Legislator Case Law & Legislation
1999/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding invalid will due to lack of capacity grounds.

Case Number 1999/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting the validity of a public will. The appellant argued that the testator lacked capacity due to a prior court order for legal representation, but the court found this argument unconvincing. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1718, 1719, 1720 of the Civil Code; The court must strictly interpret statutory requirements for legal representation capacity, and an appeal based on erroneous application of these specific provisions regarding the timing of incapacity is inadmissible if the lower court's reasoning aligns with the law.

Keywords

AI generated
invalid will legal representation testamentary capacity appeal admissibility civil procedure court costs public will

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1718 of the Civil Code
Article 1719 number 2 of the Civil Code
Article 1720 paragraph 1 of the Civil Code
Article 603 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1999 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1999/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Ά. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5) Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πήττα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4771/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3902/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3902/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την 4771/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτούς, και στη συνέχεια απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αναγνωριστική ακυρότητας δημόσιας διαθήκης αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 1718 ΑΚ "διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", κατά δε το άρθρο 1719 αριθ. 2 του ίδιου Κώδικα, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη", ενώ κατά το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, "η ανικανότητα των συμπαραστατουμένων αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, με βάση τις οποίες διατάχθηκε η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση".

Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο, το υπό δικαστική συμπαράσταση πρόσωπο είναι ανίκανο να συντάξει διαθήκη, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα του άρθρου 1681 εδ. α' ΑΚ, που προβλέπει ότι τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση, από τη στιγμή υποβολής της σχετικής αίτησης ή της πράξης προς εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση.

Όπως δε συνάγεται και από το γράμμα της διάταξης, γίνεται διάκριση μεταξύ της πλήρους και της μερικής στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και επί μεν της πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης ο συμπαραστατούμενος είναι ανεξαιρέτως ανίκανος για τη σύνταξη διαθήκης, ενώ επί της μερικής, όπως συνάγεται και από τον συνδυασμό των άρθρων 1719 αριθ. 2 και 1678 παρ. 3 ΑΚ, υφίσταται κατ'αρχήν ανικανότητα του συμπαραστατούμενου, λόγω και του χαρακτήρα της διαθήκης, κατά κανόνα, ως χαριστικής δικαιοπραξίας, εκτός αν επιτρέπεται αυτό ρητά με την απόφαση που θέτει το πρόσωπο σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, κατά καθολικό τρόπο, ως προς όλα τα είδη των διαθηκών ή μερικά, ως προς ορισμένα από αυτά, αντίστοιχα.

Η ανικανότητα, κατά τα προαναφερθέντα, ανατρέχει στον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης ή της πράξης προς εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση. Προϋπόθεση, βέβαια, είναι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης ή πράξης, που διατάσσει τη θέση του διαθέτη σε καθεστώς πλήρους στερητικής ή μερικής συμπαράστασης, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και να έχει καταστεί η απόφαση αυτή τελεσίδικη πριν τον θάνατό του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1720 εδ. α' ΑΚ "αν ο συμπαραστατούμενος, από τον οποίο αφαιρέθηκε (ή: έχει αφαιρεθεί) ρητά η ικανότητα να συντάσσει διαθήκη, συνέταξε διαθήκη προτού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον υπέβαλε στη δικαστική συμπαράσταση, η μεταγενέστερη τελεσιδικία της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της διαθήκης, αν ο διαθέτης πεθάνει πριν από την τελεσιδικία".

Η διάσωση του κύρους της διαθήκης, στην περίπτωση αυτή, υπαγορεύεται από το γεγονός ότι η δίκη επί της αίτησης ή πράξης καταργείται με τον θάνατο του συμπαραστατέου πριν την τελεσιδικία της εκδοθείσας οριστικής απόφασης, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 1719 ΑΚ, που προϋποθέτει τη θέση του διαθέτη σε καθεστώς συμπαράστασης.

Η μη επέλευση της τελεσιδικίας στερεί, εξάλλου, τον αποβιώσαντα διαθέτη από το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ορθότητα της οριστικής απόφασης. Από την λογική και τελολογική ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως (1720 εδ. α'ΑΚ) λόγω της ασαφούς της διατύπωσης από νομοτεχνικής πλευράς, συνάγεται ότι αυτή δεν καταλαμβάνει μόνο την περίπτωση που η προρρηθείσα απόφαση διέταξε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση αλλά και εκείνη που διέταξε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, διότι και οι δύο περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ενιαία, ενόψει του ότι δεν συντρέχει λόγος διαφορετικής μεταχείρισής τους, δεδομένου και του προεκτεθέντος δικαιοπολιτικού λόγου θέσπισης του εν λόγω κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.

ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Την 10η Ιουνίου 2016 απεβίωσε στη ... του Δήμου Ελευσίνας Αττικής και συγκεκριμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας "ΘΡΙΑΣΙΟ", από βαριά λοίμωξη του αναπνευστικού ο Θ.

Σ.-Ν. του Α. και Α., ηλικίας ενενήντα ενός ετών, κάτοικος εν ζωή ... (βλ. προσκομιζόμενο με ημερομηνία 10.06.2016 αντίγραφο της με αριθμό 31/1/2016 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, εκδοθέν από τη ληξίαρχο του Δήμου Ελευσίνας). Ένα σχεδόν έτος προ του θανάτου του και συγκεκριμένα στις 22.07.2015 συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτας Μπαρμπαλιά-Φουρλή η με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του με το με αριθμό 4599/07.11.2016 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (Τμήμα Διαθηκών), καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του ιδίου Δικαστηρίου στον τόμο 198 και με αριθμό 38 και με την οποία εγκαθιστά ως κληρονόμους του τα ανήψια του και δη τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, τον εναγόμενο-πρώτο εκκαλούντα, τις τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη δεύτερη και τρίτη των εκκαλουσών αντίστοιχα, καθώς επίσης τη σύζυγο και τον υιό του ενάγοντος-εφεσίβλητου, ήτοι τους δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων, και τους μη συνδεόμενους με συγγενική σχέση με αυτόν έκτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο εκκαλούντα, έβδομη εναγομένη, όγδοο εναγόμενο και ήδη τέταρτο εκκαλούντα και ένατο εναγόμενο.

Η δημόσια αυτή διαθήκη του έχει το εξής περιεχόμενο "Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου και επιθυμώ να ισχύσει η παρούσα. Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμους μου τους παρακάτω : Την Ε. σύζυγο Μ. Π., το γένος Κ. και Δ. Κ. στην οποία αφήνω: 'Ένα ακίνητο (μαιζονέτα) επί της οδού .... Ένα οικόπεδο στη θέση ... με πρόσοψη στην ....

όσης εκτάσεως είναι. Ένα αγροτεμάχιο στη θέση ... του Δήμου ... εκτάσεως 6197 περίπου. Ένα οικόπεδο εκτάσεως μ2 900 ή όσον είναι στο 69 Ο.Τ. στη θέση .... Τον ανεψιό μου Α. Μ. του Δ. στον οποίον αφήνω Δύο διαμερίσματα το ένα του ισογείου ορόφου και το άλλο του δευτέρου ορόφου με ονομασία (Β4) της πολυκατοικίας στην οδό ....

Χωράφι οκτώ στρέμματα στη θέση ... .... Χωράφι δυόμιση στρέμματα στη θέση .... Οικόπεδο επί των οδών ... και ... στο Ο.Τ. 36 όσης έκτασης είναι. Ένα αμπέλι στη θέση ... της Δ. Ενότητας ..., πέντε στρεμμάτων περίπου. Το κληρονομικό μου μερίδιο από το σπίτι στα ..., μετά του οικοπέδου του. Ένα αμπέλι στη θέση ... του Δήμου ...

εκτάσεως όσον είναι κατά το ανήκον σε μένα ποσοστό. Τον Ά. Μ. που μένει στην οδό ... 12Β στον οποίο αφήνω ένα ακίνητο (μαιζονέτα) στο Ο.Τ. 36 του Δήμου ... επί της οδού ... 12 Β ως δώρο από εμένα προς αυτόν. Το μισό οικόπεδο εξ αδιαιρέτου περίπου 400 τετραγωνικά του όλου στο Ο.Τ. 83 του Δήμου .... Τον Μ. Μ., κάτοικο ... στον οποίο αφήνω το άλλο μισό του οικοπέδου στο Ο.Τ. 83 εκτάσεως του όλου 400 μ2.

