Legislator Case Law & Legislation
199/2017 AI generated

199/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 199/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

199/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών (κυρίων και προσθέτων) λόγων της από 20-5-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και των από 31-12-2015 προσθέτων λόγων αυτής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 199 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 199/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λέοντα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-9-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Α. χας Ι. Κ., β. Π. Ι. Κ. και γ. Δ. Ι. Κ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου Ι. Κ. και 2) Κ. Χ. Φ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2009 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-5-2015 αίτησή του και τους από 31-12-2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη των λοιπών (κυρίων και προσθέτων) λόγων της από 20-5-2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και των από 31-12-2015 προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. ... /2.12. 2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Λ. και υπ’ αριθμ. .../4.1.2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Φ., προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 20-5-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 31-12-2015 προσθέτων λόγων αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση είχαν επιδοθεί, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5.2.2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.10.2016).

Επομένως, εφόσον αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ.

Κατά την διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του Α.Κ. "ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε" και κατά την διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ. "ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της αποδόσεως του μισθίου.

Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός από των ανωτέρω αποζημίωση χρήσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (Α.Κ. 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της συμβάσεως (Α.Κ. 343 επ. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται, και την ανυπαρξία του οποίου οφείλει να επικαλεστεί, κατ’ ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Τέτοια ζημία, ως μετενέργεια της μισθωτικής συμβάσεως, προκαλείται και όταν, μετά την εκτέλεση μισθωτικής αποφάσεως και την αποβολή του μισθωτή, αυτός αρνείται να απομακρύνει τα κινητά πράγματα που υπάρχουν στο μίσθιο και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αναγκαστικής εκτελέσεως, κατά το άρθρο 943 του Κ.Πολ.Δικ., για τα οποία ορίστηκε μεσεγγυούχος και παρέμειναν εντός τούτου, εξαιτίας της παραμονής των οποίων είναι αδύνατη η εκμίσθωση του μισθίου σε άλλον.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., αποκαθίσταται η θετική ζημία του εκμισθωτή, όπως είναι η δαπάνη αναγκαστικής εκτελέσεως εξωστικής αποφάσεως για την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε, αμέσως μετά την λήξη της μισθώσεως, στον εκμισθωτή το μίσθιο.

Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο "ως αποζημίωση χρήσεως" μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο (ΑΠ 117/2015, ΑΠ 339/2014, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/ 2012, ΑΠ 1610/2011, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 66/2008, ΑΠ 1815/2007). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ.

α’ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ,, αναίρεση επιτρέπεται για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 7-8/2006).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, ως προς το ζήτημα της οφειλόμενης αποζημιώσεως, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 1-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ο Ι.

Κ. του Δ. και ο Κ. Φ. του Χ., εκμίσθωσαν από κοινού στον εναγόμενο, ένα ακίνητο ως έχοντες συγκυριότητα επ’ αυτού σε ποσοστό 1/2 εξ’ αδιαιρέτου έκαστος και δη ένα ισόγειο κατάστημα μετά του υπογείου, συνολικής επιφάνειας 650 τ.μ., σε πολυκατοικία που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος μισθωτής ως επαγγελματική στέγη και συγκεκριμένα για κάθε εμπορική δραστηριότητα.

Τελικά το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο ως αποθηκευτικός χώρος, όπου συγκέντρωνε "στοκ" εμπορευμάτων από διαλύσεις ή πτωχεύσεις άλλων επιχειρήσεων και στη συνέχεια τα πωλούσε κυρίως σε χονδρική τιμή προς άλλους εμπόρους. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής από 1-1-1997 μέχρι 31-12-2003, η οποία παρατάθηκε αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995 "περί εμπορικών μισθώσεων".

Το δε μηνιαίο μίσθωμα, συμφωνήθηκε για την πρώτη διετία σε 240.000 δραχμές, πλέον του ημίσεως του χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 2% πλέον του επισήμου πληθωρισμού και έτσι διαμορφώθηκε από 1-1-2008 σε 1.129,18 ευρώ, πλέον της ως άνω αναλογίας χαρτοσήμου από 20,32 ευρώ και συνολικά σε 1.149,50 ευρώ, καταβλητέο την 15η ημέρα κάθε μήνα.

