Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
19/2012 AI generated

19/2012 · 19/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 19/2012
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 19 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 19/2012

Απόφαση 19 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της σύμβασης εργασίας με δήλωση παραίτησης του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη, παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αόριστου χρόνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα.

Αριθμός 19/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. Π. Ψ., κατοίκου ... και 3. Ι. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Δάρμαρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2515/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 763/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-1-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 10-5-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 14 παρ,1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξ άλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή τον διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση της ΑΚ 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους. Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ. προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις ... . (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις (παρ. 1). Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημίσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτής χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) είναι ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας. Στην εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο "ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΉΣ", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με εκδότη διευθυντή τον δεύτερο εναγόμενο (και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), καταχωρήθηκαν στα φύλλα της 16-5-1999, της 23-5-1999 και 27-6-1999 τρία δημοσιεύματα από την τρίτη των εναγομένων (και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη), δημοσιογράφο, που αναφέρονταν μεταξύ άλλων και στο πρόσωπο του ενάγοντος. Συγκεκριμένα στην πρώτη σελίδα του φύλλου της 16-5-1999 με τίτλο "Η συμμορία της Πεντέλης-Εμπρηστές δασών και καταπατητές γης" δημοσιεύθηκε κείμενο, υπογεγραμμένο από την τρίτη εναγομένη, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Για σωρεία κακουργημάτων κατηγορείται σπείρα οικοπεδοφάγων, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών και στην οποία μετέχουν μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και υποθηκοφύλακες. Η σπείρα ,σύμφωνα με το πόρισμα εξονυχιστικής έρευνας που διενήργησε ο Εισαγγελέας κ. Η. Κολιούσης, προετοίμασε και εξετέλεσε σχέδιο καταπάτησης 2500 στρεμμάτων στην Πεντέλη. Στην συνέχεια τα πούλησε ως οικόπεδα, προτού ακόμα σβήσουν τα αποκαΐδια μεγάλης πυρκαγιάς που είχε κατακαύσει την περιοχή. Είναι προφητικό αλλά και αποκαλυπτικό εν προκειμένω έγγραφο του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Αθηνών κ. Γ. Κολιοκώστα, το περιεχόμενο του οποίου φέρνει σήμερα στην δημοσιότητα "ΤΟ ΒΗΜΑ". Σύμφωνα με το έγγραφο οι εμπρησμοί των δασών είναι έργο οργανωμένων εγκληματικών ομάδων με ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς επαγγελματίες κακοποιούς". Στις σελίδες Α 48-50 υπάρχει άρθρο με τίτλο " Η συμμορία της Πεντέλης-Αυτοί είναι οι εμπρηστές" και υπότιτλο "Για πρώτη φορά στα χέρια της δικαιοσύνης ηθικοί αυτουργοί πυρπόλησης των δασών-σπείρα, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος και όπου μετέχουν, μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και υποθηκοφύλακες κατηγορείται για σωρεία κακουργημάτων" στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Για πρώτη φορά καταπατητές-ηθικοί αυτουργοί πυρπόλησης των δασών στα χέρια της δικαιοσύνης! Σπείρα οικοπεδοφάγων, της οποίας ηγείται μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών και όπου μετέχουν μηχανικοί, συμβολαιογράφοι και ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας κατηγορείται για σωρεία κακουργημάτων καθώς: Με πρωτοφανείς παρανομίες προετοίμασαν και εκτέλεσαν στη συνέχεια σχέδιο καταπάτησης έκτασης 2,500 στρεμμάτων στην Πεντέλη που πωλήθηκε σε οικόπεδα προτού ακόμη σβήσουν τα αποκαΐδια μεγάλης πυρκαϊάς που μετέτρεψε σε κρανίου τόπο την περιοχή! "ΤΟ ΒΗΜΑ" ανοίγει σήμερα τον φάκελο των ηθικών