Τον Μ. Π. του Α. στον οποίο αφήνω ένα αμπέλι στη θέση ... στο χωριό ... οκτώ (8) περίπου στρεμμάτων προερχόμενο από αναδασμό με το υπ' αριθμόν 36 - Χωράφι όσης έκτασης και εάν είναι στη θέση ... ... κατά το ποσοστό μου. Τον Α. Π. του Μ. στον οποίο αφήνω ένα οικόπεδο εντός σχεδίου στο Ο.Τ. 83 με πρόσωπο στην Κ. Κ. περίπου 400 μ2.

Τις Μ. Σ. του Μ. και Ά. Γ. του Λ. στις οποίες αφήνω ένα διαμέρισμα κατ' ισομοιρίαν στην πολυκατοικία στην οδό ... 3 του πρώτου ορόφου. Την Α. Φ. Τ. που έχει πάρει το όνομα της μητέρας μου και του πατέρα μου στην οποία αφήνω ένα οικόπεδο στο 83 Ο.Τ. ... με πρόσοψη στον υπό διάνοιξη δρόμο. Σε περίπτωση που κατά τον χρόνο του θανάτου μου δεν ζει κάποιος από τους ανωτέρω τετιμημένους η κληρονομιά αυτού να περιέρχεται στους κληρονόμους του αποβιώσαντος.

Στη Δημοτική Ενότητα ... αφήνω, ως δωρεά, το πατρικό μου σπίτι στη ... που είναι στο Ο.Τ. 29 το οποίο είναι το πρώτο κτισμένο σπίτι στη ... αρβανίτικο αγροτικό σπίτι το οποίο θέλω να μην αλλάξει αρχιτεκτονική μορφή και να το χρησιμοποιούν για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Επιθυμώ δε να αναρτηθεί στην πρόσοψη του σπιτικού αναμνηστική πλάκα με το όνομά μου ως δωρητού.

Στο σημείο αυτό ο διαθέτης επεράτωσε τις διατάξεις του και δεν έχει να προσθέσει τίποτα άλλο". Μετά τη δημοσίευση της εν λόγω δημόσιας διαθήκης ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17.01.2017 (αρ. κατ. 502997/286/25.01.2017) αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της για το λόγο που αναφέρεται ανωτέρω.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πριν από τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης και συγκεκριμένα στις 20.02.2014, ο διαθέτης έχοντας πλήρη πνευματική διαύγεια και άριστο γνωστικό επίπεδο, όπως άλλωστε όλοι οι διάδικοι συνομολογούν, είχε καταθέσει στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπό ημερομηνία 19.02.2014 και με αριθμό κατάθεσης ...

αίτησή του περί θέσης του σε δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1667 παρ. 2 ΑΚ, λόγω αποκλειστικά σωματικής αναπηρίας, εξαιτίας της οποίας δεν μπορούσε ευχερώς να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του. Η αίτησή του αυτή, ακριβές αντίγραφο της οποίας με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την -ορισμένη δικάσιμο της 20.06.2014 επιδόθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στις 24.02.2014 (σύμφωνα με τη με αριθμό ...

έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Μαρκατζάνου, όπως τούτο συνάγεται από την επισκόπηση του κειμένου της αποφάσεως που εκδόθηκε επί αυτής), συζητήθηκε στις 20.06.2014. Κατά τη συζήτησή της παραστάθηκε ο αιτών μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, εξετάσθηκε χωρίς όρκο στο ακροατήριο του δικαστηρίου εκείνου και κατέθεσε ότι επιθυμεί την πλήρη δικαστική συμπαράστασή του, οπότε εκδόθηκε επί της αιτήσεώς του η με αριθμό 3168/08.09.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία ο αιτών τέθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση λόγω σωματικής αναπηρίας, διορίσθηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης για τον χρόνο μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης και οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης για τον μετά την τελεσιδικία χρόνο ο νυν ενάγων-εφεσίβλητος ανηψιός του, καθώς και τριμελές εποπτικό συμβούλιο.