Ο εναγόμενος, αν και έκανε ανενόχλητη χρήση του επίδικου μισθίου ακινήτου, καθυστέρησε την καταβολή μέρους του μισθώματος του μηνός Οκτωβρίου 2007 από 958,10 ευρώ, καθώς και των μισθωμάτων των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2007 και Ιανουαρίου 2008, συνολικού ύψους 4.299,22 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες εκμισθωτές κατήγγειλαν τη σύμβαση, κατ’ άρθρο 597 Α.Κ., με την από 20-1-2008 αγωγή τους, την οποία επέδωσαν στον εναγόμενο στις 30-01-2008.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 533/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία, πλην άλλων, δέχθηκε ότι τα αποτελέσματα της παραπάνω καταγγελίας επήλθαν κατά το νόμο, οπότε και έληξε η ένδικη μίσθωση και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στους ενάγοντες το επίδικο μίσθιο κατάστημα, να καταβάλει σ’ αυτούς τα οφειλόμενα μισθώματα, καθώς και το ποσό των 3.952,13 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για το χρόνο μετά τη λήξη της μίσθωσης έως το χρόνο της συζήτησης της ως άνω αγωγής, ήτοι μέχρι την 13.5.2008.

Εν συνεχεία, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως από τον εναγόμενο, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 347/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 533/2008 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μόνο κατά το μέρος αυτής που αφορούσε την συνεκδικαζόμενη με την ανωτέρω, από 18.1.2008 αγωγή του εναγομένου (τότε εκκαλούντος) Σ.

Α., απορρίπτοντας αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, όπως είχε κριθεί πρωτοδίκως... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι και μετά την ανωτέρω ημερομηνία, ο εναγόμενος εξακολούθησε να βρίσκεται στην χρήση του μισθίου, αρνούμενος να συμμορφωθεί εκουσίως προς το διατακτικό της προαναφερόμενης τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων.

Προκειμένου δε να πετύχει την παραμονή του στο μίσθιο, άσκησε επανειλημμένως αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως της παραπάνω αποφάσεως κατ’ άρθρο 912 Κ.Πολ.Δικ., υποβάλλοντας παράλληλα και αιτήματα για προσωρινή δικαστική διαταγή, τα οποία απορρίφθηκαν. Ακολούθως οι ενάγοντες προέβησαν σε επίσπευση της προβλεπόμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του, δυνάμει της ανωτέρω τελεσίδικης αποφάσεως, συνταχθείσης προς τούτο της υπ’ αριθμ...26.09.2008 έκθεσης αποβολής και απόδοσης της χρήσεως μισθίου ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών, Π.

Δ.. Με βάση τα προαναφερόμενα όσον αφορά την αιτούμενη αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 15-5-2008 και μέχρι 26-9-2008 πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η αποζημίωση για το χρονικό αυτό διάστημα περιλαμβάνει αφενός μεν το συμβατικό μίσθωμα και αφετέρου το πέραν του μισθώματος αυτού ποσό (διαφορά), που θα μπορούσαν οι ενάγοντες να επιτύχουν με ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ’ αυτούς η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος δεν απέδωσε κατά τη λήξη της μίσθωσης τη χρήση του μισθίου στους ενάγοντες, αλλά το παρακράτησε έκτοτε χωρίς δικαίωμα και συνέχισε να το χρησιμοποιεί μέχρι και 26-9-2008. Έτσι, οι ενάγοντες κατά το άνω χρονικό διάστημα, στερήθηκαν της δυνατότητας να το εκμισθώσουν σε τρίτο πρόσωπο αντί μηνιαίου μισθώματος, πράγμα το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα επιτύγχαναν.

Το μίσθωμα που οι ενάγοντες θα μπορούσαν με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσουν από την ελεύθερη εκμίσθωση του μισθίου κατά το άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι τελεσίδικα έχει κριθεί ότι η μισθωτική αξία του μισθίου κατά το άνω χρονικό διάστημα από την λήξη της μίσθωσης μέχρι την 13-5-2008 ανερχόταν στο ποσό των 1.129,18 ευρώ το μήνα, ενώ έκτοτε δεν αποδείχθηκε ότι συνέβησαν περιστατικά τα οποία να αύξησαν την μισθωτική του αξία, καθώς και ότι η κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα υπάρξασα άνοδος του δείκτη καταναλωτή είχε ως συνέπεια και την ισόποση αύξηση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου ακινήτου στο ποσόν των 2.000 ευρώ, το οποίο οι ενάγοντες προσδοκούσαν με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσουν από την εκμίσθωσή του και κατά το οποίο αυτοί ζημιώθηκαν.

