199/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated199/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας ΤΑΑ και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο" (παρ. 1) "Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του" (παρ. 2) και του άρθρου 64 "Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του ΤΑΑ.
Full text
Απόφαση 199 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 199/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΑΛΑΜΑΚΙΟΥ" (Ν.Ο.Κ.) που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ηλιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 16050/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-6-2021 και με αριθ. κατ. 68106/132/8-9- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 16050/23-12-2019 απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη κατ' ουσίαν με αντικατάσταση της αιτιολογίας (άρθ. 534 Κ.Πολ.Δ.) η από 13-3-2015 και με αριθ. κατ. 32912/755/19-3-2015 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθ. 496/20-3-2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 28-9-2012 και με αριθ. κατ. 1877/2-10-2012 αγωγή αυτού κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου αθλητικού σωματείου.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021), Περαιτέρω, με το ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και Επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 121) όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο ισχύος της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης, ο αθλητισμός διακρίνεται σε ερασιτεχνικό (Τμήμα Α' άρθρο 1 έως 58) και επαγγελματικό (Τμήμα Β' άρθρα 59 έως 118).
Στο άρθρο 1 του Νόμου αυτού ορίζεται ότι "Αθλητικό Σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 επόμ. ΑΚ ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό την συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των δυνατοτήτων των αθλητών της για την συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες". Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε αθλητές που δεν αγωνίζονται σε τμήμα αμειβομένων αθλητών Αθλητικού Σωματείου ή σε:
Αθλητική Ανώνυμη Εταιρία" (παρ. 1). "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 85 του παρόντος Νόμου, ή αγωνιστική δραστηριότητα των αθλητών δεν αποτελεί άσκηση επαγγελματικής αθλητικής Οικονομικές, ή άλλες παροχές που δίνονται, από αθλητικά σωματεία, ενώσεις ή ομοσπονδίες σε αθλητές, ως ενίσχυση για την υποστήριξη της αθλητικής τους δραστηριότητας, δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 86 του παρόντος Νόμου.
Οι σχέσεις αθλητών και Αθλητικών Σωματείων καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας" (παρ. 2). Επίσης, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 59. του ιδίου Νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3057/2002 (ΦΕΚ Α' 239), "Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από εισήγησή της οικείας Αθλητικής Ομοσπονδίας, μπορεί, να καθορίζεται, ο κλάδος άθλησης και οι κατηγορίες των αγώνων πρωταθλημάτων του στη διεξαγωγή των οποίων επιτρέπεται η συμμετοχή αθλητών με αμοιβή.
Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι τυχόν ειδικότεροι, όροι ίδρυσης και λειτουργίας ΤΑΑ και ΑΑΕ στο συγκεκριμένο κλάδο" (παρ. 1) "Για την έκδοση της πιο πάνω απόφασης λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τα οικονομικά στοιχεία βιωσιμότητας του κλάδου άθλησης, ο βαθμός και οι δυνατότητες ανάπτυξής του" (παρ. 2) και του άρθρου 64 "Σύσταση αθλητικής ανώνυμης εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη μετατροπή του ΤΑΑ.
Σε περίπτωση μη υπάρξεως ΤΑΑ λόγω λειτουργίας στο οικείο άθλημα ανωνύμων αθλητικών εταιριών, επιτρέπεται η σύσταση ΑΑΕ με τη μετατροπή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών του αθλητικού σωματείου" (παρ. 1) "Η εταιρία που συνιστάται υποκαθίσταται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Αθλητικού Σωματείου που προκύπτουν κατά περίπτωση από τη δραστηριότητα του ΤΑΑ ή του τμήματος ερασιτεχνών αθλητών.
Κατά τα Λοιπά δεν επηρεάζονται η μορφή και η λειτουργία του αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί τα υπόλοιπα αθλητικά του τμήματα, συμπεριλαμβανομένου και του αντίστοιχου ερασιτεχνικού τμήματος" (παρ. 2). Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 έως 4του ιδίου ως άνω Νόμου "Αθλητής με αμοιβή είναι εκείνος που συνδέεται με Αθλητικό Σωματείο που διατηρεί ΤΑΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 1) "Επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με την Α.Α.Ε.