Πιο συγκεκριμένα κατά τις παραδοχές της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση το προσκομισθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και την χωρίς όρκο εξέταση του ιδίου του αιτούντος, ο αιτών, γεννηθείς το έτος 1924, έπασχε από αρτηριακή υπέρταση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, χρόνια ισχαιμική εγκεφαλοπάθεια (παροδικά εγκεφαλικά επεισόδια), λόγω των οποίων αδυνατούσε να περπατήσει, εξυπηρετείτο με αμαξίδιο, η δε αναπηρία του, καθόσον αυτός είχε άριστο επίπεδο επικοινωνίας και αντίληψης, ήταν μόνο σωματική, πλην όμως η εν λόγω σωματική αναπηρία του είχε σαν αποτέλεσμα να μη δύναται να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του και ιδίως να συναλλάσσεται με δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες αλλά ούτε να διαχειρίζεται τη μεγάλη ακίνητη περιουσία του λόγω της δυσκολίας στη μετακίνησή του, σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας του και είχε ανάγκη βοήθειας ετέρου προσώπου.

Η ως άνω με αριθμό 3168/08.09.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε με επιμέλεια της Γραμματείας του ως άνω Δικαστηρίου στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας Αθηνών ως την αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία στις 05.11.2014, στον τεθέντα κατόπιν αίτησής του σε δικαστική συμπαράσταση Θ. Σ.-Ν. του Α. στις 24.11.2014 και στον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη του, ήτοι στην προκείμενη δίκη ενάγοντα- εφεσίβλητο, στις 7.01.2015, σύμφωνα με τα υπό ημερομηνία 05.11.2014, 24.11.2014 και 07.01.2015 αποδεικτικά επίδοσης του υπηρετούντος στο Α.Τ.

Εξαρχείων Ειδικού Φρουρού Χ. Π. το πρώτο και του Αρχ. Κ. Δ. τα δεύτερο και τρίτο εξ αυτών, ενώ δεν επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εκ του νόμου διάδικο, και κατ' άρθρο 803 παρ.1 ΚΠολΔ διάδικο που έλαβε και νομίμως μέρος στη διαδικασία θέσης σε δικαστική συμπαράσταση του διαθέτη με την επίδοση σ' αυτόν κατ' άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ της σχετικής αίτησης, καθόσον από κανένα έγγραφο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε κάποιος των διαδίκων της προκείμενης δίκης επικαλείται, ότι έλαβε χώρα τέτοια επίδοση.

Ο διαθέτης απεβίωσε, ως προαναφέρθηκε, στις 10.06.2016, χωρίς μέχρι τον χρόνο θανάτου του να έχει καταστεί τελεσίδικη η με αριθμό 3168/08.09.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τον έθεσε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, και τούτο καθόσον η αμέσως ανωτέρω αναφερομένη απόφαση δεν έχει επιδοθεί, ως προαναφέρθηκε, στον έχοντα δικαίωμα άσκησης έφεσης Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ επιπλέον από τη δημοσίευσή της στις 08.09.2014 μέχρι το θάνατο του διαθέτη δεν είχε παρέλθει η προθεσμία των τριών ετών, που προβλέπεται από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης συζήτησης της αίτησης, ήτοι πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, το οποίο εφαρμόζεται και στην εκουσία δικαιοδοσία, για την άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα.....

Επομένως, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα και στη σχετική μείζονα σκέψη, η ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης αρχίζει για το πρόσωπο που έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι επακολούθησε πριν από το θάνατο του, τελεσίδικη περί της θέσης του σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση απόφαση και εν προκειμένω ο διαθέτης Θ.

Σ.-Ν. του Α. απεβίωσε στις 10.06.2016, ήτοι πριν από την τελεσιδικία της με αριθμό 3168/08.09.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τον έθεσε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, επήλθε με την προαποβίωσή του ματαίωση της τελεσίδικης κήρυξής του σε δικαστική συμπαράσταση, και επομένως η συνταχθείσα με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτας Μπαρμπαλιά-Φουρλή είναι, σύμφωνα με την άποψη που ακολουθεί το παρόν Δικαστήριο, έγκυρη και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της.