Επομένως, οι ενάγοντες με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2008 και μέχρι 26-9-2008 θα αποκόμιζαν από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου το συνολικό ποσό των 3.952,13 ευρώ (3,5 μήνες Χ 1.129,18 ευρώ), κατά το οποίο αυτοί ζημιώθηκαν. Εξάλλου, από τα ανωτέρω αναφερόμενα σε συνδυασμό με τη No 1616/1.9.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 300 ευρώ, της δικαστικής επιμελήτριας του ενταύθα Πρωτοδικείου Π.

Δ., που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν περαιτέρω ζημία από την παράνομη και υπαίτια παρακράτηση του προπεριγραφόμενου μισθίου ακινήτου τους, καθώς αναγκάστηκαν να υποβληθούν σε έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ως άνω μισθωτή που δεν συμμορφώνονταν εκουσίως στο διατακτικό της προαναφερόμενης τελεσίδικης αποφάσεως περί αποδόσεως αυτού, παρά τις επίμονες οχλήσεις από μέρος τους.

Κατ’ ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση για τα ανωτέρω έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος - εναγομένου πρέπει να απορριφθεί. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι, ο εναγόμενος παρά την άνω αποβολή του από το μίσθιο και τις συνεχείς οχλήσεις του από μέρος των εναγόντων, προφορικώς, αλλά και γραπτώς με την από 5.11.2008 εξώδικη πρόσκλησή τους, που του επεδόθη στις 11.11.2008, συνταχθείσης της υπ’ αριθμ. .../11.11.2008 έκθεσης επιδόσεως της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας να παραλάβει από το μίσθιο, τα εισκομισθέντα κινητά πράγματά του (εμπορεύματα και δη πλαστικά αντικείμενα, ενδύματα, είδη οικιακού εξοπλισμού), ο τελευταίος αρνήθηκε να ελευθερώσει το μίσθιο, για το λόγο αυτό οι εκμισθωτές κατέθεσαν την από 25.11.2006 (αριθ.

εκθ. καταθ. ...2008) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών περί χορηγήσεως αδείας για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, κατ’ άρθρο 943 Κ.Πολ.Δικ., των ανωτέρω κινητών πραγμάτων του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής την 15.12.2008, οι διάδικοι συμβιβάστηκαν με τη μεσολάβηση της Δικαστού, συνταχθέντος του υπ’ αριθμ. ...15.12.2008 πρακτικού συμβιβασμού που κηρύχθηκε εκτελεστό ως ακολούθως: "ότι ο καθ’ ου (εναγόμενος), όφειλε να παραλάβει τα εμπορεύματά του εντός προθεσμίας 35 ημερών, υπό τον όρο ότι η μεσεγγυούχος θα άνοιγε κάθε μέρα το μίσθιο από ώρα 09.00 π.μ έως 17.00 μ.μ.

Στην περίπτωση δε που τα πράγματα δεν θα παραληφθούν εντός της παραπάνω προθεσμίας, θα επιτρέπεται στους αιτούντες να τα εκποιήσουν άνευ άλλου τινός. Για το παραπάνω χρονικό διάστημα, ο καθ’ ου θα καταβάλει αποζημίωση χρήσης με βάση το μηνιαίο μίσθωμα που ανέρχεται σε 1.150 ευρώ". Σε εκτέλεση του ανωτέρω πρακτικού, οι ενάγοντες παρέδωσαν τα κλειδιά του μίσθιου καταστήματος στον εναγόμενο, προκειμένου να εισέρχεται σε αυτό και να το ελευθερώσει από τα ενυπάρχοντα εμπορεύματα, πλην όμως αυτός, αθετώντας τα συμφωνηθέντα, παρέλαβε μέρος μόνον αυτών (εμπορευμάτων) μικρής αξίας, ενώ το μεγαλύτερο μέρος τους παρέμεινε στο μίσθιο.

Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες επέσπευσαν τη διαδικασία εκποίησης των εμπορευμάτων με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, δυνάμει του ως άνω πρακτικού του Ειρηνοδικείου Πατρών, συντάχθηκε δε η υπ’ αριθμ. .../10.07.2009 έκθεση περιγραφής και εκτίμησης κινητών πραγμάτων της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών, Α.

