Legislator Case Law & Legislation
19/2020 AI generated

19/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 19/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

19/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 16.2.2018 και με αριθ. κατάθεσης 1804/146/20.2.2018 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και Γ. Μ., ως πρώην ειδικού διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 19 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 19/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε." που είχε έδρα στην Αγία Παρασκευή και έχει ήδη καταργηθεί, το οποίο (Ελληνικό Δημόσιο) εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε., και 2)Γ.

Μ., ως πρώην ειδικού διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας "ΕΡΤ Α.Ε." που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου:

Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που κατέθεσε προτάσεις, ως αναιρεσίβλητος, και Β)Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ως αναιρεσείων.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε." που είχε έδρα στην Αγία Παρασκευή και έχει ήδη καταργηθεί, νόμιμα εκπροσωπούμενου από α)τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και β)τον Ειδικό Διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε., ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται, που αντικατέστησε τον Γ. Μ., το οποίο (Ελληνικό Δημόσιο) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, η πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.

Για το ζήτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ι. Δ., ο οποίος δεν συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2010 αγωγή του Ι. Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2959/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4738/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 16/2/2018 αίτησή τους και ο Β αναιρεσείων με την από 14/2/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της δικής τους από 16/2/2018 αίτησης και την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της δικής του, από 14/2/2018, αίτησης και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων του, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 16.2.2018 και με αριθ. κατάθεσης 1804/146/20.2.2018 αίτησης αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και Γ. Μ., ως πρώην ειδικού διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι.

Δ. και β) της από 14.2.2018 και με αριθ. κατάθ. 1706/131/15.2.2018 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ι. Δ. κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 4738/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 16.2.2018 και με αριθ. κατάθ. 1804/146/2018 αίτησης αναίρεσης, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων ..., ως πρώην ειδικός διαχειριστής του συνόλου του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ [διορισθείς με την με αριθ.

ΟΙΚ ...2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ Β ...), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 4Α της με αριθ. ΟΙΚ ...2013 Κ.Υ.Α. που προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο της με αριθ. οικ. ...2013 όμοιας Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β ...) και ασκήσας τα ως άνω καθήκοντά του μέχρι την αντικατάσταση αυτού από άλλη διαχειρίστρια, μετά την υποβληθείσα παραίτησή αυτού στις 11.2.2014, δυνάμει της με αριθ.

Γ.Δ.Ο.Υ. ...2014 όμοιας Κ.Υ.Α (ΦΕΚ Β ...), όπως προκύπτει από τα σχετικά στοιχεία του φακέλου], παρέστη κατά τη συζήτηση, εκπροσωπηθείς από την πληρεξουσία Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία εκπροσώπησε επίσης το πρώτο των αναιρεσειόντων Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα όμως με τον Οργανισμό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθ. 2 περ.

α και ιβ του Ν. 3086/2002), στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υπάγεται, μεταξύ άλλων, η δικαστική υπεράσπιση των συμφερόντων του Κράτους ή Ν.Π.Δ.Δ ή Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων σύμφωνα με ειδικές διατάξεις η νομική υπηρεσία τους διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και γενικότερα η νομική υποστήριξή τους και όχι η δικαστική υπεράσπιση συμφερόντων φυσικών προσώπων (ιδιωτών), αδιαφόρως της ιδιότητάς των τελευταίων.

Κατά συνέπεια δεν είναι σύμφωνη με το νόμο η ως άνω εκπροσώπηση του δευτέρου των αναιρεσειόντων, πέραν του ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η από τον διάδικο αυτόν παροχή πληρεξουσιότητας κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ. Εξ άλλου από την υπ' αριθ. 3232/16.4.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.

Κ., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της ένδικης από 16.2.2018 αίτησης αναίρεσης αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της τελευταίας με πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα της 27ης Νοεμβρίου 2018, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε στην εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρεία με την επωνυμία "...

