199/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Legislator headnote
AI generated199/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 199 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 199/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας-Πειραιά, ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ - Γ.Ν. Δυτικής Αττικής Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ" το οποίο αποτελεί από 1-1-2013 ενιαίο ΝΠΔΔ που εδρεύει στην Νίκαια και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Τρυφωνίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1) Δ.-Ν. Κ. του Λ., κατοίκου ... έως και 26) Ε. Χ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α.α 3, 6, 11, 15, 17, 18,19, 22, 26 των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Φίλια και κατέθεσαν προτάσεις, οι λοιποί δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 487/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 487/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. . Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι συζήτηση για την κρινόμενη αίτηση, για αναίρεση της υπ' αρ.487/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ορίσθηκε η σημειούμενη στην αρχή της παρούσης. Κατά την δικάσιμο αυτή, εμφανίστηκαν εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο και έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 3, 6, 11,15, 17, 18, 19, 22 και 26.
Δεν εμφανίστηκαν όμως, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι λοιποί αναιρεσίβλητοι. Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεων, από το αναιρεσείον: Α) υπ' αρ. 5007γ/20-11-2014, 5009γ/20-11-2014, 4997γ/18-11-2014, 5015γ/20-11-2014, 5016γ/2011-2014, 5001γ/19-11-2014, 5005γ/2011-2014, 5011γ/20-11-2014, 5013γ/20-11-2014και 5000/20-11-2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι.
Χ., Β) υπ' αρ. 011005/12-11-2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης Ο. Μ., Γ) υπ' αρ. 001604/7-11-2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τριπόλεως, Ε. Κ., Δ) υπ' αρ. 13315/11-11-2014 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης Ν. Π. και Ε) υπ' αρ. 3354Γ/11-11-2014 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Ε.
Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, καθώς και κλήση για παραστούν στην αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και προσηκόντως στους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους, πλην εκείνων, που αναφέρονται με τους αντίστοιχους στο αναιρετήριο αριθμούς 5, 10 και 21 (Β. Φ., Π. Φ. και Δ.
Μ.) για τις οποίες το αναιρεσείον υποστηρίζει (με τις προτάσεις του), ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της αίτησης και κλήσης για συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν πρέπει: 1) εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση για τις μη κλητευθείσες, ως άνω αναιρεσίβλητες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτές, 2) να συζητηθεί αντιμωλία η υπόθεση για τους παριστάμενους και 3) παρά την απουσία των λοιπών (νομίμως κλητευθέντων), να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήταν παρόντες οι τελευταίοι. 2.
Το άρθρο 4 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων από το νομοθέτη. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαυών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα δε με την Εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο ως άνω Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" κ.λ.π).
Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στους αποσπασμένους σ' αυτή". Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την Εισηγητική Έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα, το οποίο από 1-9-2007 αναπροσαρμόσθηκε σε 300 ευρώ, με την υπ' αρ. 2/52281/0222/17-8-2007 ΥΑ, χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν εξαιτίας των αναφερόμενων στην Εισηγητική Έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Γενικού Νοσοκομείου Νικαίας (Ν.Π.Δ.Δ.) κατά της υπ` αρ. 114/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νικαίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 27-3-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διώκουσα την χορήγηση σ` αυτούς, ως εργαζομένων στο παραπάνω Νοσοκομείο, του προβλεπόμενου από το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 μηνιαίου επιδόματος ειδικής απασχολήσεως, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: "Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι), υπηρετούν ως ειδικευόμενοι ιατροί του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Νοσοκομείου, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες ήταν ισχυρές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2005 και εφεξής.
Υπάγονται στο μισθολογικό πλαίσιο του Ν. 1397/1983 "περί μισθοδοσίας ιατρών ΕΣΥ κ.λ.π", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.2606/1998 και ισχύει σήμερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 περ.1, 2, 4 και 8 του Ν. 123/1975 και Ν.Δ. 2592/1953, που αφορούν ειδικότερα τους ειδικευόμενους ιατρούς, ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και έχουν νόμιμο δικαίωμα σε απολαβή κάθε μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, άλλως επεκτείνει κάθε αντίστοιχη μισθολογική παροχή, η οποία ήδη προβλέπεται και χορηγείται σε συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δυνάμει του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, ήτοι του επιδόματος "ειδικής απασχόλησης", το οποίο χορηγήθηκε σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 και εφεξής, το οποίο από 1.9.2007 αναπροσαρμόστηκε στα 300 ευρώ, με την υπ' αρ. 2/52281/0222/17.8.2007 ΥΑ, καθόσον η αιτιολόγηση της χορήγησης του εν λόγω επιδόματος κατά την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου η οποία είναι "ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο Ε.Σ.Υ., με τη μετονομοσία των "ΠΕΣΥ" σε "ΔΥΠΕ" και την επικαλούμενη αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ν.π.δ.δ.