Π. και ορίσθηκε να γίνει ο πλειστηριασμός αυτών στο Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Πατρών, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ε. Ρ., στις 29.07.2009, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 2.656,63 ευρώ. Ο εναγόμενος με την από 17.7.2009 αίτησή του στο Ειρηνοδικείο Πατρών, ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του και δη του επισπευδόμενου ως άνω πλειστηριασμού έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας από 15.07.2009 ανακοπής του για τους εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους, η οποία απερρίφθη με την 222/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Ακόμη, απερρίφθη με την 223/2009 απόφαση και η από 21.07.2009 ανακοπή του, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ζητούσε να διορθωθεί κατ’ άρθρο 954 του Κ.Πολ.Δικ., η άνω καθώς και η 1323/2009 περίληψη της έκθεσης αυτής, βάση των οποίων επισπευδόταν ο εν λόγω πλειστηριασμός. Ακολούθως κατά τον διενεργηθέντα στις 29.07.2009 δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό των κινητών πραγμάτων του, ως διαχειριστής, διευθυντής, ταμίας και νόμιμος εκπρόσωπος της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, που εδρεύει στην ..., επί της οδού ..., με την επωνυμία "...

Ε.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../29.07.2008 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη που προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως, έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Πατρών Κωνσταντίνο Λέων, για λογαριασμό της ως άνω προσωπικής του εταιρίας, να λάβει μέρος στον πλειστηριασμό και να υπερθεματίσει σε οποιοδήποτε ύψος και αν ανερχόταν το πλειστηρίασμα.

Τελικά, η ως άνω εταιρία του ως υπερθεματίστρια στον ανωτέρω πλειστηριασμό, ανέλαβε τα εμπορεύματά του και τελικά ελευθέρωσε το μίσθιο περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2009. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν προέκυψε ότι ο εναγόμενος μισθωτής, παρά τη βίαιη αποβολή του, κατά τα παραπάνω, παρέβη την υποχρέωσή του να απομακρύνει το σύνολο των εισκομισθέντων στο μίσθιο και ότι η μη απομάκρυνση των ως άνω κινητών πραγμάτων από το μίσθιο, από υπαιτιότητα του εναγομένου, λόγω του αριθμού και του όγκου τους, στέρησε από τους ενάγοντες εκμισθωτές τη δυνατότητα εκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτον μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2009.

Συνεπώς, οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά το ποσό του μισθώματος που θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2008 έως το τέλος Σεπτεμβρίου 2009, το οποίο ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσόν των 500 ευρώ. Στη διαμόρφωση της ως άνω κρίσης του το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κρατούσες μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, όπου το μίσθιο, τη θέση του, το εμβαδόν και την εν γένει κατάστασή του και ιδία το γεγονός ότι από το έτος 2003 το επίδικο μίσθιο παρουσιάζει προβλήματα υγρασίας στον υπόγειο χώρο του, ενώ υπήρχε και διαρροή ακάθαρτων υδάτων από τις διερχόμενες σωληνώσεις της παλαιάς πολυκατοικίας που βρίσκεται το μίσθιο, οι οποίες από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι έχουν αποκατασταθεί, ως και το ύψος του καταβαλλόμενου γι’ αυτό τελευταίου μηνιαίου μισθώματος το χρόνο της παράνομης, μετά τη λήξη της μίσθωσης, παρακράτησης μισθίου από τον εναγόμενο και πάντα ταύτα σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Έτσι, το ποσό που ζημιώθηκαν οι ενάγοντες ανέρχεται συνολικά σε 6.000 ευρώ (500 ευρώ Χ 12 μήνες)". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 28.9.2009 αγωγής, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει αποζημίωση, εκτός άλλων, για τα χρονικά διαστήματα: 1] από τον Οκτώβριο 2008 έως και τις 15.12.2008 και 2] από 20.1.2009 έως 30.9.2009, εξαιρώντας έτσι το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δηλαδή το χρονικό διάστημα από 16.12.2008 έως και 19.1.2009.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά το ποσό του μισθώματος, που θα εισέπρατταν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του ακινήτου σε τρίτο, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2008 έως και τον Σεπτέμβριο του 2009, συνυπολογίζοντας, επομένως, και το προαναφερθέν χρονικό διάστημα (από 16.12.2008 έως και 19.1.2009) για το οποίο δεν είχε ζητηθεί τέτοια αποζημίωση.

