Legislator Case Law & Legislation
19/2008 AI generated

19/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 19/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

19/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την ως άνω αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης (άρθρο 224 παρ.2 ΚΠολΔ), εξέθεσαν, ότι η θεία τους και άμεση δικαιοπάροχος αυτών Γ1, πρώην χήρα Γ2, αποβίωσε στις 20-9-1993 και με την από ..........

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 19 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 19/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φαρμάκη, ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2 ,οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρέμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2000 προδικαστική, 40/2005 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 29-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των 40/2005 και 6/2000 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, επί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, στηριζόμενης σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, για το ορισμένο αυτής ,δεν απαιτείται να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο έγινε κύριος ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος. Εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει ,με τις προτάσεις της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της υποθέσεως, την κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος , τότε ο ενάγων υποχρεούται , κατ'επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας πρώτης συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι αναγκαίο, ενόψει των προβαλλομένων από τον εναγόμενο αμφισβητήσεων, και τον τρόπο κτήσης από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του εωσότου φθάσει σε εκείνον που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, όπως η χρησικτησία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του .[άρθρο 1051 Α.Κ.].

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 64 και 65 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, οι διατάξεις των ν.8 Κωδ. (7.39) και 9 παρ.1Πανδ.( 50. 14) του προϊσχύσαντος ΒΡ δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται καλόπιστη νομή επί μία τριακονταετία, εφαρμόζονται στη χρησικτησία που άρχισε πριν την ισχύ του ΑΚ, όταν με το συνυπολογισμό του χρόνου πριν από τον ΑΚ υπολείπεται για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης τριακονταετίας χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, ενώ αν, αντιθέτως, υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος θα εφαρμοστεί ο ΑΚ και η καθοριζόμενη από αυτόν εικοσαετία θα αρχίσει από την ισχύ αυτού , ήτοι από 23-2-1946.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης από 20-1-1997 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και του αδελφού τους Ζ1, στη θέση του οποίου είχαν υπεισέλθει κατά τη δίκη στο Εφετείο, μετά τον κατά την 11-2-2001 επισυμβάντα θάνατο αυτού, η σύζυγός του ........ και η θυγατέρα του Ζ2, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, οι οποίες δεν είναι διάδικοι, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την ως άνω αγωγή τους, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις τους της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης (άρθρο 224 παρ.2 ΚΠολΔ), εξέθεσαν, ότι η θεία τους και άμεση δικαιοπάροχος αυτών Γ1, πρώην χήρα Γ2, αποβίωσε στις 20-9-1993 και με την από ..........

ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλειπε σ' αυτές, κατ' ισομοιρία, τα αναφερόμενα στην αγωγή δώδεκα αγροτικά και αστικά ακίνητα, κατά το ανήκον στην κυριότητά της ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες και αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία με την υπ' αριθμ.......... πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Δόμνας Σπηλιοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι στη συγκυριότητα της άνω δικαιοπαρόχου τους είχαν περιέλθει τα ακίνητα αυτά από κληρονομία, δυνάμει της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της Γ2, που αποβίωσε το έτος 1939 στην Αίγυπτο, στην οποία ( κληρονομία) αυτή υπεισήλθε με ενεργό ανάμειξη και από τότε νεμόταν , κατά το ιδανικό της μερίδιο, τα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου μετά τις 23-2-1946 και μέχρι το θάνατό της, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις διαχείρισης και φυσικής εξουσίασης αυτών, είτε αυτοπροσώπως η ίδια, είτε μέσω αντιπροσώπων της και δη αρχικά μέσω της Ζ3, στη συνέχεια μέσω της μητέρας των εναγομένων Ζ2 και του τρίτου εξ αυτών και ακολούθως μέσω του Υποκ/τος Μύρινας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, πριν δε από αυτήν νεμόταν τα πιο πάνω ακίνητα με τα ίδια προσόντα χρησικτησίας, επί σειρά δεκαετιών, ο δικαιοπάροχος σύζυγός της Β2.

