Legislator Case Law & Legislation
199/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of lawyer's costs notice due to standing error.

Case Number 199/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal regarding the admissibility of a lawyer's costs notice, while dismissing the second ground. The lower courts had rejected the notice because the appellant challenged the amount of execution expenses rather than their legality, incorrectly limiting standing to the executing party. The Court ruled that challenging the amount of expenses granted to a specific lawyer grants that lawyer standing as a passive party. Consequently, the appeal was accepted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial with a new panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; A notice of appeal challenging the amount of execution expenses granted to a specific lawyer is admissible against that lawyer, establishing his standing as a passive party.

Keywords

AI generated
standing in litigation lawyer's costs notice execution expenses admissibility of appeal passive party status

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 568 no. 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 no. 1 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 199 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 199/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και, στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προΐστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φαρσάλων, που κατοικοεδρεύει στα … Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 26-11-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. .../7-10-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Λάρισας Α. Ν., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (9-12-2019) και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρο 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα κατάταξης γίνεται, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά μόνο προαφαιρούνται για να γίνει η κατάταξη των δανειστών στο εναπομένον πλειστηρίασμα, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.

Η αφαίρεση των εξόδων γίνεται με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις, που κατατίθενται από το δικαιούχο αυτών και βρίσκονται στο φάκελο του πλειστηριασμού. Για να είναι εφικτός ο έλεγχος από κάθε ενδιαφερόμενο και από το δικαστήριο, κρίνοντας επί σχετικού λόγου ανακοπής, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προβεί, όχι σε απλή αναφορά αυτών, αλλά σε εξειδίκευση, με αναγραφή, επί της ιδιαιτέρας πράξεως εκκαθαρίσεως ή επί του πίνακα κατατάξεως, των επί μέρους κονδυλίων αυτών, της αιτίας τους και του δικαιούχου αυτών.

Στην αντίθετη περίπτωση, η αφαίρεση ως αναιτιολόγητη είναι μη νόμιμη και συνεπώς άκυρη. Στα έξοδα εκτέλεσης περιλαμβάνονται τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της εκτέλεσης και των εν συνεχεία πράξεων, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται πρωταρχικά τα έξοδα και δικαιώματα για τη λήψη απογράφου, σύνταξη αντιγράφου αυτού και επιταγής προς πληρωμή.

Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, πλην, όμως, ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καθώς, επίσης, και ο δικηγόρος, ο οποίος, κατ' εντολή του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, προέβη στις αναγκαίες προς τούτο ενέργειες, καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθού η εκτέλεση, αφού με αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση. 'Ετσι, τα πιο πάνω πρόσωπα, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 971 και 1007 ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού αφαιρέσει αυτά από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθού η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.

Δηλαδή, τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του, αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης.

Σε περίπτωση, που αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης, και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και, συνακόλουθα, ότι είναι έξοδα εκτελέσεως, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής (ΑΠ 658/2014, ΑΠ 2057/2014, ΑΠ 300/2013).