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών" (παρ. 2). "Κατ' εξαίρεση αθλητής με αμοιβή ή επαγγελματίας αθλητής ανάλογα, είναι και εκείνος ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 94 του παρόντος Νόμου" (παρ. 3) "Η πιο πάνω σύμβαση εργασίας αθλητή με αμοιβή ή επαγγελματία αθλητή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και του νόμου αυτού" (παρ. 4).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο Νομοθέτης διακρίνει μεταξύ αφενός αθλητών με αμοιβή ή επαγγελματιών αθλητών, οι οποίοι είναι αντίστοιχα εκείνοι που παρέχουν αντί αμοιβής τις αθλητικές τους υπηρεσίες στα αθλητικά σωματεία που διατηρούν Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών ή στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρίες δυνάμει συμβάσεων ρητώς χαρακτηριζομένων ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και διεπομένων από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας και αφετέρου ερασιτεχνών αθλητών, οι οποίοι εντάσσονται στη δύναμη ενός αθλητικού σωματείου, είτε ως μέλη του είτε με τη σύναψη συμβάσεως με αυτό, που στόχο έχει τη δια της παροχής των αθλητικών τους υπηρεσιών ανάπτυξη του οικείου αθλήματος και η οποία διέπεται από τις διατάξεις του καταστατικού ή του σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.
Ο χαρακτηρισμός δηλαδή ενός αθλητή ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη εξαρτάται από τον κλάδο άθλησης στον οποίο ανήκει, καθόσον δεν είναι όλοι οι κλάδοι οργανωμένοι σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού και περαιτέρω από το ποιος είναι αντισυμβαλλόμενός του στη συναπτόμενη σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών.
Έτσι, έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών διεπομένη από τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας μπορεί να συναφθεί μόνον μεταξύ αθλητή, και ΤΑΑ αθλητικού σωματείου ή ΑΑΕ σε κλάδο άθλησης πού με υπουργική απόφαση έχει οργανωθεί σε επίπεδο επαγγελματικού αθλητισμού (άρθρα 59 του ανωτέρω Νόμου), καθόσον μόνο σε αυτές τις περιπτώσεις επιτρέπεται από το νόμο η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης.
Η σύμβαση αντίθετα μεταξύ αθλητή του Αθλητικού Σωματείου που δεν διατηρεί ΤΑΑ, συνάπτεται στα πλαίσια του ερασιτεχνικού αθλητισμού και δεν έχει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά πρόκειται για ιδιόμορφη σύμβαση στην οποία, κατά τις επιταγές του ανωτέρω Νόμου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του καταστατικού του σωματείου ή τού σχετικού ειδικού κανονισμού της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας.
Με τη σύμβαση αυτή εγκύρως μπορεί να συμφωνηθούν (361 ΑΚ) οικονομικές ή άλλες παροχές προς τον αθλητή, οι οποίες όμως δεν μεταβάλλουν το χαρακτήρα της και δεν την καθιστούν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν αποτελούν οικονομικά ανταλλάγματα προς αυτόν, όπως αντίθετα ισχύει με την αμοιβή στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δίνεται ως οικονομικό αντάλλαγμα για την παροχή από τον αθλητή των αθλητικών του υπηρεσιών, αλλά συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενίσχυση του σωματείου προς τον αθλητή για την.
υποστήριξη της αθλητικής του δραστηριότητας και την επίτευξη της κατά το δυνατό καλύτερης απόδοσής του και περαιτέρω την δι' αυτής καλλιέργεια της ανάπτυξης του οικείου αθλήματος, στην οποία αποβλέπουν αντιστοίχως και οι εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του αθλητή (τήρηση προγράμματος προπόνησης συμμόρφωση με τις οδηγίες του προπονητή κλπ.).
Η ανωτέρω δηλαδή συνδέουσα τον ερασιτέχνη αθλητή με το αθλητικό σωματείο έννομη σχέση δεν αποβλέπει σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα του πρώτου και την καλλιέργεια του οικείου αθλήματος από το δεύτερο, η δε τυχόν συμφωνηθείσα οικονομική παροχή προς τον αθλητή αποκλειστικό σκοπό, έχει να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου και σε καμία περίπτωση ο ερασιτέχνης αθλητής δεν μπορεί να είναι εργαζόμενος μισθωτός του σωματείου στο οποίο παρέχει τις αθλητικές υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του ύψους των οικονομικών ανταλλαγμάτων του λαμβάνει.