Ακολούθως, προσδιορίζοντας το ποσό του μισθώματος στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, επιδίκασε στους ενάγοντες για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ (500 ευρώ Χ 12 μήνες). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο επιδίκασε αποζημίωση και για το προεκτεθέν ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (από 16.12.2008 μέχρι 19.1.2009), μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υφίστατο αντίστοιχο αίτημα.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου μέρους του ίδιου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, και καθ’ όσον αφορά στο υπόλοιπο, εκτός από το αναφερόμενο στον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, χρονικό διάστημα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 601, 343 επ., 335 και 298 του Α.Κ., αφού ορθώς υπήγαγε σ’ αυτές τα ανωτέρω αναφερόμενα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις που, κατ’ εκτίμηση, προβάλλονται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ότι, για το χρονικό διάστημα μετά την αναγκαστική αποβολή του αναιρεσείοντος μισθωτή από το μίσθιο ακίνητο, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει αποζημίωση, γιατί πλέον δεν νοείται παράνομη παρακράτηση του μισθίου και ότι, συνεπώς, το Εφετείο, καθόσον αφορά στο προεκτεθέν χρονικό διάστημα, εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στην διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., (πρώτο μέρος του) και ότι δεν αποτελεί στην συγκεκριμένη περίπτωση αποκαταστατέα ζημία η δαπάνη αναγκαστικής εκτελέσεως (δεύτερο μέρος), κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, καθ’ όσον από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο θεμελιώνει την βασιμότητα της ανωτέρω απαιτήσεως αποζημιώσεως στην υπερημερία του αποβληθέντος από το μίσθιο αναιρεσείοντος μισθωτή ως προς την απομάκρυνση των μη αποτελούντων αντικείμενο της εκτελέσεως κινητών πραγμάτων του από αυτό (μίσθιο) και στην εξαιτίας της παραμονής τους σ’ αυτό αδυναμία εκμισθώσεώς του σε άλλον, ως προς δε την δεύτερη αιτίαση, για τον λόγο ότι η δαπάνη αναγκαστικής εκτελέσεως για την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο ακίνητο αποτελεί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, αποκαταστατέα, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του Α.Κ., δαπάνη.

Εξ άλλου, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερομένων διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ έχει τις προπαρατεθείσες σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, καθ’ όσον αφορά στην κρίση του ως προς το ύψος της αποζημιώσεως χρήσεως, που προσδιόρισε στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, για την οποία δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή.

Ειδικότερα, ως προς το θέμα αυτό δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας του, το Εφετείο να διαλάβει στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του μισθώσεις άλλων ομοειδών μισθίων καταστημάτων της περιοχής, την επιφάνεια αυτών (άλλων μισθίων), την κατάσταση αυτών και το ύψος του μισθώματος αυτών, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, καθ’ όσον η εν λόγω προβαλλομένη έλλειψη ανάγεται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση του σαφώς εκτιθεμένου στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, οι πρώτος, ως προς αμφότερα τα μέρη του, και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά και με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..." συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από την διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διατάξεως του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 903/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια, που εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αφού ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αορίστως εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 601 του Α.Κ., δεν αναφέρει την διάταξη στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, περί της έννοιας της διατάξεως του άρθρου 601 του Α.Κ., αφού προέβη ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικές, αντιφάσκουσες μεταξύ τους, ερμηνείες της ως άνω διατάξεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναιρέσεως μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω, οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.). Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου. Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια - που εκτιμάται ότι στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αφού ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να αναφέρει την διάταξη στην οποία στηρίζεται ο αναιρετικός λόγος - με την ειδικότερη αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της μείζονος προτάσεως και της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος.

Επειδή, από τις διατάξεις του 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ’ αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της προτάσεως ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του ν. 2915/2001 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (20.5.2015) "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.

Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α) ..., β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 649 και 650 του Κ.Πολ.Δικ.

συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 έως 661 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των, ήτοι αυτούς που εισάγονται στη δίκη υπό μορφή ενστάσεως ή αντενστάσεως, προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δικ).

Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1295/2010, ΑΠ 602/2010). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δικ.

με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δικ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014).

Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000).

Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 180/2011, ΑΠ 1795/ 2008). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΑΠ 298/2012). Ειδικότερα, για να θεμελιωθεί λόγος αναιρέσεως από την προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.) ο εισαχθείς στην δίκη υπό την μορφή ενστάσεως αυτοτελής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, όπως αυτός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 173/2016, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 110/2008, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 1705/ 2008, ΑΠ 669/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει παραδεκτώς, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένσταση συμψηφισμού της χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων με δική του, ανερχομένη στο ποσό των 45.962 ευρώ, καθόσον είχε καταβάλει στους αρχικώς ενάγοντες για μισθώματα του επιδίκου μισθίου ακινήτου, κατά το χρονικό διάστημα από το 2003 έως το 2007 το ανωτέρω ποσό, αχρεωστήτως, το οποίο δικαιούται να αναζητήσει κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, εξ αιτίας του ότι αναιρείτο ουσιωδώς η συμφωνημένη χρήση του μισθίου κατά το διάστημα εκείνο, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων αυτού.

Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή, την οποία και επανέφερε, ενώπιον του Εφετείου, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του και ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένστασή του, με τις ακόλουθες παραδοχές: "Η ένσταση συμψηφισμού της χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων με την δική του (εκκαλούντος - εναγομένου), ανερχόμενη στο ποσό των 45.962 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι αχρεωστήτως κατεβλήθησαν εκ μέρους του τα μισθώματα των ετών 2003 - 2007, καθώς το μίσθιο είχε πραγματικά ελαττώματα που αναιρούσαν ολικά την συμφωνημένη χρήση του κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον ο εκκαλών ως μισθωτής το άνω χρονικό διάστημα συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα, αποθηκεύοντας εκεί τα εμπορεύματά του παρά την ύπαρξη του ελαττώματος που επικαλείται και είχε ως εκ τούτου υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα που οφείλεται ως αντάλλαγμα της χρήσεως που πραγματοποίησε".

Ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ως ανωτέρω, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού εξέλαβε την προταθείσα ως άνω ένστασή του, ως ερειδόμενη σε αχρεώστητη καταβολή μισθωμάτων, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου που αναιρούσαν ολικά την συμφωνημένη χρήση του, πράγμα που δεν ισχυρίστηκε αυτός, και όχι ότι, λόγω του ότι αυτός είχε δικαίωμα σε καταβολή μειωμένου μισθώματος, εξ αιτίας πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, που αναιρούσαν ουσιωδώς (και όχι ολικά) την συμφωνημένη χρήση του, είχε καταβάλει αχρεωστήτως στους αρχικώς ενάγοντες το ποσό των 45.962 ευρώ, λόγω διαφοράς μεταξύ των καταβληθέντων και των νόμιμα οφειλομένων μισθωμάτων κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα και συνεπώς, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νομίμως και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πέραν του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο βαθμός ελαττώσεως της χρήσεως του μισθίου ακινήτου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ’ όσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο, αλλά αρκείται να αναφέρει όλως αορίστως στο δικόγραφο της αναιρέσεως ότι "κατά την πρωτόδικη δίκη προέβαλα παραδεκτά και νόμιμα ένσταση συμψηφισμού, ποσού...", χωρίς να αναφέρει περαιτέρω, κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι ο ανωτέρω, εισαχθείς στην δίκη υπό την μορφή της ενστάσεως συμψηφισμού, αυτοτελής ισχυρισμός του προτάθηκε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και χωρίς να προσδιορίζει, όπως ώφειλε, τον τρόπο προτάσεως του εν λόγω ισχυρισμού, αν δηλαδή προτάθηκε προφορικά κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή αν περιλήφθηκε στις κατατεθείσες προτάσεις επί της έδρας στο πρωτόδικο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο - του οποίου δεν είναι δικονομικώς επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο - αν ο ως άνω ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλομένη απόφασή του πράγματα που προτάθηκαν νομίμως και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα την προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