Αντίθετα, όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προσβάλλεται ότι τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή ή του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού ή, επίσης, του δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων ή άλλους νόμους και υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων πρέπει να στραφεί κατά των ανωτέρω προσώπων υπέρ των οποίων έγινε η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία και μόνον νομιμοποιούνται παθητικά (ΑΠ 1644/2018, ΑΠ 658/2014, ΑΠ 60/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι το ανακόπτoν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε, ότι με την υπ' αριθμ. ...16-5-2007 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως του συμβ/φου Φαρσάλων Ε. Ζ. εκπλειστηριάστηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτή ακίνητα αντί πλειστηριάσματος 26.000 ευρώ και ότι μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, στον οποίο αυτό είχε αναγγελθεί νομίμως για το ποσό των 10.981,61 ευρώ, ο ανωτέρω υπάλληλος του πλειστηριασμού προαφαίρεσε στον υπ' αριθμ. .../2002 πίνακα κατάταξης από το πλειστηρίασμα, μεταξύ άλλων, ποσό 1.590 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης υπέρ του δευτέρου των καθών δικηγόρου (ήδη αναιρεσίβλητου), που ενεργούσε κατ' εντολή του πρώτου των καθών - επισπεύδοντος την εκτέλεση (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), και συγκεκριμένα για έκδοση απογράφου, τεσσάρων εξ αυτού αντιγράφων, συμβουλή και σύνταξη επιταγής εκτέλεσης και έξοδα επίδοσης, ενώ το ποσό που έπρεπε να προαφαιρεθεί υπέρ του ως άνω δικηγόρου ανέρχεται στο μικρότερο ποσό των 65,27 ευρώ, ήτοι α) για έκδοση απογράφου ουδέν ποσό, λόγω ατέλειας του επισπεύσαντος την εκτέλεση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, β) για χαρτοσήμανση ενός αντιγράφου του απογράφου 0,50 ευρώ, για χαρτοσήμανση μίας (1) επιταγής προς εκτέλεση 2,00 ευρώ και για χαρτοσήμανση εντολής προς εκτέλεση 1,00 ευρώ, γ) για δικαιώματα αντιγραφής του πληρεξουσίου δικηγόρου 4,93 ευρώ, δ) για αμοιβή δικηγόρου, για μεν τη σύνταξη της επιταγής 10,72 ευρώ, για δε τη σύνταξη παραγγελίας προς επίδοση 4,10 ευρώ και για εντολή προς εκτέλεση 10,72 ευρώ και ε) για την επίδοση ενός (1) αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη και έξοδα πορείας δικαστικού επιμελητή 31,30 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω, και δεδομένου ότι στον πίνακα κατάταξης κατετάγη αυτό (ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο) για το ποσό των 4.320,61 ευρώ, ήτοι για μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαίτησής του, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, ώστε να καταταγεί το ίδιο στον προαναφερόμενο πίνακα για το ποσό των 1.524,73 ευρώ (1590 μείον 65,27=1.524,73 ευρώ), ύστερα από αντίστοιχη μείωση των προαφαιρεθέντων εξόδων εκτέλεσης.

Από το ως άνω περιεχόμενο της ανακοπής προκύπτει ότι με αυτή δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης, αλλά το ύψος της δαπάνης των πράξεων εκτέλεσης και ειδικότερα προσβάλλεται ότι τα έξοδα του αναιρεσιβλήτου, δικηγόρου του επισπεύδοντος την εκτέλεση, δεν είναι υπαρκτά και υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων όρια της αμοιβής του.

Επί της παραπάνω ανακοπής εκδόθηκε, ερήμην του δευτέρου των καθών (αναιρεσιβλήτου), η υπ' αριθμ. 311/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχτηκε την ανακοπή ως προς τον αναιρεσίβλητο και μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης, αποβάλλοντας εξ αυτού τον αναιρεσίβλητο κατά το ποσό που είχε καταταγεί και κατατάσσοντας στο αντίστοιχο ποσό το αναιρεσείον.

Στη συνέχεια, μετά από έφεση του ερημοδικασθέντος αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 313/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή καθό μέρος στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, με την αιτιολογία ότι με την ένδικη ανακοπή αμφισβητείται μόνον η νομιμότητα της εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και, ως εκ τούτου, εφόσον αυτή αφορά προαφαίρεση εξόδων, νομιμοποιείται παθητικά μόνον ο επισπεύδων την εκτέλεση και όχι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, όπως αναφέρθηκε, το αναιρεσείον αμφισβήτησε με την ανακοπή του το ύψος της δαπάνης των αναφερόμενων σε αυτή πράξεων εκτέλεσης και, συνεπώς, νομιμοποιείται παθητικά ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, υπέρ του οποίου έγινε η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, και όχι ο επισπεύδων την εκτέλεση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβάλλει το αναιρεσείον είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου μειωμένα όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 313/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