Συνεπώς η συναπτόμενη μεταξύ αθλητή υδατοσφαίρισης και αθλητικού σωματείου, που δεν διατηρεί τέτοιο τμήμα, σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και.86 του ανωτέρω Νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση που διέπεται από το Καταστατικό του Σωματείου, ο δε αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σ' αυτό στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του.
Επομένως, στη σύμβαση αυτή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου για διαφορές νομίμων αποδοχών, επιδόματα εορτών, άδειας, αποδοχές άδειας (ΑΠ 216/202, ΑΠ 690/2019). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση, η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 19/2007, ΑΠ 142/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 216/2020).
Σύμφωνα με αυτή, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο ενάγων, στην από 28-9-2012 και με αριθ. κατ. 1877/2-10-2012 αγωγή του εξέθεσε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε αρχικά προφορικά, στα τέλη Αυγούστου 2009, στον …, μεταξύ αυτού και του εναγομένου αθλητικού σωματείου, το οποίο διατηρεί αθλητικό τμήμα υδατοσφαίρισης ανδρών και στη συνέχεια εγγράφως, την 2-11-2009, προσλήφθηκε από το τελευταίο, με την υποχρέωση να του παράσχει τις αθλητικές του υπηρεσίες στην ανδρική ομάδα υδατοσφαίρισης, με αποκλεισμό της δυνατότητάς του για παράλληλη αθλητική δραστηριότητα σε άλλο αθλητικό σωματείο για χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 30-6-2010, συμφωνήθηκε δε να λαμβάνει ως χρηματικό αντάλλαγμα το ποσό των 800 ευρώ μηνιαίως καταβαλλόμενο στο τέλος κάθε μήνα και επιπλέον επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας καταβλητέα την 30η Απριλίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Ακολούθως, το εναγόμενο του πρότεινε την ανανέωση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για την παροχή της εργασίας του σ' αυτό από 1-9-2010 έως 30-6-2011, την πρόταση δε αυτή αποδέχθηκε καταρτίζοντας με το εναγόμενο την από 1-9-2010 έγγραφη σύμβαση, αντί του μηνιαίου μισθού των 1.000 ευρώ, πλέον των προαναφερομένων επιδομάτων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω σύμβασης καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1-9-2011 έως 30-6-2012, αντί μηνιαίου μισθού 900 ευρώ πλέον των προαναφερομένων επιδομάτων. Με την ένταξή του στην ανδρική ομάδα υδατοσφαίρισης του εναγομένου και μέχρι τη λύση της συνεργασίας τους ο ενάγων παρείχε στο εναγόμενο τις αθλητικές του υπηρεσίες ως ερασιτέχνης αθλητής υδατοσφαίρισης, κατά τους συμβατικούς όρους, ακολουθώντας το πρόγραμμα των προπονήσεων υπό τις οδηγίες των αρμοδίων προπονητών και συμμετέχοντας σε όλους τους αγώνες, στους οποίους ελάμβανε μέρος το εναγόμενο και συγκεκριμένα σε επίσημους και φιλικούς αγώνες, όπως στους αγώνες του Πρωταθλήματος, του Κυπέλλου Ελλάδας κλπ.
και σε όλες τις προπονήσεις κατά τις ημέρες, ώρες και τόπους που καθορίζονταν από το εναγόμενο. Οι παραπάνω συμφωνίες και οι λοιπές που αναφέρονται στις, ως άνω, συμβάσεις αφορούσαν εξαρτημένη εργασία του ενάγοντος, οι προπονήσεις δε, ειδικότερα, διεξάγοντο στα κολυμβητήρια και στα ωράρια που είχε καθορίσει το εναγόμενο, κατά το περιγραφόμενο στην αγωγή πρόγραμμα.