και αφετέρου ότι απέρριψε την ένσταση αυτή δεχόμενο κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του αυτού ως άνω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ’ αριθμ. 347/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δεχθέν ότι με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η (προγενέστερη) από 18.1.2008 αγωγή του κατά των εκμισθωτών του επιδίκου μισθίου ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσον ως προς την κυρία βάση αυτής, δηλαδή ως προς την αναγνώριση ότι αυτός δεν όφειλε μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 και εφεξής, λόγω εμφανίσεως πραγματικών ελαττωμάτων που εμπόδιζαν ολικά την συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου και ότι είχε καταβάλει αχρεωστήτως τα μισθώματα για την εν λόγω περίοδο, ανερχόμενα στο ποσό των 57.962 ευρώ, τα οποία ζήτησε να του καταβληθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, όσο και προς την επικουρική βάση αυτής, κατά την οποία, σε περίπτωση που κριθεί ότι δικαιούται μόνο μείωση του μισθώματος, λόγω υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων, να καθοριστεί ότι το μίσθωμα που όφειλε να καταβάλει δεν υπερβαίνει το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως και συνολικά κατά τα παραπάνω έτη το ποσό των 9.000 ευρώ, το οποίο ζήτησε να του καταβληθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ενώ πραγματικά με την προαναφερόμενη εφετειακή απόφαση είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη μόνο η κυρία βάση της αγωγής του, όχι δε και η επικουρική βάση αυτής, η οποία απερρίφθη ως αόριστη και ότι αποτέλεσμα της εσφαλμένης αυτής κρίσεώς της περί την έκταση του δεδικασμένου της ως άνω εφετειακής αποφάσεως ήταν να απορρίψει την προβληθείσα από αυτόν ένσταση συμψηφισμού, ποσού 45.962 ευρώ, ως καταβληθέντος αχρεωστήτως από διαφορές των πράγματι καταβληθέντων και των νόμιμα οφειλομένων μισθωμάτων, λόγω της υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στο μίσθιο που αναιρούσαν ουσιωδώς την συμφωνηθείσα χρήση του.

Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., μη προβαλλόμενος επικουρικώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του αμέσως προηγουμένου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπομένη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο της προβληθείσας ενστάσεως που ερείδεται στην ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων που αναιρούσαν ουσιωδώς την χρήση του μισθίου.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός (καθ’ όσον αφορά στην πράγματι απορριφθείσα από το Εφετείο ένσταση συμψηφισμού λόγω πραγματικών ελαττωμάτων που αναιρούσαν ολικά την συμφωνημένη χρήση) κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, δεν έγινε γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά παράβαση του νόμου, την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ’ αριθμ. 347/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, δηλαδή δεν απερρίφθη αυτή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, αλλά αντίθετα, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες παραπάνω σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, [κατ’ αρχήν], να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 579/2015, ΑΠ 628/2010, ΑΠ 2402/2007, ΑΠ 1928/2008).

Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, για το χρονικό διάστημα από 29.7.2009 έως 30.9.2009, οπότε τα εντός του μισθίου εμπορεύματα ευρίσκοντο στην κυριότητα, νομή και κατοχή της εταιρίας, με την επωνυμία "....", η οποία είχε αναδειχθεί υπερθεματίστρια κατά τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό, ισχυρισμός, ο οποίος είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τον οποίο είχε επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως γιατί, σύμφωνα με όσα αμέσως παραπάνω έχουν εκτεθεί, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου αφορά στο ουσιαστικό απαράδεκτο, ενόψει του ότι κατ’ αρχήν νομιμοποιείται ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, ο οποίος, κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεος και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

και όχι στο δικονομικό απαράδεκτο, το οποίο ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, πέραν του ότι υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως (πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική, επί της υποθέσεως, απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Εν προκειμένω, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το προεκτεθέν κεφάλαιό της, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει κατά το ως άνω μέρος της, καθώς επίσης και ως προς το αρρήκτως συνδεόμενο μετ’ αυτής κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, που επιβλήθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκε το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ ως αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2008 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2009, μολονότι για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 16.12.2008 μέχρι 19.1.2009 (1 και 1/10 μήνες) δεν υφίστατο αντίστοιχο αίτημα, πρέπει από το συνολικώς επιδικασθέν με την προσβαλλομένη απόφαση ποσό των 10.252,13 ευρώ να αφαιρεθεί το ποσό των 550 ευρώ, που αναλογεί στην αποζημίωση του προεκτεθέντος χρονικού διαστήματος (500 ευρώ Χ 1 1/10 μήνες).

Επομένως, η ένδικη από 28.9.2009 αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη για το ποσό των 9.702,13 (10.252,13 - 550 = 9.702,13) ευρώ. Ο εκκαλών - εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού, ενώ αντίθετα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσης αναιρετικής δίκης βαρύνουν κατά ένα μέρος τους αναιρεσιβλήτους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1, 183 του Κ.Πολ.Δικ.), θα καθοριστούν δε κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσοστά στους: Α. χα Ι. Κ., Π. Ι. Κ. και Δ. Κ. ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ι. Κ. και στον Κ. Χ. Φ., το ποσό των εννέα χιλιάδων επτακοσίων δύο ευρώ και δεκατριών λεπτών (9.702,13) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τον εκκαλούντα - εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τόσον της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας δίκης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων την πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος της παρούσης αναιρετικής δίκης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