AE", ως ειδική εκκαθαρίστρια κατά το χρόνο της επίδοσης της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ [ορισθείσα με την με αριθ. Δ.Ο.Δ. Γ 4020512/8.10.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Επικρατείας - ΦΕΚ Β 2167] και όχι στον δεύτερο των αναιρεσειόντων. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν παρέστη κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και δεν αποδεικνύεται κλήτευση αυτού εκ μέρους του επισπεύσαντος τη συζήτηση αντιδίκου του, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με το πρώτο των αναιρεσειόντων με σχέση απλής ομοδικίας (σχετ.

ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 218/2003). Με τις από 16.2.2018 και με αριθ. κατάθεσης 1804/146/20.2.2018 και από 14.2.2018 και με αριθ. κατάθ. 1706/131/15.2.2018 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4738/13.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί της από 3.7.2015 και με αριθ.

κατάθ. 4235/9.7.2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος Ι. Δ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και: α) απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 2959/25.9.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια της από 12.10.2010 και με αριθ.

κατάθ. 187632/6447/26.10.2010 αγωγής του ενάγοντος ν' αναγνωρισθεί ότι αυτός συνδεόταν με την αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική του πρόσληψη (2.10.2003), άλλως από την πρώτη ανανέωση αυτής, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και ν' αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 3.8.2010 έως 3.11.2012 ύψους 129.000 ευρώ, και έτσι επικυρώθηκε, κατά το μέρος αυτό, η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την ως άνω αγωγή αυτού και β) κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφανίσθηκε η άνω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας [μετά γενόμενο περιορισμό του σχετικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του ενάγοντος καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις του] και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικώς διάδοχος της καταργηθείσας αρχικώς εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ [άρθ. 2 παρ. 2 της με αριθ.

ΟΙΚ ...2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012] να καταβάλει για την αιτία αυτή στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 18.510 ευρώ, με το νόμιμο από 6% τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ αναγνωρίσθηκε περαιτέρω οφειλή αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του προς τον ενάγοντα για την ίδια αιτία ύψους 17.900 ευρώ, με το νόμιμο από 6% τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Α. Επί της από 16.2.2014 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε από την αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." [εφεξής ΕΡΤ ΑΕ] με απλή σχέση εργασίας αντί να αποφανθεί ότι συνδεόταν με αυτήν με συμβάσεις έργου, ως εξωτερικός συνεργάτης, και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτόν επιδόματα εορτών και αδείας κατ' εφαρμογή της κείμενης εργατικής νομοθεσίας:

Α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1, 3, 4 και 5 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 9 του Ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την με αριθ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 283) και ως εκ τούτου έχοντος ισχύ νόμου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 του Ν. 2527/1997 και 681 του ΑΚ, εκ των οποίων η πρώτη (άρθ. 3 του ΓΚΠ - ΕΡΤ) προβλέπει στην παρ. 1 αυτής [όπως άλλωστε προέβλεπαν και οι προϊσχύσασες αυτής και αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις] τη δυνατότητα ανάθεσης με έγγραφη σύμβαση σε εξωτερικούς συνεργάτες, που δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, ορισμένου και συγκεκριμένου έργου για συγκεκριμένη εκπομπή, σύμφωνα με όρους που καθορίζει το Δ.Σ αυτής, η οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή, μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου, στην παρ. 3 αυτής ότι η ανάθεση και η εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης έργου σε σύμβαση εργασίας, στην παρ. 4 ότι για την αμοιβή των εξωτερικών συνεργατών εκδίδονται τα προβλεπόμενα από τον Κ.Β.Σ.

στοιχεία και στην παρ. 5 ότι απασχόληση εξωτερικού συνεργάτη σε έργο διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στη σύμβαση απαγορεύεται, με ευθύνη των αρμοδίων προϊσταμένων. Και τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε καθ' όλο το διάστημα της εργασίας του ως εξωτερικός συνεργάτης της ΕΡΤ ΑΕ, δυνάμει των σχετικών διαδοχικών συμβάσεων που κατήρτισε με αυτήν στο πλαίσιο της διάταξης αυτής και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στο αποτέλεσμα του έργου και όχι σε παροχή εργασίας (πρώτος λόγος αναίρεσης) και Β) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες μετά την αναθεώρησή του στις 18.4.2001 απαγορεύουν την και με νόμο μονιμοποίηση του προσωπικού ή τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού που προσλήφθηκε με συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών ή με συμβάσεις έργου (δεύτερος λόγος αναίρεσης).

