Legislator Case Law & Legislation
199/2008 AI generated

199/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 199/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

199/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α)... , β)... , γ)... , δ) για καθυστέρηση καταθέσεως στο ταμείο των εισπράξεων που πραγματοποιήθηκαν όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος, δηλαδή για μη παράδοση των εισπράξεων του λεωφορείου καθώς και των φύλλων πορείας σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ, που είχε οριστεί για το έργο αυτό στις ημέρες, ώρες και τόπο που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

Keywords

AI generated
resignation of the government suspension of unemployment benefits cessation of accident benefits political arbitration withdrawal of social benefits severance pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 199 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 199/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", λειτουργούσα με τον διακριτικό τίτλο "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ Α.Ε.", ως καθολικής εκ μετατροπής διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με έδρα το Βόλο με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Υπεραστικών Γραμμών Νομού Μαγνησίας", που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρίας Δημήτριος Κολυνδρίνης, που όρισε πληρεξούσιό της τον Θεόφιλο Κώτσιο, δικηγόρο Λάρισας. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 64/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και 242/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2005 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1946/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-3-2007 κλήση της καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε προβλέπεται από τον κανονισμό και αν είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή και το σκοπό στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.

Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 18 του ΠΔ 229/1994 "Περί Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΚΤΕΛ", όπως είχε κατά την αρίθμησή της πριν το ΠΔ 300/1996, με το άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου αναριθμήθηκαν οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του εν λόγω άρθρου 18 σε 4, 5, 6, 7, 8 και 9, αντιστοίχως, ορίζεται ότι επιβάλλεται ποινή αργίας έως 15 ημέρες:

α)... , β)... , γ)... , δ) για καθυστέρηση καταθέσεως στο ταμείο των εισπράξεων που πραγματοποιήθηκαν όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος, δηλαδή για μη παράδοση των εισπράξεων του λεωφορείου καθώς και των φύλλων πορείας σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ, που είχε οριστεί για το έργο αυτό στις ημέρες, ώρες και τόπο που ορίζονται από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

του ΚΤΕΛ, με την παράγραφο 5 (ήδη παράγραφο 6) ορίζεται ότι επιβάλλεται ποινή προσωρινής παύσεως έως ένα μήνα: α) για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί η ποινή των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, εφόσον δεν πέρασαν δύο έτη από την τελευταία επιβολή της ποινής για το ίδιο παράπτωμα ανεξάρτητα από την έκτιση της ποινής, β)... , γ)... , δ) για την καθυστέρηση παραδόσεως εισπράξεων πάνω από 5 ημέρες και με την παράγραφο 6 (ήδη παράγραφο 7) ορίζεται ότι η ποινή της οριστικής απολύσεως επιβάλλεται:

α) για υποτροπή σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί η ποινή των περιπτώσεων β, γ, δ, ε της προηγούμενης παραγράφου 5 (ήδη παραγράφου 6), εφόσον δεν πέρασαν τρία έτη από την τελευταία επιβολή ποινής για το ίδιο παράπτωμα ανεξάρτητα από την έκτιση της ποινής. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται σαφώς αφενός ότι το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής αργίας είναι οι δεκαπέντε ημέρες και αφετέρου ότι προϋπόθεση επιβολής της προβλεπόμενης ποινής της οριστικής απολύσεως είναι να έχει προηγηθεί επιβολή της ποινής της προσωρινής παύσεως για παράπτωμα προβλεπόμενο από την παράγραφο 5 (ήδη παράγραφο 6) και όχι ποινής αργίας για παράπτωμα προβλεπόμενο από την παράγραφο 4 (ήδη παράγραφο 5).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΚΤΕΛ Νομού Μαγνησίας στις ..... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί, και εργάσθηκε έκτοτε, ως εισπράκτορας στα ενταγμένα σ' αυτό λεωφορεία.