κλπ" και επιπλέον ότι "με τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της Υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει έναν επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας", είναι πολύ γενική και αφορά επομένως και τα Νοσοκομεία, τα οποία είναι πρωτίστως επιφορτισμένα με την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.
Περαιτέρω, το παραπάνω επίδομα χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δηλαδή η επίδικη μισθολογική παροχή προφανώς ουδόλως συναρτάται με τις ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης των δικαιούχων αυτής μισθωτών (ιατρών και υπαλλήλων), γεγονός το οποίο προκύπτει από τη γενικόλογη διατύπωση της σχετικής διατάξεως που την καθιερώνει χορηγώντας την σε αυτούς ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή τους θέση και τα κατ' ιδίαν υπαλληλικά τους καθήκοντα με μοναδικό κριτήριο την οργανική τους ένταξη στο εν γένει "προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".
Η ίδια όμως αιτιολογία απολήψεως του ενδίκου επιδόματος ισχύει και για τους απασχολούμενους στα Νοσοκομεία ιατρούς (μόνιμους και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου), οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι οργανικά ενταγμένοι στο εποπτεύον τα Νοσοκομεία, Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασφαλώς τυγχάνουν αποδέκτες, σε εργασιακό επίπεδο, των όποιων συνεπειών των επιδιωκόμενων διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της Υγείας, ακριβώς όπως και οι ρητώς κατονομαζόμενοι στην επίδικη διάταξη ως δικαιούχοι του ενδίκου επιδόματος.
Με άλλα λόγια, οι παραπάνω "αιτίες" και "προϋποθέσεις", οι οποίες επέβαλλαν τη χορήγηση του ενδίκου επιδόματος ειδικής απασχόλησης, αντιστοιχούν και με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των εναγόντων-εφεσίβλητων ειδικευομένων ιατρών, εφόσον ο επιδιωκόμενος "συντονισμός των δραστηριοτήτων" ενός εποπτευομένου φορέα, όπως είναι εν προκειμένω το εναγόμενο-εκκαλούν Νοσοκομείο, συνεπάγεται αναγκαία και την αντίστοιχη δική τους συμμετοχή και συμβολή, δηλαδή τον αντίστοιχο δικό τους αυξημένο φόρτο απασχόλησης και τις δικές τους αντίστοιχες αυξημένες ευθύνες, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση, αξιοποίηση και αναβάθμισή του, προς όφελος εν τέλει των πολιτών που έχουν ανάγκη των υπηρεσιών υγείας, έργο (επιτελικός ρόλος, συντονισμός δραστηριοτήτων και άλλα αναφερόμενα στην ως άνω αιτιολογική έκθεση του νόμου) που δεν έχει αφεθεί μόνο στα χέρια του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσία του Υπουργείου (ιατρικού και υπαλληλικού τοιούτου), συμπεριλαμβανομένων των κλητήρων, νυκτοφυλάκων, ηλεκτρολόγων, υδραυλικών, οδηγών, κηπουρών και λοιπών εργαζομένων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου.
Η επίδικη διάταξη αναφέρεται συλλήβδην στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και ως εκ τούτου συνάγεται ότι εάν πράγματι ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει ή να διαφοροποιήσει κάποια κατηγορία εξ αυτών, ρητώς θα το κατέγραφε, αν και τότε θα έπρεπε να αιτιολογήσει την όποια διαφοροποίηση και την ενδεχόμενη εξαίρεση κάποιων από τη γενική αυτή καταβολή.
Η επίδικη επιδοματική παροχή ούτε προβλέπεται μόνο για κάποια συγκεκριμένη κατηγορία ή ειδικότητα εκ του προσωπικού του υπηρετούντος στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, ούτε συναρτάται από την ύπαρξη ειδικότερων προσόντων ή την παροχή συγκεκριμένων καθηκόντων ή υπηρεσιών μέρους ή όλου του προσωπικού αυτού, γεγονός το οποίο προδήλως σημαίνει ότι την δικαιούνται άπαντες οι εργαζόμενοι εκεί, ανεξαρτήτως ιεραρχικής θέσεως ή ειδικότητος, επομένως και ανεξαρτήτως αν εργάζονται με βάση συμβάσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.
Περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι η επίδικη επιδοματική παροχή δεν είναι πρωτοφανής αφού και άλλες φορές επιχειρήθηκε στο παρελθόν η αυθαίρετη και επιλεκτική μισθολογική διαφοροποίηση των εργαζομένων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας, είτε παντελώς αναιτιολόγητα είτε με γενικόλογες, αόριστες και αναντίστοιχες με την πραγματικότητα αιτιολογίες και ειδικότερα αφενός με τη χορηγηθείσα με τη διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981 επιδοματική παροχή υπέρ των νοσηλευτριών μαιών και αδελφών νοσοκόμων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας και αφετέρου με τη χορηγηθείσα με τις ΚΥΑ:
ΟΙΚ 2/89161/0022/4-12-2000- ΦEK 97/31-1-2001 και στη συνέχεια ΟΙΚ 2/65814/022/12-11-2001- ΦΕΚ 1523/13-11- 20001 "Ειδική Αποζημίωση" εκ δραχμών 100.000 μηνιαίως υπέρ του συνόλου του προσωπικού (ιατρικού, υπαλληλικού και βοηθητικού) της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας-Προνοίας, από 1-¬6-2000 μέχρι και 31-12-2001, όχι όμως και υπέρ των αντιστοίχων κατηγοριών και ειδικοτήτων του εν γένει προσωπικού των Νοσοκομείων και λοιπών Δημοσίων Νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Επισημαίνεται εδώ ότι με τις ανωτέρω ΚΥΑ ως αιτιολογία χορηγήσεως της "ειδικής αποζημίωσης" των 100.000 δραχμών που καθιέρωσαν είχε προβληθεί "η προώθηση και υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Υγείας" όπως αυτή είχε εξαγγελθεί με τη δημιουργία των ΠΕΣΥ, βάσει του Ν. 2889/2001, δηλαδή νομοθετήματος απολύτως αντίστοιχου προς το Ν. 3329/2005 για την μετονομασία των ΠΕΣΥ σε ΔΥΠΕ, με τον οποίο καθιερώθηκε το επίδικο επίδομα "ειδικής απασχόλησης".
Αποτέλεσμα των παραπάνω νομοθετικών ρυθμίσεων ήταν η προσφυγή πλείστων εκ των αυθαιρέτως εξαιρεθέντων από τις εν λόγω επιδοματικές παροχές στα αρμόδια πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια και η τελεσίδικη δικαίωσή τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η εξαίρεση των εναγόντων από το αιτούμενο μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και κατέληξε ότι, για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους ενάγοντες, εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική αυτή ρύθμιση. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, καθόσον οι εργαζόμενοι, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας, αλλά και στα άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα (Ν.Π.Δ.Δ.), ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη στην οποία ανήκουν οι υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αλλά και στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών, η διαφορετικότητα δε αυτή συνίσταται κυρίως στις συνθήκες εργασίας, οι οποίες, ενώ για τους τελευταίους επιβαρύνθηκαν με την ανάθεση σ' αυτούς πρόσθετων καθηκόντων, αναγομένων στην υλοποίηση των επερχομένων με το Ν. 3329/2005 διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, για τους αναιρεσιβλήτους παρέμειναν αμετάβλητες, αφού ούτε και από τις παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου προκύπτει ότι ανατέθηκαν και στους εργαζόμενους στο αναιρεσείον Νοσοκομείο (Ν.Π.Δ.Δ.) συγκεκριμένα πρόσθετα καθήκοντα σχετικά με την υλοποίηση των ως άνω αλλαγών.
Έτσι, η χορήγηση στους παραπάνω υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επίδικου επιδόματος με το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 και η παράλειψη χορηγήσεως αυτού και στους εργαζομένους στα Νοσοκομεία είναι δικαιολογημένη και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε και στην αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχειρίσεως των εργαζομένων.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον από τα εκτιθέμενα στην αγωγή που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Εφετείου, οι απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων-εναγόντων, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμες, και συνακόλουθα δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τις αναιρεσίβλητες, Β. Φ., Π. Φ. και Δ. Μ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για της πιο πάνω αναιρεσίβλητες.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την υπ' αρ. 487/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Κρατεί και δικάζει την από 15-2-2011 (αρ. κατ. 1606/17-2-2011) έφεση του Ν.Π.Δ.Δ "Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας "ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ"- Γ.Ν Δυτικής Αττικής "ΑΓ. ΒΑΡΒΑΡΑ"" Δέχεται κατ' ουσία την έφεση, όσον αφορά όλους τους εφεσίβλητους, πλην των Β. Φ., Π. Φ. και Δ. Μ..
Εξαφανίζει την υπ' αρ. 114/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νικαίας Πειραιώς για όλους τους διαδίκους πλην των τριών πιο πάνω αναφερομένων Κρατεί και δικάζει την υπόθεση
Απορρίπτει την από 15-3-2010 (αρ. κατ. 65/2010) αγωγή, για όλους τους ενάγοντες, πλην των Β. Φ., Π. Φ. και Δ. Μ.. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους, για τους οποίους συζητήθηκε η υπόθεση, τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2015. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