Με το περιεχόμενο αυτό οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την φύση της συνδέουσας τον αναιρεσίβλητο με την αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ ως σχέσης εργασίας), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Επί πλέον, κατά το μέρος που με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αιτιάται προσέτι την προσβαλλόμενη απόφαση για το πιο πάνω συμπέρασμα αυτής, επικαλούμενο ειδικότερα τους επί μέρους όρους των συμβάσεων που συνήψε ο αναιρεσίβλητος με την αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ, ως εξωτερικός συνεργάτης αυτής, και άλλα επί μέρους πραγματικά στοιχεία, όπως η μη τήρηση της διαδικασίας πρόσληψης αυτού ως τακτικού προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, η μη κατοχή από αυτόν οργανικής θέσης, η ασφάλιση του στο ΙΚΑ μόνο για τους κλάδους σύνταξης και ασθένειας, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών για καταβολή της αμοιβής του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν.

Με το άρθρο 21 του κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6/10.7.1944) που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 εδ. τελ. του ΕισΝΑΚ ορίζονται τ' ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία αυτό λαμβάνει γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ.

της 26.6/10.7.1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνο προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης ως προς το ζήτημα αυτό της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι και η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.

Εξάλλου αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομη δε εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό οφείλονται τόκοι επιδικίας (ΑΕΔ 7/2011, ΑΠ 1287/2018). Με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 21 του από 16.6/10.7.1944 κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε αναγνώριση της οφειλής τόκων από την επίδοση της αγωγής και επί ποσού 17.900 ευρώ, ως προς το οποίο είχε λάβει χώρα κατά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα ήδη προαναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής και στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, όπως κρίθηκε με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που επέλυσε σχετική αμφισβήτηση μεταξύ του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 10/2008) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 833/2010) ως προς την έννοια της πιο πάνω διάταξης.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη από 16.2.2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987. Επί της από 14.2.2014 αίτησης αναίρεσης του Ι. Δ..

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ιδίου Κώδικα αναίρεση επιτρέπεται μόνο όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τ' ακόλουθα: Με την από 12.10.2010 (αρ. κατ. 187632/6447/26.10.2010) αγωγή, στρεφομένη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ΕΡΤ Α.Ε.), ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος] ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων (ένδεκα τον αριθμό), που χαρακτηρίσθηκαν από την αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ ως συμβάσεις μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής, απασχολήθηκε από την αρχική του πρόσληψη στις 2.10.2003 έως τις 31.7.2010 στην αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ, ως δημοσιογράφος αθλητικού ρεπορτάζ στο τμήμα αθλητικών μεταδόσεων αυτής, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και τελώντας υπό τις οδηγίες, εντολές και έλεγχο των αμέσων προϊσταμένων του ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και ότι την Δευτέρα 2.8.2010, οπότε είχε λήξει από 31.7.2010 η διάρκεια της τελευταίας από τις πιο πάνω συμβάσεις, η εναγομένη αρνήθηκε ν' αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά την πράγματι υφισταμένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος διατάξεις της εσωτερικής και της ενωσιακής νομοθεσίας (άρθ. 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας και διατάξεις του σε εφαρμογή αυτής εκδοθέντος Π.Δ/τος 164/2004) ζήτησε, κατόπιν μερικού περιορισμού των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικά με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις προτάσεις αυτού, α) ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική του πρόσληψη, άλλως από την πρώτη ανανέωση της αρχικής του σύμβασης, β) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηράς καταγγελίας από 2.8.2010 της ως άνω σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη ν' αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του, υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, δ) ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 3.8.2010 έως 3.11.2012, συνολικού ύψους 129.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της δήλης ημέρας που κάθε επί μέρους τμηματική παροχή κατέστη απαιτητή ε) επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν υφίστατο έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά είτε συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας, είτε απλή σχέση εργασίας, ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει το ποσό των 18.666,66 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με βάση αποδοχές αυτού ύψους 4.000 ευρώ μηνιαίως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ/τος 164/2004, άλλως και επικουρικότερα ν' αναγνωρισθεί υποχρέωση αυτής να του καταβάλει το ίδιο ποσό (18.666,66 ευρώ) κατ' εφαρμογή των διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας, στο πλαίσιο της οποίας έχει νομολογηθεί ότι της αποζημίωσης καταγγελίας δικαιούται ο μισθωτός και επί άκυρης σύμβασης εργασίας (απλής σχέσης εργασίας), ως συμβαίνει και στις περιπτώσεις που λόγω συνταγματικών και άλλων περιορισμών δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ή έργου σε έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με το νόμιμο τόκο από της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής και στ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 19.750 ευρώ που αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2005 έως και 2007 και ν' αναγνωρισθεί περαιτέρω η υποχρέωση αυτής καταβολής του ποσού των 17.900 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008 έως 2010, με το νόμιμο τόκο από της δήλης ημέρας που κάθε επί μέρους τμηματική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία, μετά από ματαίωση της, συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 31.1.2014 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με εναγομένους (καθών η κλήση) το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικώς διάδοχο της καταργηθείσας στις 11 Ιουνίου 2013 αρχικώς εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ [άρθ. 2 παρ. 2 της με αριθ. ΟΙΚ ...2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Β του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2001 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012] και τον Γ.

