόφαση του εφετείου υιοθετεί, αφού τις θεωρεί επαρκώς αποδεδειγμένες, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο αναφέρει και επίσης ουδεμία αιτιολογία περί του πως κατέληξε στο πόρισμα αυτό.

Ειδικότερα η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι επί λέξει στη σελίδα 8 στιχ.12, ότι ουσιαστικά η διάταξη του άρθρου 58 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία ή αρκούντως ορισμένη προφορική συμφωνία....Ότι με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η απόφαση του εφετείου και κανόνα του ουσιαστικού δικαίου παραβίασε, αλλά και στέρησε εαυτήν από νόμιμη βάση με το να μη συμπεριλάβει τις αναγκαίες εκείνες αιτιολογίες, που θα την καθιστούσαν απρόσβλητη στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο, όπως ορθά εκτιμάται, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς αιτιολογίες, δεν δέχθηκε την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης περί του ύψους της αιτούμενης αμοιβής του, ότι υιοθέτησε τις παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά το μέρος που απέρριψε το κονδύλιο που αναφέρεται στις εργατοώρες ως αόριστο και το αιτούμενο συμφωνηθέν ως ουσία αβάσιμο και δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν υπεισέλθει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, όπως εν προκειμένω το Εφετείο, αφού οι σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών-αναιρεσείων παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τις ως άνω παραδοχές της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορρίφθηκαν ως αόριστοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π. 25/2003, 11/1996).

Η παράβαση δηλαδή του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής, ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης (ΑΠ 516/2018, 207/2017,1344/2015, 1677/2010, 1255/2009).

Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμού 8 λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 415/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του :

α) τον προβληθέντα με τους Α' Β' και ΣΤ' λόγους έφεσης ισχυρισμό του, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και β) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στη σελίδα 21 των προτάσεών της, δια της οποίας συνομολογείται η απασχόλησή του για 792 ώρες τουλάχιστον, όσο και την εξώδικη ομολογία αυτής περί μη εξοφλήσεώς του (σελίδα 1 της αναφοράς της αντιδίκου στο Δ.Σ.Α., όπου και αναφέρει ότι ανέμενε την τελική χρέωση).

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, καθόσον, από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ως άνω λόγοι εφέσεως εξετάστηκαν από το εφετείο και απορρίφθηκαν, ως αόριστοι οι δύο πρώτοι και ως αλυσιτελής ο τρίτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού η ως άνω αιτίαση δε μπορεί να θεμελιώσει αυτόν, καθόσον η ομολογία είναι αποδεικτικό μέσο και δε συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.

Επίσης, η ίδια αιτίαση δε μπορεί να θεμελιώσει ούτε τον από τον αριθμό 11 δ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα), όπως επιχειρείται από τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αφού, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι σχετικοί λόγοι για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκαν ως αόριστοι και συνεπώς δεν υφίστατο στάδιο λήψεως υπόψη και αξιολογήσεως αποδεικτικών μέσων.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το εφετείο δεν επανεκτίμησε εξ' υπαρχής κατ' ουσίαν την έφεσή του, ως είχε υποχρέωση να το πράξει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο λόγω του μεταβιβαστικού της αποτελέσματος (άρθρο 522 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη ως άνω πλημμέλεια δε μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άφησε αδίκαστη την έφεσή του, η οποία σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν έμεινε αδίκαστη, αλλά ερευνήθηκαν οι λόγοι της και απορρίφθηκε στο σύνολό της κατ' ουσίαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη ή αναφορά αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 239/2015, 1385/2006, ΑΠ 794/2000).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ότι δέχθηκε εμμέσως την ένσταση εξοφλήσεως που πρότεινε η αναιρεσίβλητη, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτος, αφού το εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (ούτε εξέτασε την ένσταση εξοφλήσεως), διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αφού οι σχετικοί λόγοι έφεσης που πρότεινε ο αναιρεσείων, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίφθηκαν ως αόριστοι και συνεπώς δεν υφίστατο στάδιο λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενό του και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 1663/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, (δεύτερο σκέλος) προβάλλει την αιτίαση, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων και ειδικότερα των μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και της αναφοράς της αναιρεσιβλήτου στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, με το να μη δεχθεί την συμφωνία μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ως προς το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής του, δεχόμενο δηλαδή πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνεται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτά το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου και αφετέρου, γιατί το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και ως εκ τούτου δε μπορεί να γίνει λόγος για λάθος από εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-10-2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 9217/888/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3697/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