αυτουργών των πυρκαϊών και φέρει στο φως το αποκαλυπτικό και συγκλονιστικό ως προς το περιεχόμενο του πόρισμα εξονυχιστικής έρευνας που πραγματοποίησε ο εισαγγελεύς κ. Η. Κολιούσης, εμπειρότατος στη δίωξη και αποκάλυψη καταπατητών, ο οποίος προχώρησε στον εντοπισμό και στη σύλληψη (για πρώτη φορά) οικοπεδοφάγων - ηθικών αυτουργών εμπρησμού των δασών μας. Οι διώξεις εις βάρος τους είναι ήδη γεγονός και είναι βαρύτατες, σε βαθμό κακουργήματος και σε συνδυασμό με το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/50). Πρωτοφανείς οι μεθοδεύσεις που περιγράφονται λεπτομερώς στο εισαγγελικό πόρισμα για το πώς τα δάση γίνονται οικόπεδα αφού πρώτα παραδοθούν στις φλόγες! Οι απάτες διαδέχονται η μία την άλλη και πρόσωπα ανωτέρω πάσης υποψίας (συμβολαιογράφοι, υποθηκοφύλακες κ.α.) πρωτοστατούν στα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος". "Οικόπεδοφάγοι, ηθικοί αυτουργοί της πυρπόλησης των δασών και της εξαφάνισης του δασικού πλούτου της χώρας, για πρώτη φορά, έχουν πρόσωπο. Έχουν ταυτότητα και ονοματεπώνυμο ... Με κινήσεις μικροχειρούργου, ο εισαγγελέας Κολιούσης, με εντολή του προϊσταμένου του κ. Γ. Κολιοκώστα, κατόρθωσε να αποκαλύψει πρωτοφανείς μεθοδεύσεις της σπείρας των καταπατητών, στην οποία τον πρώτο ρόλο διαδραμάτισε μεγαλοδικηγόρος των Αθηνών με τη συνεπικουρία μεγαλοσυμβολαιογράφου, ενώ στις παρανομίες πρωταγωνιστής υπήρξε ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας (εκεί ανήκει η Πεντέλη) Π. Σ. (ενάγων). Άπαντες διώκονται ποινικώς για σωρεία κακουργημάτων και σε συνδυασμό με τον νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος! Αλλά ας πάρουμε τα γεγονότα με την σειρά, έτσι όπως λεπτομερώς ιστορούνται στο εισαγγελικό πόρισμα, αποτέλεσμα πολύμηνης και κοπιαστικής έρευνας του Εισαγγελέα ...". Αφού παρουσιάζεται το ιστορικό της υπόθεσης με αναφορά στη δράση της δικηγόρου Μ. Π.-Θ., το κείμενο συνεχίζει "Η Π. δεν παραιτήθηκε ωστόσο της προσπάθειας και της έκνομης δραστηριότητας ... Αυτή τη φορά δεν προσέφυγε στο δικαστήριο, ούτε ισχυρίστηκε ότι το συμβόλαιο ήταν καμμένο. Έκανε κάτι καλύτερο και πιο παράνομο. Πλησίασε τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας (υπηρετεί ακόμη) Π. Σ., στον οποίο, όπως σημειώνει ο κ. Κολιούσης, "η πολιτεία του εμπιστεύτηκε την διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών" και τον έπεισε (έναντι ποίου ανταλλάγματος;) να μεταγράψει το 1995 το συμβόλαιο του 1936!! Και ο υποθηκοφύλακας το έκανε! (αποδεικνύεται από τις πραγματογνωμοσύνες δύο γραφολόγων, των Ι. Μ. και Χ. Κ.) ...". Στην σελίδα Α-50 του ως άνω φύλλου υπάρχει άρθρο με τίτλο "Ποιοί θα καθίσουν στο σκαμνί" και υπότιτλο "Το κατηγορητήριο" στο κείμενο του οποίου αναφέρονται,μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Τα κακουργήματα βροχή και τα αδικήματα σωρεία. Ο μισός Ποινικός Κώδικας αναφέρεται στο "δια ταύτα", του συγκλονιστικού, ως προς το περιεχόμενο, πορίσματος του Εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση, που αποκάλυψε για πρώτη φορά σπείρα επαγγελματιών κακοποιών, ηθικών αυτουργών εμπρησμών της Πεντέλης ... Ο δεύτερος μεγάλος κατηγορούμενος είναι ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας Π. Σ.. Πρόσωπο κλειδί στην κομπίνα καν με καθοριστικό ρόλο στην δράση της σπείρας για άμεση οικοπεδοποίηση των καμμένων. Είναι ο άνθρωπος που μετέγραψε εν έτει 1995 πλαστό συμβόλαιο (όπως αποδείχθηκε) του 1936, έναντι αδράς αμοιβής. Η κατηγορία σε βάρος του βαρύτατη. Πλαστογραφία με χρήση με σκοπό το όφελος κακουργηματικής μορφής και. σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/1950) ..." Στο φύλλο της 23-5-1999 της ίδιας δημοσιογράφου με τίτλο "Στα χέρια της Δικαιοσύνης η συμμορία της Πεντέλης" και υπότιτλο "Στον ανακριτή καλούνται για σωρεία κακουργημάτων οι εγκέφαλοι της σπείρας των οικοπεδοφάγων μετά τις αποκαλύψεις του Βήματος, στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα "... Συμμορίας, συγκροτούμενης από πολίτες ανωτέρω πάσης υποψίας, εξ αυτών ορισμένοι δημόσιοι λειτουργοί, που βαρύνονται με το καθήκον της διασφάλισης της δημόσιας περιουσίας και των συναλλαγών, καθώς μετά την ολοκλήρωση της επιτυχημένης εισαγγελικής έρευνας από τον Εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση, τώρα τον λόγο έχει ο ανακριτής ... Και ενώ η Π. σύντομα λογοδοτεί στη Δικαιοσύνη, βαρυνόμενη με σωρεία κακουργημάτων, παραλλήλως κινείται σε βάρος της και η πειθαρχική διαδικασία από