Μ., ως (τότε) ειδικό διαχειριστή του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ, που προσελήφθη με την με αριθ. ΟΙΚ ...2013 όμοια Κ.Υ.Α (ΦΕΚ Β ...), εκδόθηκε η με αριθ. 2959/25.9.2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε στο σύνολό της ως μη νόμιμη την αγωγή τόσο ως προς τις κύριες, όσο και ως προς τις επικουρικές της βάσεις και αιτήματα, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις έργου του ενάγοντος με την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18.4.2001) που απαγορεύουν την ακόμη και με νόμο μονιμοποίηση των ούτω προσλαμβανομένων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου αυτών σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 3.7.2015 (αριθ. κατάθ. 4235/9.7.2015) έφεση αυτού, παραπονούμενος για την απόρριψη της αγωγής του καθόλα αυτής τα κεφάλαια. Ειδικότερα με τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης ο ενάγων παραπονέθηκε αντίστοιχα για την απόρριψη των επικουρικών βάσεων (πρώτης και δεύτερης) της αγωγής του σχετικά με την αξίωση καταβολής σε αυτόν της αποζημίωσης απόλυσης, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν είναι επιτρεπτή, λόγω των συνταγματικών και λοιπών απαγορεύσεων, η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων έργου αυτού σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις έργου του ενάγοντος με την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ που αυτός επικαλέσθηκε, καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρησή του (18.4.2001) που απαγορεύουν την ακόμη και με νόμο μονιμοποίηση των ως άνω προσλαμβανομένων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου αυτών σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ και, επί πλέον δεχόμενο ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος οι προϋποθέσεις του Π.Δ/τος 164/2004 (άρθ. 11 αυτού) για τον πιο πάνω χαρακτηρισμό, αφού κατά την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ενάγοντος χρόνος απασχόλησης διαρκείας 24 μηνών, εφόσον η αρχική του πρόσληψη έλαβε χώρα στις 2.10.2003, έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, ως προς τα ως άνω υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) αιτήματα αυτής, ν' αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική του πρόσληψη, άλλως από την πρώτη ανανέωση της σύμβασης αυτού, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης αυτής, να υποχρεωθεί η εναγομένη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής καταβολής μισθών υπερημερίας (βλ. 10ο φύλλο οπισθία σελίδα προσβαλλομένης) και συνακόλουθα απέρριψε τους περί του αντιθέτου (τρείς πρώτους) λόγους της έφεσης.

Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, προκύπτει ότι των επιδομάτων εορτών και αδείας δικαιούνται από το νόμο και οι εργαζόμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας, που συνδέονται με τον εργοδότη με απλή σχέση εργασίας.