Το Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Νομού Μαγνησίας επέβαλε στον αναιρεσίβλητο τις εξής ποινές: α) με την ......... απόφασή του την ποινή της αργίας των 20 ημερών, με την αιτιολογία ότι "προσήλθε στο ταμείο του ΚΤΕΛ και παρέδωσε τα φύλλα πορείας ..... της 4-12-2001 και της 5-12-2001 με συνολικές εισπράξεις 123.900 δραχμών με καθυστέρηση ενός μηνός" και 2) με την ......

απόφασή του την ποινή της οριστικής απολύσεως, κατά πλειοψηφία, με την αιτιολογία ότι "γιατί προσήλθε στο ταμείο του ΚΤΕΛ και παρέδωσε τα φύλλα πορείας ....... της 6-12-2001 και της 29-12-2001, που αντιστοιχούσαν σε 65.970 δραχμές, με καθυστέρηση πάνω από πέντε ημέρες καθ' υποτροπή". Στη συνέχεια, με την από 31-5-2002 δήλωσή του, που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο την ίδια ημέρα, το αναιρεσείον κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, η οποία, όπως και οι προηγηθείσες αποφάσεις του Πειθαρχικού του Συμβουλίου, είναι παράνομη, γιατί ως προς μεν την ποινή αργίας το ανώτερο όριο είναι των 15 ημερών (παρ. 4 και ήδη 5 του άρθρου 18 ΠΔ 229/1994), για να επιβάλει δε το εν λόγω Συμβούλιο την αυστηρότερη ποινή της οριστικής απολύσεως πρέπει ο εργαζόμενος του ΚΤΕΛ να είναι υπότροπος σε παράπτωμα για το οποίο έχει επιβληθεί η ποινή των περιπτώσεων β, γ, δ και ε της προηγούμενης παραγράφου 5 και ήδη, με την αναρίθμηση που αναφέρεται ανωτέρω, της παραγράφου 6, δηλαδή της προσωρινής παύσεως και όχι της παραγράφου 4, και μετά την αναρίθμηση της παραγράφου, 5, δηλαδή της αργίας έως 15 ημερών.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον υπάρχει ακυρότητα οφείλονται στον αναιρεσίβλητο ως μισθοί υπερημερίας οι συνομολογούμενες αποδοχές των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2002 από 1.181,20 ευρώ κατά μήνα. Με τις κρίσεις του αυτές το εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 18 του ΠΔ 229/1994 και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ εκτιμά το περιεχόμενο του εγγράφου όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο επικαλούμενος το έγγραφο, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραμορφώσεως: α) των ..... και ....... αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, τις οποίες το τελευταίο αυτό επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη και β) των από 14-1-2002 και 1-4-2002 αντιστοίχων κλήσεων σε απολογία του αναιρεσιβλήτου.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει: α) ότι το εφετείο αποδίδει στις δύο παραπάνω αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο που τους προσδίδει και το τελευταίο αυτό, δηλαδή ότι με την πρώτη επιβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο ποινή αργίας 20 ημερών και με τη δεύτερη απ' αυτές ποινή οριστικής απολύσεως, για τα αναφερόμενα ως άνω αντίστοιχα πειθαρχικά του παραπτώματα και β) ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του και επομένως δεν προήλθε σε οποιαδήποτε εκτίμηση του περιεχομένου τω ως άνω κλήσεων σε απολογία του αναιρεσιβλήτου, αφού άλλωστε οι εν λόγω κλήσεις δεν είχαν επικληθεί και προσκομισθεί νομίμως από το αναιρεσείον στην κατ' έφεση δίκη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω πειθαρχικών αποφάσεων, αλλά ορθά ανέγνωσε αυτές, το γεγονός δε ότι κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον κρίνει ως ορθό, δηλαδή ότι η επιβολή των ανωτέρω ποινών δεν ήταν σύννομη, αποτελεί κρίση αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ενώ η αιτίαση περί παραμορφώσεως των ως άνω κλήσεων σε απολογία, στηρίζεται στην ανύπαρκτη προϋπόθεση της αξιολογήσεως και εκτιμήσεώς τους από το Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.9.2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΑΕ" για αναίρεση της 242/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