τον Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο είναι μέλος. Πειθαρχικώς διώκεται άλλωστε ήδη και ο υποθηκοφύλακας - πλαστογράφος. Ο λόγος για τον πρωταγωνιστή της συμμορίας της Πεντέλης, υποθηκοφύλακα Κρωπίας Π. Σ., τον άνθρωπο που με τα μελανότερα χρώματα περιγράφει ο εισαγγελέας στο πόρισμα του. Τον δημόσιο λειτουργό που απεδείχθη ότι πλαστογράφησε το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και μετέγραψε εν έτει 1995 συμβόλαιο (το πλαστό) τη χρονιά που εφέρετο ότι συνετάγη. Το έτος 1936! Το συμβόλαιο που φέρει αριθμό .../36 μετεγράφη από τον Σ., που διέπραξε, όπως αναφέρεται στο εισαγγελικό πόρισμα, το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση και με σκοπό το όφελος σε συνδυασμό του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος (1608/50). Στον υποθηκοφύλακα-πλαστογράφο η πολιτεία (δυστυχώς) εμπιστεύτηκε τη διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών", όπως επισημαίνεται στο εισαγγελικό πόρισμα, αλλά ο δημόσιος λειτουργός διευκόλυνε τη σπείρα πλαστογραφώντας το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου έναντι αδράς αμοιβής, πλαστογραφία που απεδείχθη δίχως την παραμικρή αμφιβολία από τις πραγματογνωμοσύνες δύο γραφολόγων, των κκ. Ι. Μ. και Χ. Κ.. Και κάτι ακόμη. Ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας ανέλαβε να διεκπεραιώσει τη βρώμικη δουλειά, να μεταγράψει συμβόλαιο για το 1936., διότι τότε, τη δεκαετία του '30, η Πεντέλη υπαγόταν στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας! Τόσο μεθοδικοί και διαβασμένοι ήταν οι εγκέφαλοι της σπείρας, η δικηγόρος Π. και ο σκληρός πυρήνας του σωματείου "Μεγαλόχαρη", που επίσης διώκονται ποινικώς ...". Στο φύλλο της 27-6-1999, η ως άνω δημοσιογράφος καταχώρισε άρθρο με τίτλο "Στη φυλακή η συμμορία της Πεντέλης" και υπότιτλο "Συνεχίζονται οι ανακρίσεις για τους οικοπεδοφάγους-εμπρηστές", στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ οι αποκαλύψεις του τύπου επιβεβαιώνονται με τόσο απόλυτο τρόπο. Και οι αποκαλύψεις του "Βήματος" (16-5-1999) για τη σπείρα των καταπατητών-εμπρηστών μεγάλης έκτασης κομμένου δάσους στην Πεντέλη επιβεβαιώθηκαν μέχρι κεραίας. Ο ανακριτής που διαδέχθηκε τον εισαγγελέα Ηλ. Κολιούση έστειλε ήδη στον Κορυδαλλό δύο μέλη της συμμορίας. Η μεγαλοδικηγόρος της Αθήνας Μ. Θ.-Π. (εγκέφαλος της πρωτοφανούς απάτης) ήδη βρίσκεται στις φυλακές ενώ τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο συμβολαιογράφος Αθηνών Δ. Δ.. Για τον πρωταγωνιστή της κομπίνας, τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας, Π. Σ. (περιέργως ακόμη δεν έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, αν και ποινικώς διώκεται για σωρεία κακουργημάτων σε συνδυασμό με τον νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος) αναμένεται εντός των ημερών να αποφασίσει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, μια και ανακριτής και εισαγγελέας διαφώνησαν για την προφυλάκιση του (Η Μ. Θ.-Π.) Έναντι αδράς (;) αμοιβής έπεισε τον υποθηκοφύλακα Κρωπίας να μεταγράψει εν έτει 1995 συμβόλαιο καθ' ολοκληρία πλαστό που εφέρετο ότι είχε συνταχθεί το 1936 (!) και αποδείκνυε ότι το δάσος ήταν ιδιωτική έκταση και ανήκε στον Χ. Γ. ...". Και συνεχίζει το Εφετείο: Τα ως άνω δημοσιεύματα έγιναν με βάση το από 30-4-1999 πόρισμα της προκαταρκτικής εξετάσεως που διενήργησε, κατόπιν παραγγελίας του Προϊστάμενου της Εισαγγελίας Αθηνών Γ. Κολιοκώστα, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ηλίας Κολιούσης, σχετικά με υπόθεση που αφορούσε προσπάθεια καταπατήσεως μεγάλης εκτάσεως της Πεντέλης, που ανήκε στην Ιερά Μονή Πεντέλης, και την εν συνεχεία αυτής άσκηση ποινικής διώξεως για μία σειρά αδικημάτων σε βάρος των προσώπων που εμπλέκονταν στην υπόθεση, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο εισαγγελικό πόρισμα είχε προκύψει ότι η δικηγόρος Αθηνών Μ. Π.-Θ. από κοινού με τους Χ. Γ., Δ. Α., Μ. Φ., Ν. Β., Α. Α. και Α. Β. κατήρτισαν το έτος 1995 πλαστό δακτυλογραφημένο ακριβές αντίγραφο δήθεν του με αρ. .../1936 συμβολαίου που φερόταν ότι είχε δήθεν συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο Κρωπίας Αναστάσιο Στυλιανάκη και είχε μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Κρωπίας στις 3-12-1936 στον τόμο ... και με αρ. 319, με το οποίο εμφανιζόταν ο Γ. Γ. να έχει αγοράσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης τμήμα ακινήτου επιφανείας 1000 περίπου στρεμμάτων, ευρισκομένου στην Πεντέλη Αττικής. Στη συνέχεια το προσκόμισαν στον συμβολαιογράφο Αθηνών Δημήτριο Δημητρέλλο, προς τον οποίο ο Χ. Γ. εμφανίσθηκε ως δήθεν διάδοχος του πατέρα του Γ. Γ. και κύριος της ανωτέρω εκτάσεως, προκειμένου να συμφωνήσει για την μεταβίβαση αυτής με το με αρ. .../1995 προσύμφωνο πωλήσεως στους φερομένους ως δήθεν αγοραστές Δ. Α., Μ. Φ., Ν. Β., Α. Α. και Α. Β.. Αναφορικά με την συμμετοχή του ενάγοντος στην υπόθεση αυτή, το εισαγγελικό πόρισμα αναφέρει επί λέξει τα εξής: "έτσι κατάφερε (ενν. η δικηγόρος Μ. Θ.