1999/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1999/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1999 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1999/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του Κ. Δ. Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ.
β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, πάντως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την ...‘ /24-10-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Δ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-2-2016, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 13-1-2017 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 3-11-2017, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ’ αυτή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά συνέπεια, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 209/2017, 405/2015, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 150/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, μεταξύ των άλλων, ότι ο αναιρεσίβλητος (που έχει γεννηθεί την 1η-1-1958), οδηγός της ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τραυματίστηκε σοβαρά κατά το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ότι κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 60% και, περαιτέρω, έκρινε ότι συνυπαίτιος στην έκταση και στη βαρύτητα του τραυματισμού του είναι και ο ίδιος σε ποσοστό 20%, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, ενώ οι σωματικές βλάβες που υπέστη συναρτώνται αιτιωδώς με την παράλειψή του αυτή (άρθρ. 300 ΑΚ, 12 παρ. 6 ν. 2696/1999 - ΚΟΚ).
Ακολούθως, του επιδίκασε, σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 30.000 ευρώ, χωρίς, όμως, να συνεκτιμήσει για τον υπολογισμό της χρηματικής αυτής παροχής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, το προαναφερόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας του παθόντος αναιρεσιβλήτου, όπως επιβάλλεται, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 931 και 300 ΑΚ. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης (ΑΠ 209/2017, ΑΠ 767/2015, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 421/2012).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2261/2014).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την αναιρεσιβαλλόμενη 50/2014 απόφασή του, διαδικασίας των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της πρωτόδικης 31/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας που είχε κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά, την εξαφάνισε, κατά το πληττόμενο μέρος της και, δικάζοντας κατ’ ουσίαν, κατά τούτο, την υπόθεση, δέχθηκε, εν μέρει, την ένδικη, από 1-8-2011, αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον τον καθέναν, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας του αναφερόμενου αυτοκινητικού ατυχήματος της 26ης-8-2010, το χρηματικό ποσό, συνολικά, των 112.117,56 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.
Ειδικότερα, ως προς το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντων κερδών από την εργασία του) του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δέχθηκε, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην απόφαση, τα εξής: "...περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων -ήδη αναιρεσίβλητος- πριν τον τραυματισμό του διατηρούσε συνεργείο αυτοκινήτων στην πόλη της Άρτας στο ...
Ιωαννίνων. Από την παραπάνω επαγγελματική δραστηριότητα αποκέρδαινε κατά μέσο όρο 2.500 ευρώ καθαρά μηνιαίως. Με βάση το προαναφερόμενο ιατρικό ιστορικό και τη διαμορφωθείσα μετά το ατύχημα κατάσταση της υγείας του ο πρώτος ενάγων κατέστη ανίκανος να εργαστεί μέχρι την 6-11-2011 κατά το οποίο απώλεσε εισόδημα, ύψους συνολικά 35.333,32 ευρώ...".
Ήδη, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία (τρίτη εναγομένη), με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, με επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε απώλεια εισοδημάτων, καθόσον δεν διατηρούσε στην πόλη της Άρτας συνεργείο αυτοκινήτων, ήτοι 1) την .../29-4-2011 βεβαίωση του ΟΑΕΕ (Διεύθυνσης Ηπείρου - Τμήματος Άρτας), 2) την ...3-5-2011 βεβαίωση της ...
και 3) το αντίγραφο του εκκαθαριστικού σημειώματος (φόρου εισοδήματος) του αναιρεσιβλήτου, χρήσης 2009, οικονομικού έτους 2010. Το Εφετείο κατέληξε στο σχηματισμό του αποδεικτικού του αυτού πορίσματος με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπήρχε στη διάθεσή του και, ειδικότερα, όπως, κατά λέξη, διαλαμβάνεται στην απόφασή του, "...από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα ανεξαρτήτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...".
Από τη βεβαίωση όμως αυτή, αξιολογούμενη σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται μνεία ή αναφορά, σε αντιδιαστολή προς τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το μεγάλο αποδεικτικό τους ενδιαφέρον, έστω και αν τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που συντάσσονται με βάση την ανέλεγκτη δήλωση φόρου εισοδήματος, δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα αναφερόμενα στα εν λόγω δημόσια έγγραφα πραγματικά περιστατικά ως προς το ύψος των εισοδημάτων που δηλώθηκαν και επιτρεπτά χωρεί ανταπόδειξη (ΑΠ 1305/2014, ΑΠ 1152/2008).
Έπρεπε, συνεπώς, τα πιο πάνω έγγραφα να αντικρουστούν και, ιδίως, το δεύτερο απ’ αυτά (κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν δήλωσε κανένα εισόδημα στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που υπέβαλε στην αρμόδια ... για τα οικονομικά έτη 2008 - 2010, χρήσεις 2007 - 2009). Τα έγγραφα αυτά που η αναιρεσείουσα νομότυπα επικαλέστηκε και προσκόμισε είναι ικανά να στηρίξουν, από ουσιαστική άποψη, τον προαναφερόμενο αρνητικό της ισχυρισμό κατά της σχετικής, εναντίον της, αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου που θεμελιώνεται στην απώλεια των εισοδημάτων από την εργασία του, εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του που προκλήθηκε, στις 26-8-2010, από (αποκλειστική) υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Κ.
Ν. Φ., πρώτου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, (άρθρ. 914, 330 εδάφ. β’ , 297, 298 ΑΚ), όπως αυτή θετικά αξιολογήθηκε, έστω και εν μέρει, από το Εφετείο με την κρίση του, αφού δέχθηκε και (συν)υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό 20% ως προς την έκταση και τη βαρύτητα του τραυματισμού του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών τρίτου και τέταρτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (του τρίτου) και 1 και 19 (του τέταρτου) ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης (διαφυγόντα κέρδη), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 204/2017, 1840/2007).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου και δεύτερου λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που προεκτέθηκε και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ’ αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 50/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