Ότι, ενόψει των παραπάνω, αυτές (αναιρεσίβλητες) έγιναν συγκύριες των πιο πάνω ακινήτων, κατά ποσοτό 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, τόσο με παράγωγο τρόπο (κληρονομική από διαθήκη διαδοχή), όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζοντας στο δικό τους χρόνο νομής και το χρόνο νομής της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ότι οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι αμφισβητούν το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους στα εν λόγω ακίνητα.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι αναιρεσίβλητες με την αγωγή να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους, κατά το ως άνω ποσοστό για την καθεμιά, επί των ανωτέρω επιδίκων ακινήτων. Η αγωγή αυτή, έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, ήταν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1710, 1721, 1846, 1192,1193, 1195,1199, 974, 1045, 1051 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ., καθώς και στις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις αυτές περιστατικά, τόσο για την κτήση της συγκυριότητας των επιδίκων από την άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία, όσο και για την κτήση από τις ίδιες της συγκυριότητας αυτών με τον παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής και με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη 40/2005 απόφασή του, και την συμπροσβαλλόμενη 6/2000 μη οριστική απόφασή του, έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας του δικογράφου αυτής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων εναγομένων, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, και κατά τρία μέρη αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, γιατί δεν ανέστειλε την επί της ένδικης αγωγής δίκη, λόγω εκκρεμοδικίας που δημιουργήθηκε από την προγενέστερη από 10-3-1992 κύρια παρέμβαση της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ1, την οποία αυτή είχε ασκήσει κατά τη δίκη που είχε ανοιχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης με την από 30-5-1987 αγωγή περί διανομής ακινήτων του τρίτου αναιρεσείοντος και του αδελφού του Ζ1 κατά των λοιπών αναιρεσειόντων, αδελφών τους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου, λόγω υπάρξεως εκκρεμοδικίας, στον οποίο αυτός στηρίζεται, δεν προτάθηκε από αυτούς νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με τις από 18-11-2004 προτάσεις τους που υπέβαλαν κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ειδικότερα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο οκτώ έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, που τα προσκόμισαν, στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, αλλ' ούτε και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Ο όρος πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έχει το ίδιο περιεχόμενο με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει δηλαδή τους ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής ή της ένστασης, ούτε ισχυρισμούς που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι υπέπεσε στην από τον αριθ.10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα χωρίς να έχει διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε "ότι στην κληρονομία του απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Χ1, που αποβίωσε το έτος 1907 στη Λήμνο, αναμείχθηκαν μόνο τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι οι Γ3, Γ2, Γ4 και Γ5, οι οποίοι κατέλαβαν και νέμονταν έκτοτε από κοινού τα κληρονομιαία ακίνητα, κατά το αναφερόμενο για τον καθένα τους ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Ότι από αυτούς, ο μεν Γ3 αποβίωσε στις 10-7-1936 και κατέλειπε εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του ........ (που αποβίωσε στις 10-5-1967) και τα τέσσερα τέκνα του, δηλαδή τους εναγομένους, ο δε Γ2, που στις 16-5-1937 τέλεσε νόμιμο γάμο με τη Δ1 (άμεση δικαιοπάροχο των εναγουσών), αποβίωσε άτεκνος στις 19-7-1938 και με την από ........

ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του την ως άνω σύζυγό του Δ1, η οποία αργότερα παντρεύθηκε τον Ε1". Τα περιστατικά, όμως, αυτά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, αποτελούν εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών των εναγουσών, για τους οποίους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 6/2000 προδικαστικής απόφασης του Εφετείου τάχθηκαν οι σχετικές αποδείξεις, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος αυτών Γ2, που αποβίωσε στην Αίγυπτο το έτος 1939, εγκατέστησε με ιδιόγραφη διαθήκη του κληρονόμο του, επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων, τη σύζυγό του και άμεση δικαιοπάροχο αυτών Δ1, μετέπειτα σύζυγο Ε1, και ότι εκείνος νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τα επίδικα ακίνητα, κατά το άνω ιδανικό μερίδιο, επί σειρά δεκαετιών μέχρι το θάνατό του.

Επομένως ο υπό εξέταση λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο που την εξέδωσε κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 211/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα η αγωγή περί διανομής ακινήτων της δικαιοπαρόχου των εναγουσών και διατάχθηκε ο πλειστηριασμός του με αριθμό 2 από τα ήδη επίδικα ακίνητα. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων στο Εφετείο, τις οποίες υπέβαλαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί δεν πρότειναν στο δικαστήριο εκείνο την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την παραπάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, και επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ( άρθρο 562παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-11-2005 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για αναίρεση των υπ' αριθμ.40/2005 και 6/2000 αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