Ο ενάγων ήταν βασικός παίκτης της ομάδας του εναγομένου, η οποία συμμετείχε στο Πρωτάθλημα της Α2 Εθνικής Κατηγορίας Ανδρών στην υδατοσφαίριση την περίοδο 2009 ? 1010 και στο Πρωτάθλημα της Α1 Εθνικής Κατηγορίας τις περιόδους 2010-2011 και 2011-2012, λάμβανε δε μέρος στις αποστολές της Ομάδας στο, ως άνω Πρωτάθλημα, καθώς και στο Κύπελλο Ελλάδας.
Είχε δε ο ενάγων την υποχρέωση να αναφέρει κάθε αγωνιστικό ή άλλο θέμα, που ανέκυπτε κατά την απασχόλησή του, στον προπονητή και στον διοριζόμενο από το εναγόμενο Έφορο, που του ασκούσε το σχετικό έλεγχο και ο οποίος ενημέρωνε το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, τελούσε δε πάντοτε υπό τις οδηγίες, τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού (ΔΣ) Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ο ενάγων δεν είχε ελευθερία κινήσεων, αλλά τελούσε σε υπηρεσιακή σχέση με το εναγόμενο, μέσω του προπονητή και του εφόρου του, που τον επόπτευε δίνοντάς του κατευθύνσεις σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του.
Αν και ήταν συνεπής στην εκτέλεση των καθηκόντων του, το εναγόμενο, από τους, ως άνω μισθούς που υποχρεούτο να του καταβάλει σύμφωνα με την από 1-9-2011 σύμβαση, του κατέβαλε μόνο τους μισθούς των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου 2012 και του οφείλει τους μισθούς των υπολοίπων μηνών, που έπρεπε να καταβληθούν στο τέλος Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2012, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας των ετών 2009, 2010, 2011 και 2012.
Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων ζήτησε, κυρίως από τη σύμβαση και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση που η σύμβαση κριθεί άκυρη, επειδή το εναγόμενο δεν διέθετε Τμήμα Αμειβομένων Αθλητών, να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει για τις, ως άνω, αιτίες το συνολικό ποσό των 11.054 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την, ως άνω, με αριθ. 496/2014 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την ασκηθείσα κατ' αυτής από τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα από 13-3-2015 έφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, αλλά και από τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, αποδείχθηκε ότι το εφεσίβλητο σωματείο δεν έχει τμήμα αμειβομένων αθλητών, επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω (στην προεκτεθείσα νομική σκέψη) αναφερόμενα η αγωγή του εκκαλούντος θα έπρεπε να απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νόμω αβάσιμη, καθώς στηριζόταν στις διατάξεις του εργατικού δικαίου, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση αυτή και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε ορθή μεν απορριπτική κρίση, εντούτοις με εσφαλμένη αιτιολογία, θα πρέπει το παρόν δικαστήριο, αφού αντικαταστήσει κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης, να απορρίψει την έφεση στο σύνολο της...".
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η καταρτισθείσα μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κατά την έννοια των άρθρων 85 και 85 του, ως άνω, νόμου, αλλά πρόκειται για την προαναφερόμενη ιδιόμορφου χαρακτήρα σύμβαση, κατά το άρθρο 361 ΑΚ.
Κατ' αυτήν, ο αθλητής δεν είναι μισθωτός απασχολούμενος από το σωματείο, αλλά παρέχει τις αθλητικές του υπηρεσίες σ' αυτό, στα πλαίσια της από ελευθεριότητα ενασχόλησής του με το οικείο άθλημα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οικονομικών παροχών προς αυτόν, που ενδεχομένως να χρησιμοποιούνται και για την κάλυψη των αναγκών βιοπορισμού του και τις οποίες δικαιούται να λάβει, κατά τη μεταξύ τους σύμβαση.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτιμώντας ορθά το περιεχόμενο της αγωγής και ανεξαρτήτως του δοθέντος από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα νομικού χαρακτηρισμού της ως άνω σύμβασης, έπρεπε να υπαγάγει την ένδικη σύμβαση στο άρθρο 361 ΑΚ, να κρίνει την αγωγή νόμιμη, στηριζόμενη στην εν λόγω διάταξη και ακολούθως να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτής.
Έτσι, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, αφού δεν την εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Επομένως, ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλον από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 16050/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