Συνεπώς η από 17.01.2017 αγωγή του ενάγοντος περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω δημόσιας διαθήκης είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα ως τέτοια ως προς τους πρώτο, τρίτη, τέταρτη, έκτο και όγδοο εναγόμενους και ήδη εκκαλούντες. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατάληξε σε αντίθετο συμπέρασμα δεχόμενο ότι η με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη είναι άκυρη διότι συντάχθηκε από διαθέτη που είχε τεθεί με οριστική απόφαση και δη με τη με αριθμό 3168/08.09.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ότι βάσει της οριστικής αυτής απόφασης ο διαθέτης κατέστη από την υποβολή της σχετικής αίτησης ανίκανος προς σύνταξη διαθήκης κατά το άρθρο 1718 ΑΚ, παρότι δεν είχε τελεσιδικήσει κατά τον χρόνο του θανάτου του η σχετική απόφαση και εν συνεχεία έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της με αριθμό ...

δημόσιας διαθήκης, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός με την εν λόγω αιτίαση δεύτερος λόγος έφεσης είναι νόμιμος και βάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων έφεσης και πρέπει η εν λόγω έφεση, κατά το μέρος που κρίθηκε τύποις δεκτή, να γίνει δεκτή και κατ'ουσία...".

Στη συνέχεια δε το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, την οποία και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι η διάταξη του άρθρου 1720 εδ'α' ΑΚ εφαρμόζεται και επί συμπαραστατούμενου που έχει τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και επομένως, εφόσον ο διαθέτης Θ.

Σ.-Ν. απεβίωσε πριν από την τελεσιδικία της υπ' αριθ. 3168/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τον έθεσε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, η συνταχθείσα υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του είναι έγκυρη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι ως άνω προϋποθέσεις εφαρμογής της στην παρούσα περίπτωση της θέσης του πιο πάνω διαθέτη σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης.

Επομένως, πρώτος, από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και συγκεκριμένα στην έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ΑΠ 159/2018, ΑΠ 199/2017, ΑΠ804/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 761 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "έφεση έχουν δικαίωμα να ασκήσουν και αν νίκησαν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η αίτηση, εκείνοι που άσκησαν κύρια και πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο εισαγγελέας πρωτοδικών", ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 803 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "κατά της απόφασης που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, διορίζει τον δικαστικό συμπαραστάτη, καθορίζει την έκταση των περιορισμών που επιβάλλονται στον συμπαραστατούμενο ή τροποποιεί το είδος και την έκταση της δικαστικής συμπαράστασης, ή που αρνείται την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό δικαστικού συμπαραστάτη έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, σύμφωνα με το νόμο.

Όταν η διαδικασία μπορεί να κινηθεί μόνο με αίτηση αυτού τον οποίο αφορά το μέτρο και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο το πρόσωπο αυτό. Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης, στο όνομά του ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του".

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση που η διαδικασία κήρυξης προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να κινηθεί μόνο με αίτηση αυτού τον οποίο αφορά το μέτρο, όπως είναι η περίπτωση του πάσχοντος από σωματική αναπηρία ( άρθρο 1667 εδ. β ΑΚ) και η σχετική αίτηση που τον αφορά απορρίφθηκε από το δικαστήριο, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο ίδιος ο αιτών.

Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, δηλαδή της παραδοχής της σχετικής αίτησης από το δικαστήριο, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει και ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που έχει λάβει μέρος στη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τους αριθ. 1 και 19 λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1719 και 1720 εδ.

α' ΑΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 603 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι για την τελεσιδικία της απόφασης με την οποία ο διαθέτης τέθηκε υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ιδίου του συμπαραστατουμένου, ως πάσχοντος από σωματική αναπηρία, απαιτείται η επίδοσή της, εκτός από τα πρόσωπα που κατέστησαν διάδικοι στη δίκη αυτή και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ενώ, εξάλλου, αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την μη παραδεκτή ερμηνεία και συμπλήρωση της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 1720 εδ.

α' ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του (αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, διότι κατά τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, για την τελεσιδικία της απόφασης με την οποία ο διαθέτης τέθηκε υπό καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ιδίου του συμπαραστατουμένου, ως πάσχοντος από σωματική αναπηρία και έγινε δεκτή, απαιτείται η επίδοσή της και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος είχε λάβει μέρος στη σχετική διαδικασία στο δικάσαν δικαστήριο και εδικαιούτο, ως εκ τούτου, σε άσκηση έφεσης κατά της πιο πάνω απόφασης.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του (αριθ. 19 του άρθρου 559), είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα, επίσης, με την πιο πάνω νομική σκέψη, , δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και συγκεκριμένα στην έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-7-2020 αίτηση του Μ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3902/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