Στη συνέχεια , αφού κατά παραδοχή σχετικού λόγου (τέταρτου) έφεσης εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή (και) ως προς το κεφάλαιο καταβολής στον ενάγοντα επιδομάτων εορτών και αδείας, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικάζοντας την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσία και α) αναγνώρισε ότι το πρώτο των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικώς διάδοχο της αρχικά εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ, οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα - εκκαλούντα, που συνδεόταν με την αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ με απλή σχέση εργασίας για τους εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους, το συνολικό ποσό των 17.900 ευρώ για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2008 έως 2010 και β) υποχρέωσε αυτό υπό την προμνησθείσα ιδιότητά του να καταβάλει στον ενάγοντα - εκκαλούντα για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2005 έως και 2007 το συνολικό ποσό των 18.510 ευρώ, όλα δε τ' ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία μνεία γίνεται σχετικά με το κεφάλαιο της αγωγής για την αναγνώριση αξίωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης στον ενάγοντα ύψους 18.666,66 ευρώ, στο πλαίσιο τυχόν συνδέουσας αυτόν με την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ απλής σχέσης εργασίας, κατά τα ειδικότερον διαλαμβανόμενα με την πρώτη και την δεύτερη επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής, ούτε γίνεται οιαδήποτε αναφορά στους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών - ενάγων παραπονείτο ειδικά για την απόρριψη των επικουρικών βάσεων της αγωγής του ως μη νόμιμων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και επί των ζητημάτων αυτών, αφού δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του ενάγοντος - εκκαλούντος δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004 είναι αβάσιμος, διότι η σχετική κρίση της προσβαλλομένης απόφασης συναρτάτο μόνο με την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος για τον εφεξής χαρακτηρισμό της συνδέουσας τον ενάγοντα με την ΕΡΤ ΑΕ σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής, κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004) ο ενάγων δεν είχε συμπληρώσει τον αναγκαίο χρόνο απασχόλησης των είκοσι τεσσάρων μηνών, αφού η αρχική του πρόσληψη είχε λάβει χώρα στις 2.10.2003 (βλ. 11ο φύλλο προσβαλλόμενης) και δεν συναρτάτο με την δυνατότητα εφαρμογής ή μη του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ/τος 164/2004 (το οποίο αναφέρεται διηγηματικά στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης - βλ.

φύλλο 7ο οπισθία σελίδα προσβαλλόμενης) στη συγκεκριμένη περίπτωση ή με τη δυνατότητα εφαρμογής ή μη της κοινής εργατικής νομοθεσίας ως προς την αποζημίωση απόλυσης στην απλή σχέση εργασίας, λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση με το να μην λάβει υπόψη της τους προταθέντες πέμπτο και έκτο λόγους έφεσης που κατά τ' ανωτέρω είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης απόλυσης υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και παράλληλα με το να μην αποφανθεί επί της πρώτης και δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής, που εισήγαγαν ιδιαίτερο κεφάλαιο στην ανοιγείσα με την αγωγή δίκη και που μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο με τους λόγους αυτούς, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως κατά παραδοχή του τρίτου από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης ως βάσιμου, παρελκούσης της έρευνας των από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης περί εσφαλμένης μη εφαρμογής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ/τος 164/2004 και των διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας αντίστοιχα, πρέπει ν' αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς τις μη ερευνηθείσες επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση αξίωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 16.2.2018 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" και Γ. Μ. και την από 14.2.2018 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του Ιωάννη Δάρρα, κατά της υπ' αριθ.4738/13.10.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Γ. Μ., ως πρώην ειδικό διαχειριστή του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16.2.2018 αίτησης αναίρεσης ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν.

Απορρίπτει την από 16.2.2018 αίτηση αναίρεσης ως προς το πρώτο των αναιρεσειόντων Ελληνικό Δημόσιο.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Δέχεται την από 14.2.2018 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί κατά ένα μέρος την ως άνω υπ' αριθ. 4738/13.10.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα ως προς τα κεφάλαια που περιέχονται στις μη ερευνηθείσες επικουρικές βάσεις της ένδικης αγωγής για την αναγνώριση αξίωσης καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