-Π.) και έπεισε τον Υποθηκοφύλακα Π. Σ. (στον οποίο η πολιτεία εμπιστεύτηκε την διαφύλαξη της ασφάλειας των συναλλαγών) και νόθευσε το σχετικό βιβλίο (δηλαδή τον υπ' αριθ. ... τόμο μεταγραφών στον αριθμό 314/3-12-1936), έτσι ώστε να φαίνεται, ότι το συμβόλαιο αυτό είχε μεταγραφεί ήδη από το 1936. Ειδικότερα από την από 8-4-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών γραφολόγων Ι. Δ. Μ. και Χ. Δ. Κ. προκύπτει ότι το βιβλίο ήταν νοθευμένο και ότι την νόθευση πραγματοποίησε δυστυχώς ο ίδιος ο υποθηκοφύλακας Π. Σ., προφανώς ύστερα από προτροπή της δικηγόρου Π.-Θ., η οποία είχε κάθε λόγο να θεωρηθεί γνήσιο το υπ' αριθ. 588/1936 συμβόλαιο που προαναφέρθηκε ... Η ανωτέρω δικηγόρος που ενεργούσε για λογαριασμό του σωματείου "Η ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ" και γνώριζε την πλαστότητα του συμβολαίου, αφού δεν ήταν δυνατόν να πείσει τον Ηγούμενο της Μονής Πεντέλης να το αναγνωρίσει ως γνήσιο, στράφηκε στον Υποθηκοφύλακα Κρωπίας από τον οποίο ζήτησε να νοθεύσει τον αντίστοιχο τόμο του 1936, έτσι ώστε να φαίνεται ότι είχε μεταγραφεί από τότε το συμβόλαιο που προαναφέρθηκε. Ο ανωτέρω υποθηκοφύλακας δυστυχώς δέχθηκε και νόθευσε τον υπ' αρ. .../1936 τόμο, έτσι ώστε να φαίνεται ότι το υπ' αριθ. .../1936 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Αναστασίου Σπηλιώτη είχε μεταγραφεί στον αριθμό ... στις 3-12-1936. Η αξία της έκτασης (που ανέκαθεν πριν καταστραφεί από την πυρκαϊά του 1995 ήταν δάσος πεύκης και δασική έκταση με πουρνάρια κλπ.) ξεπερνούσε το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου (1.000.000.000) δραχμών ...Υπάρχουν επίσης ενδείξεις σε βάρος του Υποθηκοφύλακα Κρωπίας για πλαστογραφία (νόθευση) σε βάρος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (δηλαδή της Ιεράς Μονής Πεντέλης) με σκοπό το όφελος και το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. (αρθ. 26 παρ.Ια, 27 παρ 1, 216 παρ. 3 Π.Κ. σε συνδ. με αρθ 1 παρ 1 Ν. 1608/1950, όπως αντικ με άρθρο 4 παρ 5 Ν. 1738/1987 αρθ 2 Ν. 1877/90, αρθ. 36 Ν. 2172/1993 και αρθ 4 παρ 3α Ν. 2408/1996) ...". Από τα επίμαχα δημοσιεύματα προκύπτει ότι τα γεγονότα που αναγράφονται σε αυτά πηγάζουν από το περιεχόμενο του ως άνω από 30-4-1999 εισαγγελικού πορίσματος και αναφέρονται σε αυτό (πόρισμα). Με αυτά (δημοσιεύματα) γίνεται επιλεκτική ανασκόπηση του ως άνω εισαγγελικού πορίσματος με συνδυασμό σχολίων και καυστικής επικρίσεως των ατόμων που περιλαμβάνονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ενάγων. Τα όσα αναγράφονται στα δημοσιεύματα αναφορικά με τον ενάγοντα, στο μέτρο που αυτά αποτελούν γεγονότα, πράγματι αναφέρονται σχεδόν στο σύνολο τους, στο εισαγγελικό πόρισμα.

Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ψευδών γεγονότων, στο μέτρο που αυτά περιλαμβάνονται στο εισαγγελικό πόρισμα, στο οποίο άλλωστε γίνεται συνεχώς αναφορά στα ανωτέρω δημοσιεύματα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα, ο ενάγων αποτελούσε ένα από τα πρόσωπα, τα οποία συνέπραξε σε ένα συνολικό εγκληματικό σχέδιο, το οποίο αποσκοπούσε στον αποχαρακτηρισμό καταστραφείσας από πυρκαιϊά δασικής έκτασης στην περιοχή Πεντέλης, μεγάλης αξίας, και την εν συνεχεία πώληση αυτής σε τρίτους καταπατητές. Για την συμμετοχή του ενάγοντος ασκήθηκε στη συνέχεια εναντίον του ποινική δίωξη για νόθευση εγγράφου, το οποίο ήταν εμπιστευμένο σε αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, με σκοπό το όφελος, βλάπτοντας την περιουσία ΝΠΔΔ (Ιερά Μονή Πεντέλης) και η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε υπερέβαινε τα 50.000.000 δραχμές. Η κατά το πόρισμα αποδιδομένη στον ενάγοντα εγκληματική ενέργεια (νόθευση της εγγραφής στο βιβλίο μεταγραφών) ήταν απολύτως αναγκαία για να επιτευχθεί ο αποχαρακτηρισμός και η πώληση δασικής εκτάσεως στην Πεντέλη, ενώ η απόδοση της νοθεύσεως στον ενάγοντα βασίσθηκε στο συμπέρασμα της από 8-4-1999 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δύο δικαστικών γραφολόγων, του Ι. Μ. και Χ. Κ..

Συνεπώς δικαιολογείται πληροίς στα ως άνω δημοσιεύματα ο χαρακτηρισμός του ενάγοντος ως "πρωταγωνιστή" ή ως "προσώπου-κλειδί" και με καθοριστικό ρόλο στην δράση της σπείρας στην ως άνω υπόθεση, για την απόδοση του ανωτέρω εγκληματικού σχεδίου. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι είχε συνταχθεί μία μόνο έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και όχι δύο, ως αναφέρεται στο δημοσίευμα (η δεύτερη από 4-3-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αφορούσε την εξ υπαρχής πλαστότητα του αντιγράφου του με αρ. .../1936 συμβολαίου και όχι την νόθευση της εγγραφής του οικείου βιβλίου μεταγραφών του υποθηκοφυλακίου Κρωπίας), όπως αβασίμως ισχυρίζεται στην έφεση του ο ενάγων, αφού η ως άνω από 8-4-1999 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που αφορούσε την συγκεκριμένη νόθευση υπογράφεται από δύο γραφολόγους που ορίσθησαν ως πραγματογνώμονες. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το πόρισμα αυτής ήταν εντελώς αναξιόπιστο είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η τρίτη των εναγομένων, δημοσιογράφος, στηριχθείσα στο ανωτέρω εισαγγελικό πόρισμα, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει την αξιοπιστία ή μη της ανωτέρω εκθέσεως. Περαιτέρω, ναι μεν η φράση "έναντι αδράς αμοιβής", που περιλαμβάνεται στα δημοσιεύματα και η οποία άλλοτε συνοδεύεται με ερωτηματικό και άλλοτε όχι, δεν περιέχεται, πράγματι, στο πόρισμα, μπορεί όμως να συναχθεί συμπερασματικά από τον "σκοπό προσπορισμού οφέλους", που είναι στοιχείο του αδικήματος που αποδίδεται στον ενάγοντα. Στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικό ότι στο 39° φύλλο του με αρ. 7/2000 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβούλιου Εφετών Αθηνών γίνεται σαφής μνεία "υποσχέσεων αμοιβής" της ως άνω δικηγόρου Μ. Θ.-Π. προς τον ενάγοντα, προκειμένου να δεχθεί αυτός να προβεί στην αλλοίωση της σχετικής ενδείξεως στον τόμο ... και με αριθμό εγγραφής 319 των παλαιών βιβλίων μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας του έτους 1936. Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε αντίστοιχες περιπτώσεις υπάρχουν εντονότατες υπόνοιες χρηματισμού των δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών προκειμένου να δεχθούν να προβούν σε ανάλογες έκνομες ενέργειες, οι οποίες (υπόνοιες) συνήθως δεν απέχουν από την πραγματικότητα, ανεξαρτήτως του ότι, λόγω της φύσεως της συναλλαγής, είναι σχεδόν αδύνατη η στοιχειοθέτηση, έστω και ενδείξεων τελέσεως του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας.

Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι η ως άνω αναφορά έγινε από την τρίτη των εναγομένων εν γνώσει της αναλήθειάς της και επομένως αυτή δεν είναι συκοφαντική. Εξ άλλου η χρήση της λέξεως "δυστυχώς" που χρησιμοποιεί δύο φορές ο εισαγγελικός λειτουργός στο πόρισμα του, αναφερόμενος στην φερομένη εγκληματική δράση του ενάγοντα, δικαιολογεί την κρίση της συντάκτριας των επίμαχων δημοσιευμάτων ότι η συμμετοχή του ενάγοντος περιγράφεται στο πόρισμα "με τα μελανότερα χρώματα". Βέβαια στα προαναφερόμενα δημοσιεύματα υπάρχουν κάποιοι έντονοι χαρακτηρισμοί και μειωτικές εκφράσεις που αφορούν τα εμπλεκόμενα στην ανωτέρω υπόθεση πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνεται και ο ενάγων ("εμπρηστές - οικοπεδοφάγοι" "υποθηκοφύλακας πλαστογράφος"), αλλά από το όλο περιεχόμενο και το ύφος των κειμένων προκύπτει ότι με αυτά ασκείτο οξεία κριτική με δυσμενείς χαρακτηρισμούς στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα οποία ασκούσαν έργα δημοσίου ενδιαφέροντος, προκειμένου να στιγματισθεί ένα τόσο σοβαρό περιστατικό. Η ως άνω κριτική κρίνεται από το Δικαστήριο θεμιτή, εν όψει της προαναφερθείσας ιδιότητας των εμπλεκομένων προσώπων και ειδικότερα του ενάγοντος, και της ιδιαίτερης απαξίας των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών, που αφορούσαν ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος και ειδικότερα το ευαίσθητο ζήτημα της προστασίας του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων στην περιοχή Πεντέλης που είχαν καταστραφεί, λόγω πυρκαϊάς, από επίδοξους καταπατητές. Μάλιστα στα ως άνω δημοσιεύματα ρητώς αναγράφεται ότι "η δικογραφία έχει πάρει το δρόμο της. Ο ανακριτής έχει τώρα το λόγο ... Στον ανακριτή καλούνται για σωρεία κακουργημάτων ... Συνεχίζονται οι ανακρίσεις για τους οικοπεδοφάγους - εμπρηστές"), με συνέπεια να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία στον αναγνώστη ότι η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ποινικής προδικασίας και ο ενάγων δεν έχει καταδικασθεί, αλλά ότι κατηγορείται. Το ότι στο ένα από τα ως άνω δημοσιεύματα γίνεται λόγος ότι ο ενάγων διώκεται "ποινικώς για σωρεία κακουργημάτων σε συνδυασμό με το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου χρήματος", ενώ η απαγγελθείσα κατηγορία σε βάρος αυτού αφορούσε μία μόνο πράξη σε βαθμό κακουργήματος, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω κρίση, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων στην έφεση του, διότι η ως άνω αναφορά αποτελεί προφανώς σφάλμα από παραδρομή, εν όψει του αριθμού των εμπλεκομένων στην όλη υπόθεση προσώπων, γεγονός που συνάγεται από το ότι λίγο πιο κάτω, στο κείμενο του ίδιου δημοσιεύματος (όπως και στα προηγούμενα) περιγράφεται σαφώς η αποδιδόμενη με το εισαγγελικό πόρισμα εγκληματική σε βαθμό κακουργήματος συμπεριφορά του ενάγοντος, που αφορά μία πράξη και συνεπώς ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί για ποια πράξη κατηγορείται ο ενάγων. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα στα ως άνω δημοσιεύματα γεγονότα στοιχειοθετούν συκοφαντικά για τον ενάγοντα περιστατικά (αρθ. 363 Π.Κ.). Περαιτέρω η δημοσίευση των ανωτέρω κειμένων, αφ' ενός μεν έγινε από εύλογο και δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, κατ' ενάσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος μεταδόσεως πληροφοριών και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού της ανωτέρω εφημερίδας για γεγονός μείζονος ενδιαφέροντος, όπως το κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα της προστασίας του δασικού χαρακτήρα εκτάσεων που είχαν καταστραφεί από πυρκαϊά στην περιοχή Πεντέλης από επίδοξους καταπατητές, και μάλιστα από την εγκληματική δραστηριότητα δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, που κατείχαν σημαντικές θέσεις και προς σχολιασμό αυτών, όπως ήδη προαναφέρθηκε, αφ' ετέρου δε, δεν αποσκοπούσε ειδικώς στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος, ως αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής του αξίας, Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνάγεται και από το ότι λίγες ημέρες μετά τα ανωτέρω δημοσιεύματα, καταχωρήθηκε στις 21-7-1999 στην εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" λεπτομερές δημοσίευμα από την εξετασθείσα ως μάρτυρα δημοσιογράφο Δέσποινα Μπρούσαλη, κατόπιν προηγουμένως συνεννοήσεως αυτής με την τρίτη εναγομένη, δημοσιογράφο, με τίτλο "υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου έκανε την πλαστογραφία στο βιβλίο και υπέρτιτλο "Π. Σ." (ενάγων) όπου περιέχονται όλοι οι προβληθέντες από τον ενάγοντα υπερασπιστικοί ισχυρισμοί, ότι στην ανωτέρω νόθευση του σχετικού τόμου με αρ. ... του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας προέβη συγκεκριμένη υπάλληλος της ως άνω υπηρεσίας, η οποία εργαζόταν εκεί με παράλληλη αντίκρουση από τον ενάγοντα του πορίσματος της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναφορά σε τεχνική έκθεση, ορισθέντων από τον ίδιο τεχνικών συμβούλων. Μάλιστα στην ως άνω εφημερίδα δημοσιεύθηκαν στην συνέχεια στις 21-6-2000, 26-6-2000 και 27-6-2000 αναλυτικά και λεπτομερή δημοσιεύματα από την διεξαχθείσα δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπου ήταν κατηγορούμενος και ο ενάγων, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση που χαρακτήρισε τον ενάγοντα "ως το τραγικότερο θύμα αυτής της υποθέσεως" και στην τελική απαλλακτική για τον ενάγοντα δικαστική κρίση. Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου τούτου και συγκεκριμένα του εφέτη Γεώργιου Σακκά, ο οποίος κατά τα λοιπά συντάσσεται με τα όσα προαναφέρθηκαν, σε πολλά σημεία, αλλά και στους τίτλους των ως άνω δημοσιευμάτων η επανειλημμένη χρήση των λέξεων "συμμορία " και "σπείρα" στην οποία ως μέλος αναφέρεται ο ενάγων, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού ως κατηγορούμενου, υπερβαίνει το αντικειμενικό αναγκαίο μέτρο για την στηλίτευση της εγκληματικής δραστηριότητας του ενάγοντος, όπως αυτή περιγράφεται στο ως άνω εισαγγελικό πόρισμα, και χρησιμοποιήθηκε από την τρίτη εναγόμενη, έμπειρη δημοσιογράφο, με σκοπό την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, οι ως άνω αναφορές του ενάγοντος ως μέλους "συμμορίας" και "σπείρας" συνιστούν οξεία έκφραση της φερόμενης ως τελεσθείσας από τον ενάγοντα εγκληματικής συμπεριφοράς εν όψει του αριθμού των εμπλεκομένων στην ως άνω υπόθεση προσώπων, του επιδιωκόμενου από αυτούς σκοπού και της βαρύτητας των αποδιδόμενων σε αυτούς κατηγοριών, όπως τους αποδίδονται με το προαναφερόμενο εισαγγελικό πόρισμα, η οποία ουσιαστικά περιγράφει με μία λέξη (βλ. και άρθρο 187 Π.Κ. όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο) την εγκληματική δραστηριότητα της ως άνω ομάδας προσώπων που φέρεται ότι εμπλέκεται στην υπόθεση αυτή και συνακόλουθα του ενάγοντος με συνέπεια να μην υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο. Άλλωστε κατά την ως άνω κρατήσασα γνώμη από την ανάγνωση των επίμαχων δημοσιευμάτων δεν διακρίνεται υποκειμενική, κακόβουλη διάθεση της συντάκτριας αυτών που να τείνει στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος. Τέλος το γεγονός ότι με την με αριθμό 1926/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο ενάγων κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξεως για την οποία διώχθηκε με το σκεπτικό ότι στην πράξη αυτή προέβη υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου και όχι ο ενάγων, δεν μπορεί, κατά την ομόφωνη, περί τούτου κρίση του Δικαστηρίου να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ούτε από το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί οιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στον δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, έστω και υπό την μορφή της ελαφράς αμέλειας, διότι όση επιμέλεια και αν κατέβαλαν αυτοί κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούσαν να υπερκεράσουν την εισαγγελική αρχή για να διαπιστώσουν τελικά την ύπαρξη ή μη ευθύνης του ενάγοντος για την αποδιδομένη σε αυτόν αξιόποινη πράξη. Χαρακτηριστικό της έλλειψης υπαιτιότητας, αλλά και των σοβαρών στοιχείων σε βάρος του ενάγοντος είναι και το γεγονός ότι για την πράξη που του αποδόθηκε με το εισαγγελικό πόρισμα και για την οποία του απαγγέλθηκε κατηγορία από τον ανακριτή, διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση με το με αρ. 4003/1999 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που ήρε την διαφωνία μεταξύ Ανακριτή και Εισαγγελέα ως προς το ζήτημα αυτό, μετά την απολογία του ενάγοντος, ότι αίτηση αντικαταστάσεως της προσωρινής κρατήσεως αυτού με περιοριστικούς όρους απορρίφθηκε με την με αρ. 575/1999 διάταξη του 9ου Ειδικού Ανακριτή Αθηνών, ότι αυτός παραπέμφθηκε για την ως άνω σε βαθμό κακουργήματος πράξη με το προαναφερθέν με αρ. 7/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και ότι διατάχθηκε η εξακολούθηση της κρατήσεως του για ένα εξάμηνο ακόμη με το με αρ. 101/2000 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή του παραδεκτώς πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί συνδρομής δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, τον οποίο επανέφεραν αυτοί με τις προτάσεις τους ενώπιον του και δέχθηκε παράλληλα ότι τα ως άνω δημοσιεύματα έγιναν χωρίς σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσείοντος και δεν ήταν συκοφαντικά, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμιά από τις προ διαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και ειδικότερα τα περί της μη συνδρομής εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο (ΑΚ 57 και 59) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, η οποία (έλλειψη) αποκλείει την εφαρμογή τους στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει μόνο τις παραδοχές που εκτίθενται αποσπασματικά, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγους της αίτησης, αλλά, πέραν τούτων, και όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες (οι οποίες δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο), από όλες δε τις παραδοχές αυτές, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη έχει, όπως προελέχθηκε, πληρότητα (επάρκεια) και σαφήνεια αιτιολογιών, που στηρίζουν πλήρως και επαρκώς το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της. Συγκεκριμένα, σαφώς το εφετείο εξετάζει και τους μη αναφερόμενους στο εισαγγελικό πόρισμα ισχυρισμούς, στο μέτρο που αυτοί αποτελούν γεγονότα και αποφαίνεται ότι η συντάκτρια αυτών δημοσιογράφος δεν τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους, αποκλείοντας παράλληλα τις περιεχόμενες στην ιστορική βάση της συκοφαντικής δυσφημήσεως βάσεις της δυσφημήσεως και εξυβρίσεως. Επίσης, οι αναφερόμενες σε ανεπαρκή αιτιολογία αιτιάσεις, συνδεόμενες μόνον με επιλεκτικές και αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, εφόσον δεν προσδιορίζονται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχονται για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, δεν επιδρούν επί του σαφώς διατυπούμενου αποδεικτικού πορίσματος του εφετείου, ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως και παράλληλα (κατ' αποδοχή της επαναφερθείσης ενώπιον του ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων), ότι τα αναφερόμενα στα δημοσιεύματα περιστατικά και λοιπές δυσμενείς κρίσεις έγιναν από την τρίτη αναιρεσίβλητη δημοσιογράφο από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και χωρίς ειδικό σκοπό εξυβρίσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει, όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την παραδοχή του ότι "σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα ο ενάγων αποτελούσε ένα από τα πρόσωπα τα οποία συνέπραξε σε ένα συνολικό εγκληματικό σχέδιο", παραμόρφωσε κατά τούτο το περιεχόμενο της εισαγγελικού πορίσματος. Προφανές είναι ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαγνωστικού σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, με την έννοια του λάθους αναγνώσεως του κειμένου του εισαγγελικού πορίσματος, το οποίο κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρεσείοντα μέρος περιέχεται στις αιτιολογίες της, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του, με τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

Επειδή ο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη προταθέντων ουσιωδών πραγμάτων δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Εν προκειμένω με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, καταλογίζεται στο εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τους οποίους εξέφρασε παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση συκοφαντικής δυσφημήσεως ως προς τους θεμελιωτικούς της αγωγής του ισχυρισμούς 1) ότι μετέχει σε σπείρα-συμμορία καταπατητών γης και εμπρηστών δασών και 2) ότι έχει ήδη αποδειχθεί η διπλή κατηγορία ότι ο ίδιος πλαστογράφησε το βιβλίο μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κρωπίας και μετέγραψε το έτος 1995 το υπ' αριθμ. .../1936 συμβόλαιο. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως, εκτιμώμενους ενιαίως κατά τη σχετική παραδοχή του και τους απέρριψε με την παραδοχή ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία με την μορφή συκοφαντικής δυσφημήσεως. Σε κάθε περίπτωση, τον μεν πρώτο ισχυρισμό ρητά το εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε με την παραδοχή ότι με βάση τα αναφερόμενα στο εισαγγελικό πόρισμα, δικαιολογείται πλήρως ο χαρακτηρισμός στα άνω δημοσιεύματα ως προσώπου-κλειδί με καθοριστικό ρόλο στη δράση της σπείρας, τον δε δεύτερο απέρριψε εμμέσως πλην σαφώς με την παραδοχή ότι ο αναγνώστης των δημοσιευμάτων μπορούσε να αντιληφθεί για ποια πράξη κατηγορείται ο αναιρεσείων. Συνακόλουθα αβάσιμος είναι και ο όγδοος λόγος του αναιρετηρίου περί ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα "επιχειρήματα" του αναιρεσείοντος.

Με τον δέκατο τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, διότι με την απόρριψη της αγωγής του " του στέρησε την αποτελεσματική προστασία της προσωπικότητας και της ιδιωτικής του ζωής". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων της πιο πάνω διάταξης, πλήττεται η κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων, από το δικαστήριο της ουσίας. Πέραν των πιο πάνω παραδοχών, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ αποτελεί ουσιαστική διάταξη, η οποία μπορεί, σε περίπτωση παραβίασης της να ελεγχθεί με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 346/2009, ΑΠ 345/2009). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου δε, το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για τη διάταξη του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ αναφέρεται στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, και προβλέπει στην παράγραφο 1, πως κάθε πρόσωπο δικαιούται στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Η προστασία, την οποία εξασφαλίζει η πιο πάνω διάταξη ισχύει και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν πράξεις ιδιωτικών προσώπων. Παράλληλα, το άρθρο 10 της ίδιας σύμβασης προστατεύει την ελευθερία έκφρασης, δηλαδή κατά, τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα, την ελευθερία γνώμης, λήψης και μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, με την πρόβλεψη, περαιτέρω, πως η άσκηση της ελευθερίας αυτής είναι δυνατόν να υπαχθεί σε όρους. Περιορισμούς και κυρώσεις που αποτελούν το αναγκαίο μέτρο, εκτός των άλλων, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων. Το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης περιλαμβάνει "την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών". Έχει κριθεί, πώς η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ένα από τά σπουδαιότερα θεμέλια σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, μία από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις για την εξέλιξη της και την ολοκλήρωση του ανθρώπου. Είναι σημαντική όχι μόνο για τις "πληροφορίες" ή "ιδέες" που γίνονται δεκτές ευνοϊκά ή θεωρούνται αβλαβείς ή αδιάφορες, αλλά και γι' αυτές που προσκρούουν, δυσαρεστούν ή ανησυχούν το Κράτος ή ένα οποιοδήποτε μέρος του πληθυσμού. Αυτό θέλει ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος χωρίς την οποία δεν υπάρχει "δημοκρατική κοινωνία" (Απόφαση Handyside της 7ης Δεκεμβρίου 1976 Σειρά Aαρ 24 σελ. 23 παρ. 49 δε D GOMIEN, D. HARRIS. L. ZWAAK: Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης και Πρακτική μτφρ. Εφη Τσατσαρέλη Παπαζήση. Αθήναι 2001 σελ. 433) Ειδικότερα, ως προς τον τύπο, είναι βέβαιο, πως η λειτουργία μιας εφημερίδας συνίσταται στο να δημοσιεύσει πληροφορίες, ιδέες και σχόλια. Η ελευθερία του τύπου προσφέρει στην κοινή γνώμη έναν από τους καλύτερους τρόπους για να γνωρίσει και να κρίνει. Χρειάζεται, όμως να γίνει προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε γεγονότα και αξιολογικές κρίσεις... για τις αξιολογικές κρίσεις η απαίτηση για απόδειξη της ακριβείας τους δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και υπονομεύει την ίδια την ελευθερία της γνώμης, θεμελιώδες στοιχείο του δικαιώματος που προστατεύεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης (Απόφαση Lingens της 8ης Ιουλίου 1986 Σειρά Α' αρ. 103 σελ. 28 παρ. 46 σε όπ. παρ. σελ. 449). Άλλωστε, ο ρόλος του τύπου, ως προστάτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι ζωτικός στην λειτουργία της δημοκρατίας. Η ανεμπόδιστη λειτουργία του τύπου εγγυάται την υγιή λειτουργία της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων των πολιτών για πληροφόρηση και την ανεμπόδιστη διακίνηση των ιδεών (Sunday Times v.UK (No1 ) A30 (1979).2 EHRR 245 para 65 PC, Sunday Times vUK (No2)A 217 (1991) 14 EHRR 229 para 50 PC, Jersild v.Denmark A. 298 19 EHRR 1 Para 35, Goodwin v.UK 1996-II. 23 EHRR 123 para 39 GC. Vides Aisavrzibas Klubs v. Lithuania, Judgment of 27 May 2004, para 24.Ozgur Radgo-Ses Radjo Televizyon Vapim Ve Tauitim AS v Turkey hudoc (2006) para 78, News Verlags Gm 3 Hand Co KGV v. Austria 2000-1.31 EHRR 246 para 56 βλ. Για τα παραπάνω Yonaka Arai σε Oboyle and Warbrick: Law of the Eyropean Convention on Human Rights Oxford University Press, New York 2009. Κατά ταύτα, και με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όσα ήδη έγιναν δεκτά, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την κακή ερμηνεία και παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων της ΕΣΔΑ. Μετά απ' αυτά, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, η τελευταία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, για τους λόγους που προπαρατέθηκαν, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (αρθρ. 176, 180, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.1.2008 αίτηση του Π. Σ. προς αναίρεση της με αριθμό 763/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