Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds regarding unproduced evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by GLOBAL INSOLUTION against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the Court of Appeal had relied on unproduced evidence without specific grounds, but the court found the appeal's second ground legally vague as it failed to identify specific documents or their impact on the verdict. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11b) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging reliance on unproduced evidence is invalid if it fails to specify which documents were considered and their effect on the judgment, rendering the appeal vague and inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 199 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 199/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. Λ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο GLOBAL INSOLUTION, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχάλη Καβάση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 4112/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 403/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 403/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση αντιθέτων εφέσεων, απέρριψε την έφεση που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και δέχθηκε την έφεση που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατά της υπ' αριθμ. 4112/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 9.2.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1945/990/2016) αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πιο πάνω απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το ποσόν των 8.184 ευρώ, όπως και πρωτόδικα, με το νόμιμο τόκο και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα Α) το ποσό των 26.906,36 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως και πρωτόδικα και επιπλέον Β) το ποσόν των 21.926,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση των αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 1389/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου, είτε με τις προτάσεις αυτού ως εφεσιβλήτου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του (ΑΠ 945/2019, 749/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και επίσης έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ορισμένου ή μη της αγωγής του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και ως προς τα δύο σκέλη του. Κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος διότι δεν περιέχει καθόλου (ούτε καν κατά τρόπο συνοπτικό) τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του και στις οποίες θεμελίωσε την φερόμενη ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του, ούτε επίσης αναφέρει ποιές είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιές επιπλέον έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ώστε να είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Επίσης, δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση οι επικαλούμενες αντιφάσεις και κυρίως οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου. Περαιτέρω, κατά το δεύτερο σκέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης στηρίζεται κατ' εκτίμηση στον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου και είναι επίσης αόριστος, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό τον πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι τον επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, ποιό ήταν το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε ορισμένη και ποιο περιεχόμενο είχε ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός της.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι στο σύνολό του απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 11/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλοµένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθµό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή µη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόµενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδοµένη µε τον λόγο αναίρεσης πληµµέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα µε τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αναιρετική πληµµέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και µάλιστα τις ερμηνευτικές διατάξεις που διέπουν το εργατικό δίκαιο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, αφού µόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 402/2019).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουσή τους (ΑΠ 179/2003). Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστηµα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση µε τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόµισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε µε τις προτάσεις της συζήτησης µετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε µε αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο µέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών µέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμή η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έµµεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική µόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα µέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ ΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 402/2019).
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 1043/2013) και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 402/2019).
Στην υπόψη περίπτωση, µε τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 11β του ΚΠολΔ µόνο, και όχι και από το άρθρο 559 αριθµ. 11 γ του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η πληµµέλεια, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, χωρίς όμως να προσδιορίζονται µε το αναιρετήριο ποιές ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα και ποιά η επίδρασή τους στο διατακτικό της αποφάσεως.
Συνεπώς ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 11 β του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Κατόπιν όλων αυτών, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.6.2020 αίτηση της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης µε την επωνυμία "Σ. Λ. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "GLOBAL INSOLUTION" για αναίρεση της 403/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